Στον δρόμο έκαιγε η άσφαλτος, ο Αύγουστος μου φέρνει ζάλη, μα αυτός ακούμπησε στον ώμο μου να γείρω πάνω το κεφάλι. Να δω τα αστέρια όταν πέφτουνε στον ουρανό τα καλοκαίρια. Να δω τα σύννεφα να φεύγουνε να αγγίξω με τα δυο μου χέρια. Έι. Έι. Όταν διψούσα πάντα μου έφερνε πορτοκαλάδα σε μπουκάλι. Κι όταν οι αγρύπνιες μου θεριεύανε κάπου εκεί δίπλα ήταν πάλι. Κι όταν οι μέρες μου θολώνανε δεν είχα λέξεις να ρωτήσω. Χιλιάδες μέσα μου μαλώνανε πατέρα τι να αποφασίσω; Έι. Έι. Όλα πεζά και μαγικά μετέωρα και οριστικά, μοιάζουν σε αυτόν το κόσμο. Κι εγώ στην άσωτη ζωή φύλλο στου ανέμου την πνοή, χαράζω και νυχτώνω. Πέρασα μπόρες και φωτιές ήπια παράφορες ματιές, και τώρα εδώ στα ξένα. Ανάβω ευχές και προσευχές για τις αστείρευτες ψυχές, για σένα και για μένα. Δεν έχω τόπο, εσύ ο τόπος μου και ο χρόνος. Δεν ξέρω τρόπο, ο μόνος δρόμος είναι ο δρόμος. Δραπέτες άγιοι και ληστές, μιλούν για το αύριο και το χτες με λόγια κουρασμένα. Πίνουν της λήθης το κρασί σε αχαρτογράφητο νησί, και με ρωτούν για σένα. Και εγώ τους λέω είσαι παντού, στο Μεξικό στο Κατμαντού, μετάξι στα κουρέλια. Στα όνειρα των εραστών, στα δάκρυα των ποιητών και στων τρελών τα γέλια. Θα φορέσω το μαύρο και θα αρνιέμαι πως είναι για πένθος και θα αρνιέμαι τα πάντα κι όπως πάντα τους πάντες μες το μαύρο μου μαύρο. Απέναντί σου θα έχω πάρει θέση τα δάκρυα των πραγμάτων τα δάκρυα των ανθρώπων δε θα ζω ούτε κι εσύ θα είσαι για μένα ούτε και εσύ. Θα σηκώσω μια λήθη με επτασφράγιστες ωραίες πύλες για τους μάταιους άλλους και για τα άλλα των άλλων θα σηκώσω μια λήθη. Απέναντι σου θα έχω πάρει θέση τα δάκρυα των πραγμάτων τα δάκρυα των ανθρώπων δε θα ζω ούτε κι εσύ θα είσαι για μένα ούτε και εσύ. Μια νύχτα καλοκαιρινή, υγρή στη Λισσαβόνα, ονειροπόλος ποιητής χαϊδεύει τη σιωπή. Ο φόρος της διάνοιας πληρώνεται με αγρύπνια αγρίμι είναι που κρύβεται σε σώμα λογιστή. Από το ανοιχτό παράθυρο κοιτά τους άδειους δρόμους. Τη μέρα είναι ένα τίποτα. Το βράδυ είναι εγώ, που κάθεται καρτερικά στην έρημη αποβάθρα, να πάρει την κλινάμαξα που πάει στην άβυσσο. Ανακαλεί τη θλίψη του, την αστραπή της γνώσης, για κάθε του παρόρμηση που άφησε κρυφή κι από το βιβλίο του Ιώβ χειροκροτά τη φράση. Κουράστηκε η ψυχή μου από τη ζωή. Γλυκά θα ανοίξει η κλειδαριά της πόρτας για το Σύμπαν, ο υπάλληλος Πεσόα θα αφήσει τις σκιές και μένα, που ξαγρύπνησα, με πιάνει η ανησυχία, αν είναι οι αναμνήσεις μου ψεύτικες ή σωστές. Είμαι ένας βασιλιάς σε ομιχλώδη χώρα βαθύπλουτος μα ανίσχυρος και γερασμένος πρόωρα. Που αηδιάζει με των αυλικών του τα παιχνίδια βαριέται γάτες και σκυλιά και τα άλλα κατοικίδια. Ούτε τραγούδι ή γιορτή το πνεύμα χαλαρώνει ούτε ο λαός του που πεθαίνει αντίκρυ από το μπαλκόνι. Στου αγαπημένου του τρελού την πρόστυχη μπαλάντα το μέτωπό του δε γελά σκληρό και γκρίζο πάντα. Τάφος το απέραντό του γίνεται κρεβάτι ενώ οι πουτάνες της αυλής του κλείνουνε το μάτι. Ο άγγελός του δεν μπορεί παρά όλη τη σοφία να βγάλει από το είναι του τη χαλασμένη ουσία. Και αυτά τα αιμάτινα λουτρά γνωστά μας από τη Ρώμη που στα στερνά τους οι ισχυροί θυμούνται τώρα ακόμη. Δεν το γιατρεύουν το κορμί, του ηλίθιου τούτου αρρώστου που αντί για αίμα ένα νερό πράσινο τρέχει εντός του. Μα δεν κουνιέται ούτε φύλλο όλα εδώ είναι μονότονα να είχα τουλάχιστον μια αγάπη κάπως την ώρα μου να σκότωνα. Σαν φάρσα τηλεφωνική σε περιμένω σαν ξεχασμένο ραντεβού στο φλου κλεισμένο σαν τελικό σε ζωντανή μετάδοση και σαν σεισμό που θα σαρώσει την παράδοση. Σαν έκτακτο παράρτημα σε περιμένω σαν Μάη του 1968 να ξεθυμαίνω κάνω την ίδια διαδρομή κάθε Νοέμβριο και στρώνω τσόχα για σκιές Δεκέμβριο. Τη στιγμή που ανοίγω την πόρτα η ψυχή ανεβαίνει στα δόντια. Το κρεβάτι, στρωμένο από άγνωστα χέρια, μου θυμίζει πως είμαι ένας ξένος κι εγώ. Αδειανός και μέθυσσος, γέρνω σε λευκά, τριμμένα σεντόνια. Με δαγκώνει ο ύπνος, σαν βαμπίρ, στον αυχένα, πριν προλάβω να βάλω στον καθρέφτη φωτιά. Μακριά, στου ανέμου τις όχθες, η χροιά του ήχου που φτάνει από τον δρόμο, όπου αδειάζουν τα σκουπίδια, ταιριάζει με τον ήχο της σφαίρας, που περνάει ξυστά. Ξαφνικά, ανοίγω τα μάτια, για να βρω χαρτί και μολύβι. Συμπαγής, επιστρέφω στον κρυστάλλινο κόσμο, με το σάλιο, στην άκρη των χειλιών, να γλιστρά. Της Γαλιλαίας λίμνη τα μάτια σου αβύθιστος για λίγο περπάτησα, μα έκρυψες το βλέμμα και χάθηκα, τους φάρους των χειλιών σου νοστάλγησα. Κουρνιάζουν άλλοι δρόμοι στα χνάρια σου, αβύθιστος ζητούσα τα βράδια σου, πυξίδες και κατάρτια σου χάρισα, έφτιαξα μια στεριά και ναυάγησα. Θα κοιμηθώ απόψε με το χειμώνα, κι ίσως ξυπνήσω με την άνοιξη αγκαλιά. Θα κοιμηθώ απόψε με το χειμώνα, κι ίσως ξυπνήσω με την άνοιξη αγκαλιά. Της Γαλιλαίας λίμνη τα μάτια σου, αβύθιστος για λίγο περπάτησα, σε κήπους με ελαιώνες γονάτισα κι ένα παλιό σου δάκρυ συνάντησα. Θα κοιμηθώ απόψε με το χειμώνα κι ίσως ξυπνήσω με την άνοιξη αγκαλιά. Θα κοιμηθώ απόψε με το χειμώνα κι ίσως ξυπνήσω με την άνοιξη αγκαλιά. Νύχτα. Μονάχα τα άστρα και πέρα το βάθος του ολάνοιχτου ορίζοντα, εκεί που πάνε οι άνθρωποι, χωρίς τα ονόματά τους. Αγαπάω κι αδιαφορώ και κρατάω τον κατάλληλο χορό το λοιπόν θα αγαπάω και μένα όπως εσένα. Μην παρανοείς τα λόγια που έχω πει είναι η πιο απλή του κόσμου συνταγή νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς είναι πανάκριβο σου το λέω να αγαπάς. Κοίτα με στα μάτια με υπομονή διώξε του άλλου κόσμου την επιρροή νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς είναι πανάκριβο σου το λέω να αγαπάς. Αγαπάω κι αδιαφορώ και μαζί σου το έχω μάθει και αυτό παραδόξως να αγαπάω και μένα όπως εσένα. Την εικόνα αυτού του κόσμου δεν μπορώ ούτε μέσα στη σκιά του θα χαθώ μάγεψαν και σένανε τα ξωτικά κάνεις πάλι κύκλους σε άλλη αγκαλιά. Και μη μας τρομάζουν φως μου οι πληγές στις χρυσές στιγμές μας πλάι και αυτές νιώσε με για να σε νιώσω κι ας πονάς είναι πανάκριβο στο λέω να αγαπάς. Αγαπάω κι αδιαφορώ κι έχω φτιάξει έναν καινούργιο εαυτό τώρα πια με αγαπάω και μένα όπως εσένα. Κι ο άνθρωπος ο βαριομοίρης να! υψωμένος νικητής σε μια γη πλατιά, προφήτης μιας πλατύτερης ψυχής. Το χρυσάφι, το πετράδι και το θησαυρό, λείψανα άγια, τίμια ξύλα, κάθε πρόσφορο ιερό, Κι όσα φέρνει η Δύση, ο Νότος, η Ανατολή, ο Βοριάς, μπρος στα πόδια σου τα ρίχνω για να τα πατάς. Για ένα χάιδιο σου πεθαίνω χίλιους πεθαμούς, το φιλί σου αξίζει. Αγάπη, χίλιους λυτρωμούς! Από μια πατρίδα εγώ είμαι, κι όσο κι αν το λησμονώ, πάω, προς μια πατρίδα πάω, μια για πάντα να σταθώ. Δευτέρα το βράδυ θα έρθω από τη δουλειά. Εσύ θα κοιμάσαι με φώτα ανοιχτά. Κι αύριο πάλι θα έρθουν συγγενείς. Στο σπίτι να μας δούνε. Κι αυτή την Τετάρτη θα πάω τον μικρό. Πρωί στο σχολείο το βράδυ γιατρό. Η Πέμπτη θα φύγει όπως φεύγει η ζωή. Ερήμην μου κάποιος την παρακινεί. Τα Σάββατα όμως και τις Κυριακές. Μαζεύονται οι άνθρωποι και μπλέκουν στιγμές. Μετράνε τα αστέρια που ανάβουν για αυτούς. Στο σύνολο πόσες σιωπές μου ακούς. Να Πάμε μια βόλτα με μια σιγουριά. Να κάνουμε λίγο όπως ήταν παλιά. Πριν μάθει ο κόσμος κι η μνήμη να ζει. Δυο άνθρωποι μόνοι με τόσους μαζί. Κι αυτή τη βδομάδα χαμός στη δουλειά. Ετούτο το μήνα θα δείξει η χρονιά. Δεν πρόλαβα πάλι να έρθω να σου πω. Σε θέλω μου έχεις λείψει. Να πάμε ταξίδια να πάμε όπου θες. Να φέρουμε εικόνες στις αποσκευές. Αγάπη δεμένη με τέτοια υλικά. Εμάς περιμένει να δει το μετά. Όσα λουλούδια ανθίζουνε στης μνήμης μου τον κήπο είναι φωτιές που ανάβουνε με της καρδιάς τον χτύπο. Αγάπη θέλει το κορμί τη μοναξιά να αντέξει να γίνει το όνειρο βροχή μες στην ψυχή να τρέξει. Όσες φωνές μου τραγουδούν και με ξυπνούν τα βράδια είναι αστραπές που φώτισαν του χρόνου τα σκοτάδια. Έλα βαθύ φιλί κι έλα βαθύ σκοτάδι έλα με ορμή τυφλή και απαλή σαν χάδι. Έλα με τη δροσιά και με τον πυρετό και με του πόθου τη φωτιά και το αναφιλητό. Έλα πίσω αγάπη, έλα πίσω αγάπη σε μένα και πλήγωσέ με αγάπη ώσπου να τρέξει το αίμα. Όλα από σένα αγάπη γιατί μακριά σου όλα ψέμα. Τα μάτια δέσε μου, αγάπη κι οδήγησέ με ως το τέρμα, οδήγησέ με αγάπη πέρα από του δρόμου το τέρμα. Έλα με τις σιωπές τα δίχτυα σου να πλέξεις και χόρεψε και βγες έξω από τις λέξεις. Έλα με τη βροχή, του τέλους τη σκιά, έλα αθώο παιδί και μοχθηρή θεά. Έλα πίσω αγάπη, έλα πίσω αγάπη σε μένα και πλήγωσέ με αγάπη ώσπου να τρέξει το αίμα γιατί μακριά σου όλα ψέμα. Έλα πίσω αγάπη, έλα πίσω αγάπη σε μένα και πλήγωσέ με αγάπη πάλι ώσπου να τρέξει το αίμα. Όλα από σένα αγάπη και μακριά σου όλα ψέμα. Τα μάτια δέσε μου, αγάπη κι οδήγησέ με ως το τέρμα, κι ανάστησέ με αγάπη πέρα από του δρόμου το τέρμα. Αγαπώ μια παντρεμένη αμανε είναι αμανεμ. Αγαπώ μια παντρεμένη αμανε είναι αμανεμ. Από τον άντρα της διωγμένη κούκλα ζηλεμένη. Από τον άντρα της διωγμένη κούκλα ζηλεμένη. Μες στην Κοκκινιά που μένει αμανε είναι αμανεμ. Μες στην Κοκκινιά που μένει αμανε είναι αμανεμ. Όποιον και να ιδεί τρελαίνει η διαβολεμένη. Όποιον και να ιδεί τρελαίνει η διαβολεμένη. Πήγαμε μαζί σεργιάνι αμανε μου αμανε μου. Πήγαμε μαζί σεργιάνι αμανε είναι αμανεμ. Κόντεψε να με πεθάνει στο Πασαλιμάνι. Κόντεψε να με πεθάνει στο Πασαλιμάνι. Ξαπλωμένη στο ντιβάνι αμανε είναι αμανεμ. Ξαπλωμένη στο ντιβάνι αμανε είναι αμανεμ. Τη φιλώ μου λέει φτάνει σπαραγμός με πιάνει. Τη φιλώ μου λέει φτάνει σπαραγμός με πιάνει. Το μήλο όσο κρέμεται εις τη γλυκομηλίτσα ψύγεται για μαρένεται για τρώντο οι διαβάτες. Αχί ζαχαρωκόκαλη και καητοζυμωμένη. Αχί αγγελοκάμωτη. Αχί διαλομενένη Μετάφραση Γιάννης Αηδονόπουλος. Η ψυχή μου είναι τριαντάφυλλο κι είμαι πάνω της αγκάθι. Μην το πείτε και το ακούσουνε η καλή μου μην το μάθει. Θαμπωμένη από την κόκκινη καταματωμένη μου όψη με το αργό της το βημάτισμα, θα σιμώσει να με κόψει. Μα το κάτασπρο χεράκι της που αγαπώ και τρέμω τόσο θα χαρώ χαρά περήφανη με κακιά να το αγκυλώσω. Και μια στάλα αίμα πέφτοντας πέταλά μου ματωμένα θα χαθεί μέσα στο χρώμα σας θα γενεί μαζί σας ένα. Μπορεί να μην αγάπησε ποτέ του. Μπορεί και να γελάστηκε στα αλήθεια. Να νόμιζε γι αγάπη την συνήθεια. Στο άδειο δωμάτιο και στον κρύο αέρα. Να σε αγαπώ το μόνο που μου μένει. Να είμαι για σένα η ζωή που περιμένει. Να κλέψει να σου δώσει. Να σε στείλει να σε νιώσει. Αγαπημένα χέρια περιστέρια. Σπατάλη τα ταξίδια μου στα αστέρια. Αγαπημένα χείλη μου ζεστά. Δεν έχει ο ουρανός άλλη αγκαλιά. Κάποια βράδια νεκρά θα σου στέλνω κρυφά από το ράδιο αφιερώσεις, αφιερώσεις, μια ζωή μοναξιά, φορτισμένα κουμπιά, κάποια λύση ξανά με τις ίδιες, τις ίδιες πιστώσεις. Κάποια βράδια νεκρά, με βαριά λαϊκά, θα σε βρω στις προσόψεις, στις προσόψεις, μια στιγμή μοναχά, να σου δώσω φωτιά, της ζωής μου το τέρμα, πως φοβάμαι, φοβάμαι μη νιώσεις. Άδειο κύμα κι η φωνή μου γυμνή, σκορπισμένη, σπασμένη, στο φινάλε βραχνή, να εξοφλεί την ηχώ της με δόσεις, με δόσεις. Άδειο κύμα κι η φωνή μου γυμνή, σκορπισμένη, σπασμένη, στο φινάλε βραχνή, να εξοφλεί την ηχώ της με δόσεις. Μιλάς για αγάπη κι εγώ στην άκρη ενός γκρεμού που με έχεις φέρει δε σε συμφέρει γιατί είσαι αλλού. Φιλιά και ρούχα στη σάλα σου είχα και τα κλειδιά δεν ψάχνω λύσεις και απαντήσεις για όλα αυτά έμαθα πιά. Όλος ο κόσμος είσαι εσύ κι ένα αδιέξοδο μπροστά αν με αγάπησες πολύ θάνατός μου γίνε τώρα που δεν είμαι δυνατή. Μισά τσιγάρα θα πει πως άρα άδικα κλαις μένεις για τώρα σε λίγη ώρα φεύγω θα λες. Πια δεν ελπίζω και σου χαρίζω λάθη παλιά να με θυμάσαι εκεί που θαείσαι στο πουθενά άσε με πια. Όλος ο κόσμος είσαι εσύ κι ένα αδιέξοδο μπροστά αν με αγάπησες πολύ. Θάνατός μου γίνε τώρα που δεν είμαι δυνατή. Εγώ φεύγω και σε αφήνω μια για πάντα βρε αλανάρη στην Αμερική θα πάω κάποιον για να βρω και μαζί του πια θα μείνω. Που με θέλει να με πάρει με δολλάρια θα μεθάω κι όλο θα γλεντώ. Πάψε τα παλιογινάτια πεισματάρα μου να χαρείς τα δυο σου μάτια παιχνιδιάρα μου ξέρεις τι καπνό φουμάρω και για σένα πως μπορώ αερόπλανο να πάρω να έρθω πάλι να σε βρω. Και με αεροπλάνο να έρθεις κι όσο γρήγορα να φτάσεις στο είπα και στο ξαναλέγω πως δε σε αγαπώ μόρτη μου κακό θα πάθεις κι από τη ζήλεια σου θα σκάσεις στην Αμερική θα πάω για να παντρευτώ. Βρε μη μου πατάς τον κάλο πεισματάρα μου θα τα μπλέξεις δίχως άλλο παιχνιδιάρα μου και μη μου γλιστράς σαν χέλι αφού ξέρεις πως μπορώ με την κάμα μου στο χέρι να έρθω πάλι να σε βρω. Δε φοβούμαι βρε μαγκίτη και θα φύγω από την Αθήνα στην Αμερική θα πάω πώς να σου το ειπώ μέσα στον ουρανοξύστη θα περνάω όλο φίνα με ουίσκι θα μεθάω κι όλο θα γλεντώ. Μάθε πως από την Αθήνα πεισματάρα μου δεν μπορείς να κάνεις βήμα παιχνιδιάρα μου και πως δεν ψηφώ τον Χάρο κι αν μου φύγεις πως μπορώ αερόπλανο να πάρω να έρθω πάλι να σε βρω. Αηδόνι μου τι τραγουδάς, τι με ξυπνάς τα βράδια με πόθους και με οράματα στην κάμαρη την άδεια. Αηδόνι μου τι τραγουδάς, στις νότες σου μαθαίνω με της καρδιάς μου το σεβντά να ζω και να πεθαίνω. Για την αγάπη τραγουδώ που ξαγρυπνά τα βράδια σε ένα κορμί που λαχταρά γλυκά φιλιά και χάδια. Για τους ξενύχτες τραγουδώ που δε ρωτούν και πάνε κει που προστάζει η καρδιά και εκεί που αγαπάνε. Αηδόνι μου μην τραγουδάς ολονυχτίς στο ρέμα, όσες αλήθειες κι αν μου πεις όλες θα γίνουν ψέμα. Η πόλη κομμάτια σειρήνες χτυπούν το δάκρυ κυλάει σε απρόσωπες κούκλες. Ξορκίζεις τη νύχτα να μοιάζει άλογο καθώς καλπάζεις στις τρύπιες σου ελπίδες. Τα μάτια σου πύλες καλούν να διαβώ και να γυρίσω σκισμένες σελίδες μες τα σοκάκια του αψύχου φως. Απεγνωσμένα ψάχνεις ελπίδες. Λα. Τη νύχτα η Αθήνα αλλάζει με μιας σαν κόκκινα κάρβουνα ανάβουν οι δρόμοι. Σαν μέσα σε λήθη να φεύγουν οι φόβοι. Και να σου ληστεύουν την άδεια ζωή. Χρώματα ανάκατα σε φόντο μολυβί. Πρόσωπα άγνωστα που οδεύουν μπροστά σου σφαίρες οι ήχοι σφυρίζουν στα αυτιά σου κι εσύ διαβαίνεις με πόδια γυμνά. Χλωμά φεγγάρια ανατέλλουν σαν δέντρα κι ο γκρίζος ήλιος να καίει την αυγή φαντάζει απόψε η πόλη αυτή και σου βαραίνει τον ίσκιο σαν πέτρα Ξημέρωμα στην εθνική Αθήνα Σαλονίκη του έρωτα η πληρωμή για μας μια καταδίκη. Χτυπά στο τζάμι η βροχή και φτιάχνει τη μορφή σου στα χείλη νιώθω το φιλί και το ζεστό κορμί σου. Μη μου λες αγάπης λόγια από το κινητό να μπορούσε να πετάξει το αυτοκίνητο γρήγορα να έρθω κοντά σου τόσο σε σγαπώ μη μου λες αγάπης λόγια από το κινητό. Χαράματα στην εθνική Θεσσαλονίκη Αθήνα ατέλειωτη επιστροφή στο αμάξι καραντίνα. Ξάφνου φυσάει πιο πολύ και χάνω το μορφή σου ο πόνος γίνεται γυαλί θαμπώνει τη φωνή σου Είχα κι άλλα να σου δώσω είχα κι άλλα να σου πω της αγάπης τα ταξίδια πάλι με έφεραν εδώ. Και το επόμενο λεπτό πάλι εσένα θα σκεφτώ θα εξαντλήσω της σιωπής τα περιθώρια. Κι ύστερα θα έρθω να σε βρω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Μέσα στη σκέψη σου θα μπω μέσα στα όνειρα θα ζω αιώνια. Είχα πράγματα κρυμμένα στης ψυχής μου το βυθό καλοκαίρια ξεχασμένα κι όλα μείνανε εδώ Δεν κουράστηκα ποτέ να ονειρεύομαι δεν κουράστηκα με όλα να παλεύω μια ζωή στην ανηφόρα να πορεύομαι και μεγάλα παραμύθια να πιστεύω. Δεν κουράστηκα ποτέ να ερωτεύομαι δεν κουράστηκα να δίνω την ψυχή μου όλα θέλω να τα ζω και να τα γεύομαι μου ανήκει κάθε ώρα και στιγμή μου. Ακόμα στο καλό εγώ πιστεύω ακόμα την πιστεύω την ζωή, και αν δεν μπορώ στον ουρανό να ανέβω μπορεί ο ουρανός να κατεβεί. Δεν κουράστηκα ποτέ να ονειρεύομαι δεν κουράστηκα σε κάτι να ελπίζω όλο κόλπα μαγικά να μηχανεύομαι και ανάποδα τον κόσμο να γυρίζω. Δεν κουράστηκα ποτέ να παγιδεύομαι και να κάνω το ένα λάθος πάνω στο άλλο δεν κουράστηκα ποτέ να εμπιστεύομαι την καρδιά μου τον εχθρό μου τον μεγάλο. Μοναχική περιπολία, έρημη στράτα η ζωή. Νυχτερινή μελαγχολία, άδειο πακέτο το πρωί. Λαβωματιά έχεις τις μνήμες στο θολωμένο σου μυαλό. Τη λησμονιά ψάχνεις στις φήμες, απλά περνούν χρόνια και μήνες, βότσαλα σκόρπια στο γιαλό. Μηδαμινή ομολογία πως όλα τέλειωσαν νωρίς. Σιωπηλή απολογία, ακροατήριο κανείς. Λαβωματιά έχεις τις μνήμες στο θολωμένο σου μυαλό. Τη λησμονιά ψάχνεις στις φήμες, απλά περνούν χρόνια και μήνες, βότσαλα σκόρπια στο γιαλό. Άλλη μια νύχτα άλλη μια μέρα άλλο ένα βήμα στο κενό τα χέρια απλώνει στον αέρα για να πιαστεί από το Θεό. Μην του μιλάτε του ακροβάτη και μην τραβάτε το σχοινί θέλει απόσταση η αγάπη για να κρατιέται ζωντανή. Δεν είναι αυτός έγινε πόλη στους δρόμους του κυκλοφορούν κάτι τρελοί κι ονειροπόλοι που μες στον κόσμο δε χωρούν. Μην του μιλάτε του ακροβάτη και μην τραβάτε το σχοινί θέλει απόσταση η αγάπη για να κρατιέται ζωντανή. Άλλη μια νύχτα άλλη μια μέρα. Μέσα στο Μπούρτζι μια φορά και στην Ακροναυπλία σε βρήκα που ζωγράφιζες στο στήθος σου δυο πλοία. Δεν ήταν που τα σίδερα σου κλείναν τον αγέρα ήταν που τέλειωνε η ζωή μέρα με την ημέρα. Τώρα στην άκρη του γιαλού και στου βυθού τις στράτες γαρύφαλλα σου ρίχνουνε κατάδικοι κι αντάρτες. Στο Σούνιο στο Ταίναρο στο φως και στο σκοτάδι. Με χτυποκάρδι κόκκινο καίω πρωί και βράδυ. Βράχος μαντήλι του γιαλού φανάρι και σινιάλο. Ολόγυμνη στα κύματα τον έρωτα θα ψάλλω. Φρέσκο κατράμι στάζουνε τα ολόξανθα μαλλιά του ξυλάρμενος και για κουπί έχει τα κρίματά του. Βράχος. Τα φύλλα είναι κόκκινα, φύλλα του φθινοπώρου κι η σαλαμάντρα αστραφτερή και κάλτσα του διαβόλου. Δεν τη χωράει ο Κίσσαβος, δεν τη χωράει ο τόπος κι αν της μιλάς για σύνεση χαμένος πάει ο κόπος. Αλεξάντρα, σαλαμάντρα, τι κακό είναι αυτό! Γιατί πήγες με άλλον άντρα, παλιοκόριτσο; Η σαλαμάντρα όταν κοιτά τον ουρανό να βρέχει, θυμάται την αγάπη της που πια δεν την κατέχει. Σπρώχνει το καστανόχωμα, βγαίνει από τη φωλιά της και κει που ο κάπρος πλένονταν σκορπά τα δάκρυά της. Κίτρινα φοράς και μαύρα, μες στις ομορφιές Αλεξάντρα, Αλεξάντρα πως με ξέχασες! Αλεξανδριανή φελάχα πως μπερδεύτηκα. Τα αράπικα σου μάτια. Ερωτεύτηκα. Αραπίνα με γλυκαίνεις. Αχ με το γιαλέλι. Και τα χειλάκια σου. Στάζουνε μέλι. Είσαι κακούργα και δεν πονείς. Στα αλήθεια θέλεις να με τυραννείς. Αφού με βλέπεις τι τραβώ. Δεν λυπάσαι πια. Συ είσαι το όνερό μου. Φελάχα μου γλυκιά. Το Αράπικο χορεύεις. Αχ και με τρελαίνεις. Με τα τσακίσματά σου. Με μπερδεύεις. Σαν τρελός για να γυρίζω. Πες μου το γυρεύεις. Στα αλήθεια φτάνει. Και μη με παιδεύεις. Στέκει στου δρόμου κάποια άκρη μοναχός θαρρείς και κρύβει τη ντροπή του στο σκοτάδι. Όμως τι φταίει αν γεννήθηκε φτωχός. Τι φταίει αυτός, αν της ζωής αν της ζωής είναι ρημάδι. Αλήτη δίχως αγάπη με δίχως μάνα και δίχως σπίτι. Αλήτη μες στη μανία του βορρά μικρό σπουργίτι. Αλήτη. Κι όμως κι αυτός ίσως μπορέσει μια φορά να βρει ένα όνειρο μια αγκάλη ένα απάγκιο να βρει δυο χέρια να του δώσουνε φτερά και τα δυο χείλη για να του δώσουνε κουράγιο. Αλήτη δίχως αγάπη. Θαμπό το τζάμι της σιωπής από τις ανάσες της ζωής ιδρώνει και σταλάζει. Υγρή η λύπη της καρδιάς που τη σφυρίζει ο βοριάς για ότι πονά κι αλλάζει. Φέρτε τα σύννεφα στη γη για να πνιγώ μες τη βροχή μια τέτοια νύχτα σκοτεινή που κι οι θεοί τρομάζουν. Παίξτε βιολιά στους κεραυνούς στις αστραπές και τους θυμούς το χτες που φεύγει ξεγεννά τους πόνους που με αλλάζουν. Μικρό φιτίλι της ζωής ανάβεις φως της αστραπής από της ψυχής το ρεύμα. Ηλεκτρισμένη φυλακή αυτά που ζήσαμε μαζί πληρώθηκαν στο τέρμα. Νιώθεις ποτέ τι λέει το φεγγάρι τα βράδια που κοιτάει την πόλη. Τι λέει το ποτάμι που χαϊδεύει την πέτρα κι ο αέρας που θροΐζει τα δέντρα. Νιώθεις ποτέ τα λόγια της καρδιάς σου τα μάτια του παιδιού σαν σε κοιτάνε την επαφή του φόβου στο δέρμα όταν ο ιδρώτας γλιστράει στο κορμί σου. Νιώθεις ποτέ; Νιώθεις ποτέ τι βλέπει αυτός που βουλιάζει στης αγάπης το τέλμα, τι βλέπει ο τυφλός τι είναι εκείνο που κοιτάζει το φως όταν φτάνει στης μέρας το τέρμα. Νιώθεις ποτέ τι λένε τα όνειρά σου. Το άγγιγμά σου τα χαμόγελά σου και το δάκρυ σου που σπάει σαν γυαλί. Νιώθεις ποτέ; Αμόνι και νερό, έτσι ήταν η αγάπη σου με έλουζε με φως, μα εγώ ήμουν σκοτεινός. Αμόνι και νερό, έτσι ήταν η αγάπη σου στο πέλαγο γυαλί, τη νύχτα ανατολή. Και χάθηκες και χάθηκα, μαράθηκες μαράθηκα πριν πούμε σε αγαπώ εμείς οι δυο. Και χάθηκες και χάθηκα σαν καραβάκια χάρτινα που πήρε η βροχή κι η ενοχή. Αμόνι και νερό, έτσι ήταν η αγάπη σου με άγγιζες εσύ μα με έλιωνε η ζωή. Αμόνι και νερό, έτσι ήταν η αγάπη σου σαν νύχτα με άγιο φως κι εγώ αμαρτωλός. Για να αγαπάς θέλει πολύ μεγάλη ανδρεία πρέπει να είσαι της καρδιάς επαναστάτης, θέλει η ψυχή να μην μετρά υπεροψία να μην ακούς την λογική της αυταπάτης. Αν αγαπάς δε θα μετράς ήλιο να δίνεις δε θα κρατάς το πέλαγο ποτέ δεμένο θα περισσεύει η ψυχή που θα αφήνεις σε κάθε τι, σε κάθε τι ναυαγισμένο. Το να αγαπάς θέλει γυμνή σου την αλήθεια σκέψεις μικρές να μην κρατά ποτέ το βλέμμα, πρέπει η στιγμή να κομματιάζει την συνήθεια να αναζητάει την αλήθεια μες στο ψέμα. Αν αγαπάς δε θα μετράς ήλιο να δίνεις δε θα κρατάς το πέλαγο ποτέ δεμένο θα περισσεύει η ψυχή που θα αφήνεις σε κάθε τι, σε κάθε τι ναυαγισμένο. Σχώρα με Χριστούλη μου και παναγιά μου σχώρα, έχω χειρότερη ψυχή από όλη μου τη χώρα. Σχώρα με Θεούλη μου, Θεούλη μου λυπήσου μπορεί να είμαι κάθαρμα, μα είμαι κι εγώ παιδί σου. Σχωρέστε με καλέ. Θεοί κι εσύ ακόμα Βούδα γιατι θα πάω να κρεμαστώ κι εγώ σαν τον Ιούδα. Γιατί νομίζω πως αυτά που ξέρω για εμένα αυτά που έχω στο μυαλό και στην καρδιά κρυμμένα. Αυτά που ακούω εγώ τα απαγορευμένα, που ντρέπομαι που είμαι εγώ, που ντρέπομαι για μένα. Για όλα αυτά συγχωρέστε με. Τι κι αν τα έχουν κι άλλοι σε άλλα μυαλά δεν μπόρεσα, να μπω να το δω το χάλι. Κι όταν στα μάτια τους κοιτώ, ενώ δε τους γνωρίζω όλοι μου μοιάζουνε καλοί και δε τους ξεχωρίζω. Γιατί χωρίς τα μυστικά οι άνθρωποι έιναι εντάξει προδίδονται καμιά φορά μονάχα με την πράξη. Πού είσαι, καημένε Περικλή, να βγεις να σεργιανίσεις και την Αθήνα σου να δεις και να μην τη γνωρίσεις. Πού είσαι, καημένε Περικλή, να ακούσεις μπουζουκάκι, τραγούδια και διπλοπενιές στο στέκι του Μητσάκη. Πού είσαι, Σωκράτη δάσκαλε, να δεις το Κολωνάκι, οι μαθητές σου σήμερα βαστούν κομπολογάκι. Πού είσαι, Σωκράτη δάσκαλε, να ερχόσουν από τον Άδη, παρέα με τον Πλάτωνα και τον Αλκιβιάδη. Πού είσαι, Ορφέα, μια βραδιά την άρπα σου να παίξεις, την Ευριδίκη που αγαπάς στα δίχτυα σου να μπλέξεις. Πού είσαι, Ορφέα, για να δεις συρτάκι με φιγούρα, κι οι μάγκες να σου κάνουνε χιλιάρικο χαρτούρα. Αν θες να ακούσεις τη βροχή όταν χτυπάει στα δέντρα ακούμπησε στο στήθος μου και τις πληγές μου μέτρα. Αν θες να ακούσεις κύματα όταν χτυπούν σε βράχο θυμήσου μόνο τη στιγμή που με άφησες μονάχο. Κι αν θες να δεις τα θαύματα πώς γίνονται, μικρό μου δώσε μου ξανά το σώμα σου και πάρε το δικό μου. Αν θες να δεις τον κεραυνό να γίνεται παιχνίδι θυμήσου αυτό που ζήσαμε στο πρώτο μας ταξίδι. Αν θες να δεις στα μάτια μου το δάκρυ να στερέψει φέρε μου πίσω την καρδιά που χρόνια μου έχεις κλέψει. Αχ, πώς ξεχνάς τα τόσα χάδια, τα αλησμόνητα τα βράδια, που λαχταρούσα εγώ για σένα γλυκά και σε αγαπούσα, ο φτωχός, τρελά. Πες μου, η άπιστη καρδιά σου τώρα για ποιον χτυπά, σε ποιον χαρίζεις τα φιλιά, τη θερμή σου αγκαλιά και την πλάνα σου ματιά. Αν με αγαπούσες, για μένα αν πονούσες, θα με λυπόσουν καμιά σταλιά και θα γυρνούσες ξανά στην αγκαλιά μου και στην παλιά ζωή που την ξεχνάς εσύ. Πες μου, η άπιστη καρδιά σου τώρα για ποιον χτυπά, σε ποιον χαρίζεις τα φιλιά, τη θερμή σου αγκαλιά και την πλάνα σου ματιά. Αν με αγαπούσες, για μένα αν πονούσες, θα με λυπόσουν καμιά σταλιά και θα γυρνούσες ξανά στην αγκαλιά μου και στην παλιά ζωή που την ξεχνάς εσύ. Σαν λαβωμένο περιστέρι, χωρίς φωλιά και δίχως ταίρι σε κόσμο ζούσα σκοτεινό. Κι άπλωσες μια νυχτιά το χέρι κι ήρθε στο χέρι μου το αστέρι με ένα σου βλέμμα φωτεινό. Αν προδοθείς, μην κλαις αιώνια, σαν αστραπές φεύγουν τα χρόνια, βρες μιαν αγάπη πιο πιστή. Ξαναγυρνούν τα χελιδόνια, άλλη φωλιά χτίζουν στα κλώνια, όταν η πρώτη γκρεμιστεί. Ήρθε το γέλιο σου σαν βρύση την ερημιά μου να ποτίσει, να ξανανθίσει μια φορά. Τα χείλη σου, γλυκό μεθύσι. Τις αναμνήσεις έχουν σβήσει, τον πόνο κάνανε χαρά. Θα έρθω τη μάνα σου να δω να την παρακαλέσω. Κι αν δε με θέλει για γαμπρό μια μέρα θα σε κλέψω. Η αγάπη σου με δέρνει και αναβολή δεν παίρνει. Μίλα της κι εσύ για μένα, πες μια όμορφη κουβέντα. Θα πάρω .;; σαν τους λιμοκοντόρους, μα για καλό και για κακό δυοτρεις αβανταδόρους. Η αγάπη σου με δέρνει και αναβολή δεν παίρνει. Μίλα της κι εσύ για μένα, πες μια όμορφη κουβέντα. Ανάθεμα που αγάπησα το χώμα σου πατρίδα και διπλοτρισανάθεμα που δε σε ματαείδα κοντόμερος κι ανήμπορος το κύμα αναρωτούσα κι αντίκρυ μου ο Χάροντας και τον περιγελούσα. Ανήμερα κι από αύριο καράβι καρτερούσα κι ήτονε νεκροκάραβο και για το αλλού κοιτούσα. Μια μέρα, μια Παρασκευή θα πέσω να πεθάνω και μια. Λαμπρή θα αναστηθώ από το χώμα πάνω. Σε είδα ξαφνικά δυο χρόνια μετά ήσουν σαν παιδί δυο χρόνια μετά ήρθανε στο νου ξανά τα παλιά μια αγάπη φωτιά, γιορτή και χαρά. Κι έτσι που σε κοιτούσα μάτια καθρέφτης σε έναν καιρό τότε που ήμασταν ένα οι δυο. Αναμνήσεις μιας αγάπης τα σημάδια με γυρνάν στα παλιά αναμνήσεις πέλαγο βαθύ κι είμαι απόψε σαν χαμένο νησί. Αναμνήσεις με τυλίγουν με μεθάνε σαν της δίψας κρασί γουλιάγουλιά το παρελθόν νικάει το παρόν. Ήσουνα εσύ και τέλος και αρχή τώρα ζούμε αλλιώς, κυλάει ο καιρός έρωτες περνούν μα μέσα μου ζουν όρκοι μυστικά, στο νου μου καρφιά. Κι έτσι που πέφτει η νύχτα κάποιο τραγούδι παίζει μακριά πάλι αντίο λέει μια καρδιά. Σε είδα ξαφνικά δυο χρόνια μετά ήσουν σαν παιδί. Δυο χρόνια μετά ήρθανε στο νου ξανά τα παλιά μια αγάπη φωτιά, γιορτή και χαρά. Κι έτσι που σε κοιτούσα. Μάτια καθρέφτης σε έναν καιρό. Τότε που ήμασταν ένα οι δυο. Αναμνήσεις. Μιας αγάπης τα σημάδια. Με γυρνάν στα παλιά. Αναμνήσεις. Πέλαγο βαθύ κι είμαι απόψε. Σαν χαμένο νησί. Αναμνήσεις. Με τυλίγουν με μεθάνε. Σαν της δίψας κρασί. Γουλιά γουλιά το παρελθόν. Νικάει το παρόν. Ήσουνα εσύ και τέλος κι αρχή. Τώρα ζούμε αλλιώς. Κυλάει ο καιρός. Έρωτες περνούν. Μα μέσα μου ζουν. Όρκοι μυστικά. Στο νου μου καρφιά. Κι έτσι που πέφτει η νύχτα. Κάποιο τραγούδι παίζει μακριά. Πάλι αντίο λέει μια καρδιά. Πέρασε το καλοκαίρι κι είναι μέρα μεσημέρι στην πόρτα μου γυρίζω το κλειδί, έξω βρέχει κι είμαι μόνος, γέμισε από φύλλα ο δρόμος ξανά όλοι μαζί και μοναχοί. Ανάμνηση το καλοκαίρι, ανάμνηση μα ο χειμώνας φέρνει πάλι άνοιξη, ανάμνηση το καλοκαίρι, ανάμνηση, ποιος ξέρει αν το άλλο καλοκαίρι θα είμαστε μαζί. Πέρασε το καλοκαίρι, με θυμάσαι, ποιος να ξέρει, χειμώνας τώρα μπαίνει, τι τα θες, αγάπες που κι αυτές κρυώσαν και τα τηλέφωνα αραιώσαν χειμώνας και παγώνουν οι γραμμές. Ανάμνηση το καλοκαίρι, ανάμνηση μα ο χειμώνας φέρνει πάλι άνοιξη, ανάμνηση το καλοκαίρι, ανάμνηση, ποιος ξέρει αν το άλλο καλοκαίρι θα είμαστε μαζί. Ξανά στο νέφος στον αέρα, μικραίνει ολοένα η μέρα Αθήνα και κυλάει η ζωή, συννέφιασε και φέρνει μπόρα, αλλάξανε ξανά την ώρα στην πόρτα μου γυρίζω το κλειδί. Το μισό μου κορμί λέει φύγε πια και την πόρτα να βγει ανοίγει. Μα το άλλο μισό πίσω με κρατά κι από την πόρτα τράβα τα δάχτυλα. Έτσι έζησα ανάμεσα, ανάμεσα στα δυο μισά. Αναποφάσιστα. Μικρά μου μάτια δειλά. Τι με κοιτάτε πια, γιατί δε φεύγετε. Για να σωθεί η καρδιά. Τι μένετε έτσι πια, αναποφάσιστα. Γιατί, γιατί σε αγάπησα. Είσαι εσύ τελικά ο μαγνήτης μου. Μόλις έρθω κοντά, κολλάω. Δε βρήκα ποτέ μια απόσταση. Κι όταν πως φεύγω πια σαν πρόταση. Κι αν το όρισα, δεν μπόρεσα καμιά φορά. Σε λίγο από τα μάτια μου θα λείψεις για καιρό και θα σε βλέπω μέσα από τη μνήμη της καρδιάς μου. Κι όσο θα κάνω υπομονή για να σε ξαναδώ. Η ανάμνηση του γέλιου σου θα είναι η συντροφιά μου. Αντίο λέει το βλέμμα σου και θέλεις να μισέψεις. Σου τραγουδάει η ζωή και θέλεις να χορέψεις. Βελούδινο τριαντάφυλλο στην άνοιξή σου πάνω κι εγώ δεντράκι αδύναμο να τρέμει το χειμώνα. Κι όσο τελειώνει η διαδρομή και προς τη δύση φτάνω. Είναι η δική σου ανατολή που με φωτίζει ακόμα. Αντίο λέει το βλέμμα σου και θέλεις να μισέψεις. Σου τραγουδάει η ζωή και θέλεις να χορέψεις Στη συμπρωτεύουσα ίσως βρέχει κι απόψε πάλι ρυθμικά και μέσα στο ανεμοβρόχι, θα τρέξεις σε άλλη αγκαλιά. Το δάκρυ μου μέσα στη νύχτα όπως το βρόχινο νερό, θα ακολουθεί τα βήματά σου, που σε οδηγούν στο χωρισμό. Τους όρκους σου τους πήρε ο δρόμος, τους τσάκισε ο τρελοβοριάς, τους σάρωσε το ανεμοβρόχι, στα πάρκα της Καλαμαριάς. Στη συμπρωτεύουσα όταν βρέχει, να ήξερες πόσο νοσταλγώ, τα αγαπημένα μας τα στέκια κι αυτό το βράδυ στο σταθμό. Στη παγωνιά να περιμένω κι από τη γκρίζα καταχνιά, να έρθεις ξανά να με ζεστάνεις, στο κρύο ΚΤΕΛ του Λαγκαδά. Τα όνειρα χτίζονται κι όμως γκρεμίζονται από τους ίδιους ανθρώπους. Γυρεύουν την άκρη τους στο γυάλινο δάκρυ τους κι ο άνεμος τα πάει σε άλλους τόπους. Φωνάζουν συνθήματα και χάνουν τα νοήματα οι λέξεις ακροβάτες μες τα λάθη. Εσώψυχα σπάζουνε σιωπές που κουβεντιάζουνε για του καφέ το μαύρο κατακάθι. Άνθρωπος είμαι κι ονειρεύομαι μπορεί στο ψέμα να μπερδεύομαι άνθρωπος είμαι παγιδεύομαι. Έχω δικαίωμα να γεύομαι όλα του κόσμου που ερωτεύομαι άνθρωπος είμαι κι ονειρεύομαι. Τα όνειρα έρχονται και πάλι παρέρχονται και πίσω τα γιατί μόνο αφήνουν. Και πάνω στο άρμα τους γυρεύουν το θαύμα τους τα κύμματα στην άμμο κι ας τα σβήνουν. Άνοιγμα στα πέρατα και βροχή του Μάρτη έχασα σαν έβαλα στοίχημα πως θα έρθει. Μην φοβάστε στο κορμί μαγικές ψυχές μου έτσι με συνήθισαν όλοι οι έρωτές μου. Μαγικές κρυψώνες μου όλες θα σας κλείσω τώρα τους χειμώνες μου σαν πουλί θα ζήσω. Εποχή μου ρόδινη συρματοπλεγμένη όχι πως κουράστηκα με άλλο δε με παίρνει. Όχι πως λευτέρωσα όλες τις φωνές μου μα να κρύβω δεν μπορώ τις μικρές χαρές μου. Μέχρι να φανεί το φως δρόμους θα διαβαίνω όχι πως σε ξέχασα μα δε σε προσμένω. Ήμουνα κοιμισμένη αλλά η καρδιά μου αγρυπνούσε. Είναι η φωνή του πολυαγαπημένου μου. Χτύπησε την πόρτα. Να τον έρχεται. Πηδώντας πάνω στα βράχια. Όμοιος με κατσίκι. Ή με ελάφι. Ο πολυαγαπημένος μου μιλάει και μου λέει. Άνοιξέ μου αδερφή μου φίλη μου. Το κεφάλι είναι γεμάτο από δρόσο. Τα μαλλιά μου από τις στάλες της νυχτιάς. Σήκω φίλη μου. Έλα όμορφη κοπέλα. Να που ο χειμώνας πέρασε. Και έφυγε η βροχή. Τα λουλούδια φυτρώνουν πάνω στη γη. Έφτασε ο καιρός του τραγουδιού. Ακούγετε η τρυγόνα. Σήκω φίλη μου. Έλα, όμορφη κοπέλα. Άνοιξε το κελί παπά να με ξεμολογήσεις, ήρθα ετούτη τη βραδιά τα κρίματά μου τα βαριά να μου τα συγχωρήσεις. Αυτή τη μαύρη την αυγή φεύγω για πάντα από τη ζωή. Όταν θα ακούτε κλάματα στο σπίτι μου τρεχάτε, τη μάνα μου την ορφανή όταν με χάσει από τη ζωή να την παρηγοράτε. Αυτή τη μαύρη την αυγή φεύγω για πάντα από τη ζωή. Να με έχετε παράδειγμα του κόσμου οι πονεμένοι και να γλεντάτε στη ζωή γιατί το δόλιο το κορμί το χώμα το προσμένει. Το σωστό όνομα της ερμηνεύτριας είναι Καλλιόπη Βέττα. Με δύο ταυ. Σαν έρθει η άνοιξη και φύγεις όταν φανούν τα χελιδόνια πάρε το χιόνι της καρδιάς μου και φύλαξε το από τα χρόνια. Μέσα στον κήπο μου ένας γλάρος θα έρχεται να μου μηνύσει κάθε φορά που θα γυρεύεις η αγάπη να σε συναντήσει. Και εγώ για σένα θα φυλάω ένα ζευγάρι άσπρα φτερά σαν με ζητάς στα όνειρα μου το σώμα μου να τα φορά. Θα έρχομαι να σε ανταμώσω πάνω από θάλασσες και βάθη κάλλιο να πέθαινα στο δρόμο παρά να χάσω την αγάπη. Άνοιξη μπαίνει μεσημέρι και ένα ήλιος που σε ξέρει παίζει στις πλάτες σου. Βγάζεις καρέκλα στο μπαλκόνι, ούτε ο Θεός δε σε γλιτώνει από τις απάτες σου. Πουλάς στον πάγκο τα όνειρά, τα ορφανά ξανθά μωρά σου να μη σου μείνουνε. Τους λες, απόψε θα πεθάνω. Και όλοι κάτι παραπάνω στο τέλος δίνουνε. Ένα τσιγάρο σε ρουφάει και ως το τέλος θα σε πάει Εδώ τρελαίνονται. Ρίξε στην πόλη τη ματιά σου Και πες μου πόσα είναι δικά σου από όσα φαίνονται. Ήθελες όλα να τα αλλάξεις, μα πριν προλάβεις να φωνάξεις κάποιοι σου γνέφανε. Τους πούλησες τον σαματά σου Και τώρα μέτρα τα λεφτά σου και τράβα πέθανε. Ο κόσμος πάντα ανοιχτή πληγή. Μια προσευχή που καίει όλο πληγώνει. Συντρίμμια πάνω σε συντρίμμια. Συντρίμμια και συντρίμμια η ψυχή. Πατρίδα πια δεν έχω να με περιμένει. Σαν άνεμος πλανιέμαι, σαν βροχή. Διψώ χαρά, μα δε θα ξεδιψάσω. Μια θάλασσα τη μνήμη κατοικεί. Ξένος παντού. Ξένος χωρίς πατρίδα. Μια θάλασσα τη μνήμη κατοικεί. Ξένος παντού και πού θα φτάσω. Ζήτησε ανταλλάγματα η ανάσα μου ένα βράδυ και γύρεψε από τον ύπνο μου να πάρει πληρωμή. Ζωή αυτό δε λέγεται, να ζεις μες στο σκοτάδι, να κόβεις μεροκάματα σε άδεια οικοδομή. Για αυτό άσε τα προγράμματα αν δεις πως δε χωράς και βρες της γης τα θαύματα σε αυτά που λαχταράς. Δεν είμαστε αγάλματα με αιώνια ζωή. Χρωστάμε ανταλλάγματα για κάθε αναπνοή. Ζήτησε ανταλλάγματα η ανάσα μου να πάρει. Μου είπε τη φωτιά του όποιος την κρατάει κρυφή μονάχος του θα καίγεται γιατί η χαρά, να πάρει, τραβάει ντουγρού στα δράματα και στην καταστροφή. Για αυτό άσε τα προγράμματα αν δεις πως δε χωράς και βρες της γης τα θαύματα σε αυτά που λαχταράς. Δεν είμαστε αγάλματα με αιώνια ζωή. Χρωστάμε ανταλλάγματα για κάθε αναπνοή. Άλλη μια μέρα από εκείνες τις ευθείες που δεν μιλά ελληνικά κάτι σπουδαίο. Οι εφημερίδες έχουν μόνο αγγελίες είναι από χρόνια διαβασμένο κάθε νέο. Άλλη μια μέρα που ξυπνάνε τα θηρία. Γίνεται ο κόσμος ο πλανήτης των πιθήκων. Μια πυρκαγιά ξεσπά στην πολυκατοικία και διακόπτει τα βαλσάκια των ενοίκων. Αυτό το έργο έχει μόνο πρώτους ρόλους. Η εποχή αυτή κομπάρσους δε σηκώνει. Με δυο γονείς αριστερούς ονειροπόλους τόσο καιρό κρατούσα μόνο το κοντάρι κι ήρθε η στιγμή να βγω να παίξω Αντιγόνη. Άλλη μια νύχτα που η σκέψη μας φρενάρει κι ησυχία μας δεν είναι πια ησυχία. Βγαίνει το πρόσωπό που κλαίει στο φεγγάρι κι ότι αγαπάμε φακελώνεται σε αρχεία. Αυτό το έργο έχει μόνο πρώτους ρόλους. Η εποχή αυτή κομπάρσους δε σηκώνει. Με δυο γονείς αριστερούς ονειροπόλους τόσο καιρό κρατούσα μόνο το κοντάρι κι ήρθε η στιγμή να βγω να παίξω Αντιγόνη. Άλλη μια μέρα από εκείνες τις ευθείες που όσα πιστέψαμε έχουν γίνει ο εχθρός μας κι οι αγαπημένες περιττές μας ασχολίες έχουνε γίνει η τροφή του τέρατός μας. Αντιλαλούνε τα βουνά, σαν κλαίω εγώ τα δειλινά περνούν οι ώρες θλιβερές σε ένα παλιό ρολόι κι εγώ τους αναστεναγμούς τους παίζω κομπολόι. Αντιλαλούνε τα βουνά, σαν κλαίω εγώ τα δειλινά. Εμπάφιασε από τα ντέρτια μου κι από τα πολλά σεκλέτια μου κουράγιο είχα στη ζωή, μα τώρα που σε χάνω θα είναι προτιμότερο για μένα να πεθάνω. Αντιλαλούνε τα βουνά, σαν κλαίω εγώ τα δειλινά. Στενάζω από τις λαβωματιές κι από τις δικές σου μαχαιριές λαβωματιές με γέμισες και με έφαγαν οι πόνοι και στη φωτιά που με έριξες, τίποτα δε με σώνει. Πάντα καθίζω σαν σε δω για δεν μπορώ να στέκω φως μου, το γιαντιλίκι σου και πώς να το παλεύω. Να σε φιλήσω θέλω εγώ από κάτω στο πηγούνι εκεί που παίζει και χτυπά του τράγου το κουδούνι. Να πας να βρεις ένα παπά μεγάλο ξομολόγο και πες του πως με αρνήθηκες χωρίς κανένα λόγο. Εκομποδέσαν οι κλωστές μπερδέψανε στο χτένι κι αρρώστησε η Ανυφαντού να λύνει και να δένει. Αρρώστησε η Ανυφαντού και μπλιό της δεν ξυφαίνει εκομποδέσαν οι κλωστές και σπάσανε το χτένι. Να ήμασταν βαγόνια σε άλλο τρένο να μη σε δω ποτέ ξανά μπροστά μου να μέτραγα σωστά τα βήματα μου να πέρναγες ξυστά και να μην τρέμω. Άμα έμπαινε έτσι απλά μια τελεία όλα θα είχανε σωθεί. Να έφευγα για πάντα στο Παρίσι να μην έπεφτα πάνω σου τυχαία να μην ήσουν η μόνη προκυμαία που θέλω το ταξίδι μου να κλείσει. Μια κλασσική, τυπική, άκακη τελεία. Σαν αλλαγή, σαν σιωπή, σαν αυτοκτονία. Ίδιο το τρένο, ίδια η πορεία είναι άλλο η πράξη κι η θεωρία θα περνάω ξυστά δίπλα σου να τρέμεις. Τι στην Αθήνα; Τι στο Παρίσι; Δεν αρκεί πια το πλήθος να μάς χωρίσει και στην άκρη της γης θα με πετυχαίνεις. Άμα έμπαινε έτσι απλά μια τελεία όλα θα είχανε σωθεί. Ο δρόμος που δεν έπαιρνες σού έτρωγε την ψυχή, ξοπίσω καθώς άφηνες κι αυτό το σταυροδρόμι. Το ξέρω πως σε βάραιναν αόρατοι σταυροί και έβλεπα να γέρνουνε οι όμορφοί σου ώμοι. Μάζευε σύννεφα ο καιρός, κι ο ήλιος τα φοβόταν. Θυμώνανε τα λόγια σου, κι η αγάπη μας κρυβόταν. Σκύβω να πιω πικρό νερό στης μνήμης την πηγή, να καθρεφτίσω τα παλιά σε ένα υγρό φεγγάρι. Μπορεί να σε συγχώρεσα μια νύχτα με βροχή, που λόγια ξέφυγαν πικρά σαν το κακό το ζάρι. Μάζευε σύννεφα ο καιρός, που κρύβανε τα αστέρια, και βγάζαμε χωρίς ντροπή του εγώ μας τα μαχαίρια. Στη λίγωση του φεγγαριού έφυγε το πουλί μου, και ένα απέραντο κενό γέμισε η ζωή μου. Σκορπίσαν όλα τα καλά με μια φυσσά του ανέμου, δεν βρίνεται ποιο δυστυχής από κάτω σου ουρανέ μου. Απλά ανασαίνω σαν το ψάρι στο ποτάμι κόντρα στο ρεύμα κολυμπώ κι απλά ανασαίνω. Σαν το φάρο αναβοσβήνω στο βοριά που με χτυπά το φως μου αφήνω, ανάβω σβήνω, ότι έχω σου δίνω. Και περιμένω, περιμένω. Απλά ανασαίνω σαν την κάμπια στο φύλλο πεταλούδα μια μέρα όταν γίνω θα πετώ. Τα φτερά μου ανοίγω τα φτερά μου κλείνω. ότι έχω στο αφήνω δεν έχω καιρό κι απλά ανασαίνω το φως μου αφήνω ανάβω, σβήνω ότι έχω σου δίνω. Όταν γυρνάω μέσα στην πόλη και σε ψάχνω πάντα τα δάκρυά μου βρίσκονται πιο πέρα σαν σκόρπια φύλλα που τα σέρνει ο αέρας στο γκρίζο φως μιας ξεχασμένης μέρας. Απλές κουβέντες πού να βρεις που να τα λένε όλα. Λιώνει η αγάπη στη βροχή κι εσύ είσαι μες στην μπόρα. Όταν γυρνάω μέσα στην πόλη και με ψάχνω πάντα τα δάκρυά μου βρίσκονται πιο πέρα σαν σκόρπια φύλλα που τα σέρνει ο αέρας στο γκρίζο φως μιας ξεχασμένης μέρας. Το σπίτι γέμισε ψιθύρους κι ανατριχιάσματα. Καρδιά μου πώς να τα ξεχάσω τόσα αγκαλιάσματα καρδιά μου πώς να τα ξεχάσω τόσα αγκαλιάσματα. Από όνειρο σε όνειρο περνώ. Δεν μπορώ ούτε μια στιγμή να ξεχαστώ, να ξεχαστώ. Το σπίτι γέμισε ψιθύρους, σκιές, φαντάσματα και πια δε βρίσκω μονοπάτι μέσα στα χαλάσματα και πια δε βρίσκω μονοπάτι μέσα στα χαλάσματα. Από όνειρο σε όνειρο περνώ. Δεν μπορώ ούτε μια στιγμή να ξεχαστώ, να ξεχαστώ. Από την άκρη των ακριώ ώστε να πας στην άκρη στέκουνε τάβλες αργυρές, στρωμνιά μαλαματένια, ποτήρια με τις ερωθιές. Ποτήρια με τις ερωθιές κι απού τα δει πλανάτε και πέρασεν ο βασιλιάς κι είδε τα και πλανέθη Χριστέ, μην ήμουν βασιλιάς Χριστέ, μην ήμουν βασιλιάς, Χριστέ μην ήμουν ρήγας να πέζευγα να χόρευγα. Αυτή η ζωή έχει τελειώσει προσπάθησα να την κρατήσω ούτε το ψέμα θα τη σώσει ούτε η αλήθεια κάνει πίσω. Αυτή η αγάπη έχει κολλήσει είναι νερό σταματημένο ένας σφυγμός που έχει σβήσει ούτε μια ώρα εδώ δεν μένω. ότι με άφησε το αφήνω και ότι πέρασε το καίω από το όνειρο θα πίνω κι από το θαύμα θα αναπνέω. Αυτός ο τόπος έχει κλείσει ούτε παρόν, ούτε και μέλλον κι ας είχαν πίσω φτερουγίσει όλοι οι στρατοί Θεών κι αγγέλων. Ήρθεν ο χρόνος γελαστός και έφυγεν οργισμένος και δίχως νιότη επόμεινα κι αγάπες ο καημένος. Απού έχει νιότη ας τη γλεντά και να τη ξεφαντώνει κι έρωντα μέσα στην καρδιά να τονε καμαρώνει. Τα χρόνια πέρασαν, σκορπίσαν οι στιγμές κάποιες πικρές, άλλες γλυκές, στο χθες χαμένες, τα πρόσωπα άλλαξαν, τα ύψη κι οι φωνές, φτάσαν εδώ οι καρδιές μας αλλαγμένες. Κάποιων ραγίσανε και γέμισαν πληγές, άλλων απλά πήγαν αλλού για να μην χάσουν, όμως καρδιές τόσο δειλές όπως αυτές αύριο δε θα φοβούνται να ξεχάσουν. Το κάθε τέλος στη ζωή μια αποφοίτηση, το μάθημά της η καρδιά ακριβά πληρώνει κι ότι κι αν μάθει από αυτή την αναζήτηση, σε μια στιγμή μπορεί η ζωή και το ακυρώνει. Την πρώτη μέρα με το φόβο της αρχής, είδα κι εγώ, όπως κι εσείς μακριά πως ζούμε σαν γνωριμίες τελειωμένες εξ αρχής μα πριν το αντίο μπορεί να συστηθούμε. Τα χρόνια πέρασαν, περάσαμε κι εμείς, ξένοι από αλλού, ξένοι παντού, στα πάντα ξένοι, μένει να ψάξεις αν το δρόμο σου θα βρεις, ποιο άλλο μάθημα ακόμα απομένει. Απόψε το τραγούδι θα είναι σαν προσευχή, θα είναι ελαιώνας σε ξεχασμένη γη. Απόψε το τραγούδι θα γίνει αγκαλιά που θα χωράει κι εσένα κι ας είσαι μακριά. Απόψε τη σελήνη δεν τη γελάει κανείς, βασιλικό χαϊδεύει με το ένα χέρι της, κι εγώ που δεν κοιμάμαι, εγώ που ξαγρυπνώ, δεν ξέρω αν θα πεθάνω, ή αν θα γεννηθώ. Απόψε η καρδιά μου θα γίνει ένα παλιό ποδήλατο που θέλει να βγει στον ουρανό, τον Μάσσιμο Τροϊζι να βρει και να του πει, πως μέσα σε μια νύχτα αλλάζει η ζωή. Απόψε το τραγούδι θα γίνει αγκαλιά που θα χωράει κι εσένα κι ας είσαι μακριά. Ταβερνιάρη να μου ζήσεις είσαι άνθρωπος ντερβίσης, φέρε από τα ίδια πάλι να γεμίσω το κεφάλι. Φέρε να πιω για να μου φύγει το βάρος γιατί απόψε θα πεθάνει ο χάρος. Μια γυναίκα με έχει κάνει το πιοτό να μη με πιάνει, θέλησε να με πληγώσει μα πικρά θα το πληρώσει. Φέρε να πιω για να μου φύγει το βάρος γιατί απόψε θα πεθάνει ο χάρος. Κι αν απόψε θα μεθύσω βάστα μην τη συναντήσω, τίποτα δεν λογαριάζω και θα ειδείς το πώς δικάζω. Φέρε να πιω για να μου φύγει το βάρος γιατί απόψε θα πεθάνει ο χάρος. Απόψε θέλω να μεθύσω. Το πιο πικρό να πιω κρασί. Τον κόσμο πίσω μου να αφήσω, Που τον αφήσαμε μαζί. Κρασί πικρό από σταφύλι, κι από τη δική σου τη μιλιά. Να έχει της κόλασης τα χείλη, Κι όλα σου να έχει τα φιλιά. Να έχει παράξενο τραγούδι, Να έχει παράδεισο και γη. Από το κορμί σου να έχει χνούδι, Και τη δική μου την οργή. Να αφήνει μαύρο κατακάθι. Να αφήνει πόνο και χολή. Πικρό πολύ όσο τα λάθη, κι όσο σε αγάπησα πολύ. Απόψε θέλω να μεθύσω, και να μη σκέφτομαι γιατί. Να κοιμηθώ και να ξυπνήσω, και να είναι γύρω μου γιορτή. Απόψε κέρνα με να πιω από της αγάπης το πιοτό για να μεθύσω. Όσες φορές κι αν με κερνάς, το πίνω, να μην το ξεχνάς, και στάλα δε θα αφήσω. Όσες φορές κι αν με κερνάς, το πίνω, να μην το ξεχνάς, και στάλα δε θα αφήσω. Είναι της αγάπης το πιοτό, από όλα το πιο δυνατό μα θα το πίνω. Κι αν θα μεθύσω μια βραδιά, μες στη δικιά σου αγκαλιά να ξέρεις πως θα μείνω. Και αν θα μεθύσω μια βραδιά, μες στη δικιά σου αγκαλιά να ξέρεις πως θα μείνω. Κάνε τα χείλη σου γυαλί και γέμισέ τα πιο πολύ για να ρουφήξω. Απόσταγμα από φιλιά, μες στη δικιά σου αγκαλιά, να πιω κι ας ξεψυχήσω. Απόσταγμα από φιλιά, μες στη δικιά σου αγκαλιά να πιω κι ας ξεψυχήσω. Απόψε μουσαφίρης σου κι ότι κι αν θες με κάνε μπεϊζαντές θα μου φανεί αν θέσω εγώ και χάμε. Απόψε νύχτα χιόνισε και τα πουλιά παγώσαν. Κι εγώ έμεινα στην πόρτα σου και κρύο δεν ενιώσα. Τα χρόνια που ξεφύγανε, από της ζωής το χέρι σαν άσπρο περιστέρι και πέταξαν ψηλά. Ένας αγέρας πονηρός, που φύλαγε καρτέρι τα πήρε σε άλλα μέρη, σε απάτητα βουνά. Σαν μια σκηνή από το σινεμά περνάει η ζωή μπροστά σου σήκω από το κάθισμά σου και μπες μες το πανί. Άμα χαθείς με τα πολλά είσαι ο ήρωάς σου και όλη πλοκή δικιά σου, φτιάξε την από την αρχή. Ο έρωτας που χτύπησε, κάποτε την καρδιά σου ξόδευε στην ποδιά σου, του Μάη τους ανθούς φορούσε φωτοστέφανο, της νιότης σου της πρώτης πιστός σαν Δον Κιχώτης, σε μύθους και χρησμούς. Σαν μια σκηνή από το σινεμά περνάει η ζωή μπροστά σου σήκω από το κάθισμά σου και μπες μες το πανί. Άμα χαθείς με τα πολλά είσαι ο ήρωάς σου και όλη πλοκή δικιά σου φτιάξε την από την αρχή. Πιασμένος σε παγίδα κι έχουν περάσει χρόνια στην πόρτα σου γυρνάω κάθε πρωί. Στη σκέψη σου αρρωσταίνω, στέκω, βαριανασαίνω, θυμάμαι όταν σε είχα πρωτοδεί. Δε μένει εδώ κανείς, μόνο τα δέντρα μείναν ίδια κι άδειοι δρόμοι με σκουπίδια. Δε μένει εδώ κανείς, σκληρό το φως που ξημερώνει, σα μεθυσμένο με ανταμώνει και με λιώνει. Ξεπούλησα το νού μου κορόϊδο του εαυτού μου αράχνη σε ακατοίκητο ουρανό νομίζω τα έχω χάσει δε σε έχω ξεπεράσει κοιτάζω το κουδούνι σου. Αδειανό. Δε μένει εδώ κανείς, μόνο τα δέντρα μείναν ίδια κι άδειοι δρόμοι με σκουπίδια. Δε μένει εδώ κανείς, σκληρό το φως που ξημερώνει, σα μεθυσμένο με ανταμώνει και με λιώνει. Αργιλέ μου παινεμένε, άιντε που είναι τα νιάτα μας καημένε, ναι, που σε γιόμιζα μαυράκι για να σπάσω νταλγκαδάκι. Μίλα και συ καλάμι μου δερβίση μου κι αλάνι μου τι θα γενεί το χάλι μου, πες μου κι εσύ καλάμι μου, καλέ μου. Αργιλέ μου πάρε βόλτα, άντε για να να θυμηθώ τα πρώτα, μαζί τα λέγαμε τα βάσανα μας κι όλο κλαίγαμε, το παιδί μου. Λουλά μου κι εσύ τράβηχτο, λουλά μου κι εσύ τράβηχτο της τύχης μου ήτανε γραφτό, μαύρα είναι τα μάτια που αγαπώ, καλέ μου. Πέντε μάγκες συζητούνε αργιλέ μου να σε πιούνε, το μπαγλαμά να πιάσουνε ώσπου να χαρμανιάσουνε, το παιδί μου. Και στο μπαρμπούτι να ριχτούν, και στο μπαρμπούτι να ριχτούν ωσότου να καθαριστούν, το ναργιλέ να θυμηθούν, αργιλέ μου. Τα όρη και τα πέλαγα. Αργυρώ μου δακρύζαν με τα μάτια μας μωρό μου, γιατί κι οι δυο τα βλέπαμε σαν ξένοι στον ξένο κόσμο παραπεταμένοι. Ποιος Χάνδακας, ποια Κάντια, ποια Πόλη, μας σπάσανε τη λεβεντιά μας όλη και φύγαμε σαν κλέφτες νικημένοι κι από την Κρήτη κι από την οικουμένη. Κορμί μελαχρινό και παιδεμένο σαν του Χριστού ψωμί ευλογημένο, σε φίλησα και γύρισαν εντός μου οι θάλασσες αυτού του ψεύτη κόσμου. Μα τώρα μένει μέσα μου ένας πόνος η θύμησή σου που τη δέρνει ο χρόνος, με πάει σαν το χαμό στα περασμένα κι ας έμαθα να ζω χωρίς εσένα. Όνειρα μέσα σε όνειρα μωρό μου που αστράφτουνε και φέγγουν. Αργυρώ μου, κανείς δε θα βρεθεί να μας τα κλέψει να μπει μες στην καρδιά να τα ληστέψει. Τα κύματα της θάλασσας μου το είπανε αυτή η νύχτα μένει για αύριο ποιος ξέρει. Έλα πουλί μου να πάμε στην Πέραμο στην Αρζεντίνα να βρεθούμε φωτιές να δουν τα πέλαγα πωπω χαρές τα αστέρια. Κι ο ζων νεκρός της μνήμης μας μια πτήση στον αιθέρα στο χάος και στο όνειρο απελπισία χορτάτος. Γυναίκα αριστερόχειρη. Κανένας δεν το ξέρει. Πως θα έδινα για χάρη σου. Και το δεξί μου χέρι. Με αυτό να κάνεις τις δουλειές. Με αυτό να μαγειρεύεις. Και με το χέρι της καρδιάς. Μονάχα να χαϊδεύεις. Να σου έρθουν όλα δεξιά. Κι εγώ αριστερά σου. Να ακούω βράδυ και πρωί. Το χτύπο της καρδιάς σου. Γυναίκα αριστερόχειρη. Σε δεξιές παρέες. Γλυκιά μειοψηφία μου. Με αριστερές ιδέες. Σιγά μιλάς αργά φιλάς. Δεν είσαι σαν τις άλλες. Πάνε στην αγάπη με ασανσέρ. Κι εσύ από τις σκάλες. Να σου έρθουν όλα δεξιά. Κι εγώ αριστερά σου. Να ακούω βράδυ και πρωί. Το χτύπο της καρδιάς σου. Ετούτο το κορμάκι σου, το χαϊδολογημένο μονάχα από του μελτεμιού το πείσμα το αγριεμένο φουντώνω από τα νιάτα μου και ερωτοχτυπιέμαι μακριά σου, αρμενάκι μου, σιωπώ κι αποτραβιέμαι. Γιατί στην άσπρη θάλασσα ορκίστηκες να ζήσεις την τελευταία της φωτιάς σπίθα μέχρι να σβήσεις κι εγώ που σε αγάπησα σκληρά σε απαρνιέμαι μακριά σου, αρμενάκι μου, σιωπώ κι αποτραβιέμαι. Άρπαξε το γέλιο όπου το βρεις άρπαξε το κέφι, τη χαρά η ζωή δε θέλει στεναχώρια ούτε να την παίρνεις σοβαρά. Τα χρυσαφένια σου τα μαλλιά προτού να ξεθωριάσουν άστα λυτά στον άνεμο δροσούλα να χορτάσουν. Γίνε πεταλούδα μέσα τους κήπους γέμισε τα στηθια σου ευωδιά μόνο να προσέχεις τα φτερά σου μην τα βρει καμιά κακοκαιριά. Κι όταν στα παιχνίδια που θα κάνεις κάποιος θα σου πει πως σε αγαπά φέρε μια στιγμή στη θύμησή σου τη δική μου τη φτωχή καρδιά. Άρρωστος καιρός σακατεμένος κι όλα πουλημένα με έναν παρά. Λεύτερος και αλυσοδεμένος στέκομαι στου κόσμου την ουρά. Συνθηματολόγοι στις οθόνες και πυροτεχνήματα σωρό. Λόγια, μόνο λόγια δυο αιώνες κι ύστερα μια τρύπα στο νερό. Λόγια, λόγια, λόγια. Λόγια, μόνο λόγια. Έλιωσε η βροχή κάποιαν αφίσα που για αγώνες πάλι μας καλεί. Άρρωστος καιρός κι η νύχτα γκρίζα μίλια μακριά η ανατολή. Συνθηματολόγοι στις οθόνες και πυροτεχνήματα σωρό. Λόγια, μόνο λόγια δυο αιώνες κι ύστερα μια τρύπα στο νερό. Λόγια, λόγια, λόγια. Λόγια, μόνο λόγια. Κάθε μια αρχή και τέλος και τέλος κύκλος η ζωή γυρνά. Πάρε της καρδιάς το βέλος το βέλος ρίξε το μάτια μου ψηλά. Αν τον ουρανό αγγίζουν θάλασσες κύμα και φωτιά στη γη αν σμίγουνε όλα δυο φορές κι εσύ αν τα έχασες στο τέλος κοίτα την αρχή να αλλάξουν όλα δεν μπορεί σε μια στιγμή. Πέρα από του θυμού το φράχτη το φράχτη κι άλλο τόσο πιο μακριά μέσα από της σιωπής τη στάχτη τη στάχτη μοιάζουν όλα καθαρά. Αν τον ουρανό αγγίζουν θάλασσες κύμα και φωτιά στη γη αν σμίγουνε όλα δυο φορές κι εσύ αν τα έχασες στο τέλος κοίτα την αρχή να αλλάξουν όλα δεν μπορεί σε μια στιγμή. Λάμπει στη βροχή ο δρόμος ο δρόμος χώμα είσαι και νερό γύρω σου γυρνά ο κόσμος ο κόσμος μέσα σου θα βρεις θεό. Αν τον ουρανό αγγίζουν θάλασσες κύμα και φωτιά στη γη αν σμίγουνε όλα δυο φορές κι εσύ αν τα έχασες στο τέλος κοίτα την αρχή να αλλάξουν όλα δεν μπορεί σε μια στιγμή. Άσε δεν είναι τίποτα είναι που χει απόψε νοτιά κι όταν φυσάει σαν τραύμα πονάει εκείνη η παλιά μοναξιά. Είναι που έρημη μες τα φιλιά κάνει μπλακ άουτ η καρδιά και βρίσκομαι μόνο εγώ από εδώ κι όλοι οι άλλοι από την άλλη μεριά. Από την άλλη μεριά του καθρέφτη η ζωή σαν παράτα περνά περνά η ζωή σιωπηλό καρναβάλι ακόμα κι εσύ είσαι απόψε από την άλλη. Από την άλλη μεριά του καθρέφτη η ζωή σαν παράτα περνά και συ στην γιορτή της μαζί της κι εγώ πουθενά. Από την άλλη μεριά του καθρέφτη η ζωή σαν παράτα περνά περνά η ζωή σιωπηλό καρναβάλι κι εγώ σε φωνάζω μα είσαι από την άλλη. Από την άλλη μεριά του καθρέφτη η ζωή σαν παράτα περνά κι εσύ είσαι παιδί της και φεύγεις μαζί της μακριά. Άσε δεν είναι τίποτα είναι που χει απόψε νοτιά κι όταν φυσάει σαν τραύμα πονάει εκείνη η παλιά μοναξιά. Βαριά μου τύχανε άρρωστο μπόλι κι ας μην υπήρχανε τα είδαν όλοι. Βαριά τα ανύπαρκτα και ριζωμένα. Κάτσε και κοίτα τα κι άσε με μένα. Άσε με μένα κλαδί γυρτό. Άσε με μένα, δε βρίσκω ίσκιο να κρυφτώ. Άδικα φύγανε. Έφταιγες ψεύτη. Κι άδικα ήρθανε σε χρόνο κλέφτη. Όσα μας είπανε τα είχαμε μάθει κι όσα ξεμείνανε τα έχουμε πάθει. Άσε με μένα είναι γραφτό. Άσε με μένα, σε ξένο χώμα θα θαφτώ. Θα μοιράζουμε ακόμα με παλιά διαίρεση, κράτησε εσύ το δόγμα και εγώ την αίρεση, κράτα και την εξουσία, στόχους και διλήμματα, άσε με στη φαντασία με όλα τα ελλείμματα. Στα παλιά και στα καινούργια τη ζωή διχάσαμε, τα φιλιά και τα τραγούδια τα δικάσαμε, στα παλιά και στα καινούργια τη ζωή διχάσαμε, παίξαμε και χάσαμε. Μείνε με τις απαρτίες, ψήφους και αιτήματα, παίρνω εγώ τις αμαρτίες, χρέη κι ανομήματα, πάρε τη μεγάλη πόλη, λόγια και συμπάθεια, παίρνω εγώ την πίκρα όλη, Πέραμα κι Εξάρχεια. Στα παλιά και στα καινούργια τη ζωή διχάσαμε, τα φιλιά και τα τραγούδια τα δικάσαμε, στα παλιά και στα καινούργια τη ζωή διχάσαμε, παίξαμε και χάσαμε, παίξαμε και χάσαμε. Κλείνω τα φώτα και κοιτάζω τις σκιές χίλια βουνά και θάλασσες βαθιές σπηλιές και ξέφωτα νεράιδες και γητειές ένα καμίνι με καταπίνει. Ααα, τα ρούχα μου μυρίζουνε φωτιά ε, ε, ε άσε τα ψέματα και βγες από τον τεκέ. Άρχοντα σβήσε τα παλιά σου μυστικά άναψε σπίρτο να σε βρει καμιά αγκαλιά κόλπα κι αινίγματα με ανάβουν το μυαλό δεν έχω δρόμο κι ουρανό. Έι! γεμάτο το δισάκι μου ψωμί τι, τι, τι. Τηλεπαιχνίδια κι ένα πλαστικό βιολί ωω, δεκάρα τσακιστή για το γαμπρό αα, πριν παντρευτείς να σε φιλήσω μια φορά. Λέω παραμύθια να ξορκίσω το κακό να γίνουν όλα μαγικά με ένα χορό σκάλα με ανέβασες πριν πέσω χαμηλά τώρα γυρίζω στα παλιά. Α, παιχνίδι της γυναίκας τα φιλιά. Αχ αχ αχ παιχνίδι με έκανε μια νόστιμη κυρά ωω, δεκάρα τσακιστή για το γαμπρό αα, πριν παντρευτείς να σε φιλήσω μια φορά Άσπρα πουλιά τις θάλασσες που χαμηλοπετάτε αν δείτε την αγάπη μου να μου την χαιρετάτε. Ξενιτεμένο μου πουλί κι αλάργο μου περβόλι στο λογισμό μου βρίσκεσαι καθημερνή και σκόλη Στο άσπρο τρένο αναβάτης ένας ακόμα επιβάτης πάντα το ήθελες να κάνεις ένα ταξίδι μακρινό και ας πεθάνεις. Δε σε χωρούσε αυτό το σώμα ήταν για σένα μια φυλακή. Δε μου χεις στείλει ακόμα νέα κι εγώ στα ίδια γυροφέρνω συνεχώς. Έχουν περάσει πολλά φεγγάρια σε έχουν ξεχάσει, σε έχουν ξεγράψει. Το τελευταίο σου ταξίδι είναι για μένα μια ανάμνηση θολή. Σαν φωτιά που δειλά αργοσβήνει μα αφήνει καπνούς, σαν βροχή που μπορεί να ποτίσει κρυμμένους ανθούς. Έτσι πίστευα πως στη ζωή μου το φως θα σκορπάς. Θα είσαι πάντα εκεί ότι και να συμβεί θα μου τραγουδάς. Όμως σε έχασα. Ίσως φταίνε τα αστεία μου όνειρα, τα ταξίδια χωρίς προορισμό, ίσως φταις και εσύ που δεν έγινες όλα όσα φοβόμουν εγώ. Σαν κερί που απορείς μες στη θύελλα πώς σιγοκαίει, σαν φωνή που χωρίς να ρωτάς επιμένει να λέει. Έτσι κι ας μην το θες επιστρέφω στο χθες βιαστικά. Τι κι αν δεν είσαι εκεί η ελπίδα είσαι εσύ, εσύ μοναχά. Κι όμως σε έχασα. Ίσως φταίνε τα αστεία μου όνειρα, τα ταξίδια χωρίς προορισμό, ίσως φταις και εσύ που δεν έγινες όλα όσα φοβόμουν εγώ. Ίσως φταίνε και τα άδεια ξενύχτια μου περιμένοντας κάτι να έρθει, ίσως φταίνε τα τρύπια τα δίχτυα μου που είχα ρίξει σε κάθε στιγμή. Τώρα που είναι ο έρωτας ιός θανατηφόρος κανείς δεν είναι σίγουρος ούτε και στο Άγιο Όρος. Το έσκασες με έναν Ιταλό και πήγες Κουφονήσια γιατί πήγα στη Μύκονο με μια Πελοποννήσια. Κι ήταν το καλοκαίρι μας σύννεφα κι αστραπές ατασθαλίες, ατασθαλίες ατασθαλίες και παρεκτροπές. Κι όταν συναντηθήκαμε ξανά στη Σαντορίνη ηφαίστειο η σχέση μας αγάπη μου είχε γίνει. Κι από τη Θήρα το έσκασα και πήγα στην Ανάφη στου Ρούκουνα, στων τσίτσιδων το άθλιο σινάφι. Κι ήταν το καλοκαίρι μας σύννεφα κι αστραπές ατασθαλίες, ατασθαλίες ατασθαλίες και παρεκτροπές. Μα λύση για τη μάστιγα δεν έβρισκα καμία εκτός τα προφυλακτικά που τα έχω κι αλλεργία. Κι έτσι το πήρα απόφαση θα έμενα μαζί σου. Είναι ανεπανάληπτο το φλογερό κορμί σου. Κι ήταν το καλοκαίρι μας σύννεφα κι αστραπές ατασθαλίες, ατασθαλίες ατασθαλίες και παρεκτροπές. Δουλεύουν επιστήμονες για να έρθει κείνη η μέρα που του ιού ο διάολος θα πάρει τον πατέρα. Μα συναντούν προβλήματα κι έχουν καθυστερήσει κι ώσπου να βρουν το φάρμακο θα σε έχω αγαπήσει. Κι ήταν το καλοκαίρι μας σύννεφα κι αστραπές ατασθαλίες, ατασθαλίες ατασθαλίες και παρεκτροπές. Μικρό κορίτσι έφυγες μια μέρα από το χωριό σου δέκα χιλιάδες όνειρα, δε θα ξαναγυρίσεις. Θα είσαι η αρχόντισσα στον τόπο το δικό σου σε όσους σε πίκραναν πολύ δε θα ξαναμιλήσεις. Έλενα, πώς τα περνάς μες στην ψυχή μου βόλτες γυρνάς. Την πόλη την εγνώρισες χειμώνα, καλοκαίρια πολλοί που σε αγάπησαν μονάχα για μια ώρα. Τους έδινες λίγο στοργή, σου άπλωναν μαχαίρια πόσες φορές δε σκέφτηκες, τι θα απογίνω τώρα. Έλενα, πώς τα περνάς μες στην ψυχή μου βόλτες γυρνάς. Πόσες φορές δεν άνοιξες με τρέλλα την καρδιά σου σε κάποιον που σε πλάνεψε με λόγια απελπισμένα σε κάποιον που ήθελε απλά να κλέψει τη ματιά σου δώρο για τη γυναίκα του και όλα ξεχασμένα. Έλενα, πώς τα περνάς μες στην ψυχή μου βόλτες γυρνάς. Τι έπαθες λοιπόν, γιατί δε λες πώς σώπασες μια τέτοια εποχή που θα έπρεπε να έβγαζες φωτιές, πώς έγινες φωνούλα αντί φωνή. Πώς γίναμε έτσι άτομα, ιδιώτες, μόνοι κι έρημοι, πώς γίναμε έτσι άτολμα που από παιδάκια έτοιμοι με ιππότες και με δράκοντες και με ληστές τα βάζαμε. Πώς στα παιχνίδια σκίζαμε μα στην αλήθεια χάσαμε. Πώς γίναν όλα τόσο στρογγυλά, λόγια κι ανάγκες και σε όλα ναι, λοφάκια γίναν τα ψηλά βουνά τα δες μα δεν τα ανέβηκες ποτέ. Πάρε με νύχτα, πάρε με στων αστεριών το άρμα να σεργιανίσω μια ψυχή που τυραννάω καιρό. Στον κόσμο αυτό παιδεύτηκα γιατί ήρθα με ένα κάρμα το παραπέρα από τη ζωή να μάθω να αγαπώ. Ατομική μου ενέργεια κι ανάσα μου στα χείλη την πρώτη ουσία, την αρχή, σηκώστε με να δω. Όχι από περιέργεια, μα δε χωράω στην ύλη κι ετούτη η ψεύτρα η εποχή την έχει για θεό. Δίνε μου, κόσμε, δίνε μου το πιο θλιμμένο όπα να στο γυρίσω μια στροφή με σώμα ευγενικό. Κι αν είναι από το είναι μου κι από την καρδιά που το είπα να γίνει η αγάπη προσευχή και στάχτη το κακό. Ατομική μου ενέργεια κι ανάσα μου στα χείλη την πρώτη ουσία, την αρχή, σηκώστε με να δω. Όχι από περιέργεια, μα δε χωράω στην ύλη κι ετούτη η ψεύτρα η εποχή την έχει για θεό. Αυτά που κρύβεις φαίνονται την ώρα που σωπαίνεις, στο πρόσωπό σου ταξιδεύουν χίλιες λέξεις παράλογες, ορμητικές, νυχτερινές σου σκέψεις, δρόμοι πολλοί μες στο μυαλό σου, ποιον να διαλέξεις. Κι εγώ φοβάμαι πιο πολύ και αρρωσταίνω πιο βολικό είναι για εμένα να σωπαίνω, πιο βολικό για εμένα να περιμένω, να υποπτεύομαι, να κρύβομαι και στα κρυφά μαζί σου να πεθαίνω. Αυτά που κρύβεις φαίνονται την ώρα που με αφήνεις, μια καληνύχτα για τη νύχτα τη μεγάλη μα δεν τα καταφέραμε να ξημερώσει πάλι, κι αναρωτιόμαστε κι οι δυο η νύχτα αυτή που θα μας βγάλει. Κι εγώ φοβάμαι πιο πολύ και αρρωσταίνω πιο βολικό είναι για εμένα να σωπαίνω, πιο βολικό για εμένα να περιμένω, να υποπτεύομαι, να κρύβομαι και στα κρυφά μαζί σου να πεθαίνω. Όταν ξυπνήσεις κι είσαι μοναχός του κόσμου όλα τα δάκρυα ποτάμι θα γινούν, ωκεανός. Όταν γυρίσει ο ψεύτης ο τροχός τα λόγια που σου χάρισα δε θα είναι κανενός. Κράτα καρδιά μου μη ραγίσεις τούτη τη φορά ο έρωτας, τα κύματα τα θέλει πιο ψηλά. Κι αν το καράβι αν βουλιάξει στα βαθιά νερά μην πεις πως δεν αγάπησα αυτή τη θάλασσα. Όταν λυγίσει τούτο το πρωί μην πεις πως φταίει ο άνεμος ούτε η καταιγίδα, η βροχή. Μην γονατίσεις μην με απαρνηθείς το όνειρο θα ξαναρθεί και πάλι από την αρχή. Ακούτε τον αυτόματο τηλεφωνητή. Εγώ δεν είμαι εδώ. Απουσιάζω. Και μη ρωτάς που βρίσκομαι, ούτε και γιατί. Αν μείνω πάλι μέσα, δεν τη βγάζω. Αν δεν είναι εδώ το τέρμα του δρόμου. Αν δεν έχει κοπεί το νήμα μίλησε μου μετά το σήμα, μωρό μου πριν με πάρει μακριά το κύμα. Και άσε στον αυτόματο τηλεφωνητή μια λέξη από την καρδούλα σου βγαλμένη. Θα είναι ένα τριαντάφυλλο από την εποχή που ήμασταν τρελά ερωτευμένοι. Αν δεν είναι εδώ το τέρμα του δρόμου. Αν δεν έχει κοπεί το νήμα μίλησε μου μετά το σήμα, μωρό μου πριν με πάρει μακριά το κύμα. Σηκώθηκε και χόρεψε ζεϊμπέκικο στακάτο και έκοψε τις ανάσες τους των πάνω και των κάτω. Με δυο στροφές που έφερε, τη γη είχε μετρήσει και στα σπαθιά τα χέρια του, αγγέλοι είχαν καθίσει. Αυτός ο άντρας να ήτανε δικός μου, θα ήταν ο Μεγαλέξανδρός μου, ήρωας, μύθος και Θεός μου, η λεβεντιά αυτού του κόσμου. Αυτός ο άντρας να ήτανε δικός μου. Μοσχοβολάει παλικαριά το σάλτο του το αντρίκειο, μοιάζει Θεός που θύμωσε με του φτωχού το δίκιο. Χτυπάει τη γη κατάστηθα μέχρι που να ματώσει κι όσα του πήρε η ζωή, πίσω να του τα δώσει. Κι αυτός ο ήλιος που δε λέει μαλακώσει έχει σταθεί πάνω από την πόλη και την καίει, ώρες ακίνητος έχει σκαλώσει, φωτιά ο αέρας μας, κανείς δεν αναπνέει. Κι αυτή η μέρα που δε λέει να τελειώσει, να τη ξεχάσουμε, να πάμε παρακάτω, πέτρα ασήκωτη έχει ριζώσει, κόβει στα δύο το νερό, το κάνει βάλτο. Θα περάσει μα θα έρθει η ίδια αρχή θα μιλάνε για μια εποχή μεγάλη. Ένας με έναν, στο τέλος, θα σωθεί. Εσύ εμένα και τον κόσμο όλοι οι άλλοι. Κι αυτή η ελπίδα να μην λέει πια να πεθάνει, γριά γυναίκα που μας δίνει την ευχή της, όλα τα λόγια της ένα ντουμάνι να μας μαζεύει σαν ζητιάνους στην αυλή της. Ο Αφέντης της Σκλαβουνιάς. Πάντα έδειχνε τον άπονο, πάντα τον μανισμένο, μιά πιθαμή επερίσευγε τον πλιά μακρύ αντρειωμένο. Είχε κι αυτός στην κεφαλή. Νησί σγουραφισμένο, κι ήτο στη μέση του γιαλού βαθιά θεμελιωμένο. Της Κύπρου το Ρηγόπουλο Κυπρίδημος εκράζετο, πολλοί τον εγνωρίζαν, όλα του τα καμώματα από μακρά εμυρίζαν. Με μια βροντή και μια αστραπή με τέχνη καμωμένη, από ένα νέφαλο θολόν εις. Καβαλάρης βγαίνει. Ετούτος είναι που όριζε τση Σκλαβουνιάς τους τόπους, ποτέ η αντρειά του δεν ψηφά ουδέ θεριά, ουδέ ανθρώπους. Αυτός δεν είχε φορεσιά, και τα άρματά του λάμπουν, κι ήταν γεμάτα ανθούς δεντρών και λούλουδα του κάμπου. Την ώρα κείνη από μακρά πολλή λαλιά γρικούσι πολλών αρμάτων ταραχή, φαριά χιλιμιντρούσι. Και ήτονε το Ρηγόπουλο της Κύπρος, ο πετρίτης, κι ήλαμπε ως λάμπει ο Αυγερινός κι ως φέγγει ο Αποσπερίτης Στην περικεφαλαίαν του ήτο σγουραφισμένο Αμάξι, κι εκωλόσυρνε τον Έρωτα δεμένο. Άφησε με ναέρθω μαζί σου άφησε με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι. Δε θα φαίνεται που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Είναι καλό το φεγγάρι δε θα φαίνεται που ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Τι φεγγάρι απόψε! Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβει. Άφησε με να έρθω μαζί σου. Άφησε με να έρθω μαζί σου! Άφκιαστο κι αστόλιστο του χάρου δε σε δίνω στάσου με το ανθόνερο την όψη σου να πλύνω. Το στερνό το χτένισμα με τα χρυσα τα χτένια πάρετε από τη μανούλα σας μαλλάκια μεταξένια. Μήπως και τον χαροντα καθώς θα σε κοιτάξει του φανείς αχάιδευτο και σε παραπετάξει. Κι αν διψάσεις μην το πιεις από τον κάτω κόσμο το νερό της αρνησιάς φτωχο κομμένο δυόσμο. Μην το πιεις και ολότελα και αιώνια μας ξεχάσεις βάλε τα σημάδια σου τον δρόμο να μην χάσεις. Και στο σπίτι το άραχνο γυρνώντας ω ακριβέ μας γίνε αεροφύσημα και γλυκοφίλησέ μας. Αφού δεν ήσουν ικανή για να τα βγάλεις πέρα τι ήθελες και γινόσουνα, γινόσουνα μητέρα. Όλες οι μάνες σε ρωτούν μπροστά τους εξηγήσου τι το έκανες, τι το έκανες άσπλαχνη το παιδί σου. Σε ξένα χέρια το έδωσες χωρίς να νιώσεις θλίψη σαν να ήταν ξένο το παιδί το έχεις εγκαταλείψει. Όλες οι μάνες σε ρωτούν μπροστά τους εξηγήσου τι το έκανες, τι το έκανες άσπλαχνη το παιδί σου. Αφού δεν ήσουν ικανή το σπλάχνο σου να ζήσεις πες μας, για πες μας τι ήθελες παιδί για να αποκτήσεις. Όλες οι μάνες σε ρωτούν μπροστά τους εξηγήσου τι το έκανες, τι το έκανες άσπλαχνη το παιδί σου. Αφρική, σου τραγουδάω με της Άνοιξης το στόμα, νάτη η λευτεριά σιμά σου, μα δεν άστραψεν ακόμα. Φονικό το δόρυ ρίξε στα κορμιά των σταυροφόρων κόκκινα τα δόντια δείξε στα τραπέζια των εμπόρων. Τώρα πια δεν έχεις γλώσσα, τώρα η πίκρα σου παρέκει σώπαινες αιώνια τόσα που τα λες με το τουφέκι. Τύμπανα παντού χτυπάνε σε ρυθμό λευτερωμένο όσα χρόνια σε πονάνε τόσα χρόνια περιμένω. Όλα αλλάζουν χρώμα τώρα, όλα δες ξαναγεννιούνται, συ, ταπεινωμένη χώρα, ξύπνησες και σε φοβούνται. Καλόμοιροι που πλάγιασαν στα σεντόνια της. Αφροδίτης φρόνιμοι και μετρημένοι το κεντρί της γαληνέψανε. Του πόθου τα δίδυμα τόξα όταν τεντώνει ο ξανθομάλλης έρωτας, το ένα δίνει ζωή χαρισάμενη και το άλλο δίνει παραζάλη. Ωραία θεά μου μη, μη βάζεις μη την παραζάλη μη, στην κάμαρά μου. Ας είναι το πάθος μου χλιαρό. Ας είναι οι πόθοι μου καθαροί. Ας είναι, απλά απλά τον έρωτα να χαίρομαι και τις ηδονές που περισσεύουνε τις χαλαλίζω. Αχ, φεγγαράκι μου, αθώο φεγγάρι ήρθε κι απόψε να με πάρει στέκεται από ψηλά και με κοιτάει κι όλο για σένανε, αχ μου μιλάει σκύβει από πάνω μου, μαζί μου κλαίει κι όλο για σένανε, αχ όλο λέει. Σε νερά κολυμπάει στα λιμάνια της γης τα σημάδια του αφήνει να τα βρεις αν χαθείς τα σημάδια του αφήνει να τα βρεις αν χαθείς. Αχ, φεγγαράκι μου, αθώο φεγγάρι ίδιο με σένανε λάμψη και χάρη ψηλά στα σύννεφα με ταξιδεύει μου λέει για σένανε και με μαγεύει σκύβει από πάνω μου, μαζί μου κλαίει κι όλο για σένανε, αχ όλο λέει. Σε νερά κολυμπάει στα λιμάνια της γης τα σημάδια του αφήνει να τα βρεις αν χαθείς τα σημάδια του αφήνει να τα βρεις αν χαθείς. Δε ρώτησες τόσον καιρό για μένα πώς πέρασα, τρελή, στην ξενιτιά σε αγάπησα, δυστύχησα για σένα και σέρνομαι, κακούργα, μακριά. Τα βάσανά μου με έριξαν στα ξένα και με έχουν της ζωής κατάδικο αχάριστη, δεν πόνεσες για μένα κι αυτό το βρίσκω να είναι άδικο. Μου είπανε πως ζεις ευτυχισμένη θεότρελη, στα πλούτη κολυμπάς μα μια κατάρα πάντα θα σε δέρνει του προδομένου ο πόνος της καρδιάς. Είναι μυστήρια άλυτα του κόσμου οι συνθήκες Πόλη που μέσα έκλεισε ανθρώπους μηχανές. Όλους τους φάρους άναψα στο σώμα μου και μπήκες. Τα θαύματα αργοκίνητα από τις αναμονές. Αχώριστα τα χέρια μας. Μπροστά στη δυσκολία. Τους άθλους καταφέραμε. Αμέτρητες φορές. Και τι άσχημα που γράφονται. Με μαύρη κιμωλία. Με ένα σφουγγάρι αόρατο. Τα σβήνουν οι καρδιές. Είναι αρένα η ζωή κι οι φίλοι μονομάχοι. Κι οι σχέσεις ετοιμόρροπες σαν τις οικοδομές. Μα οι καρδιές αν ενωθούν κερδίζουν κάθε μάχη. Είναι θεμέλια ακούνητα αν δέσουν οι καρδιές. Θυμήσου με ορκιζόσουνα πως θα με περιμένεις μα γρήγορα με ξέχασες και με άλλονε πηγαίνεις. Μα γρήγορα με ξέχασες και με άλλονε πηγαίνεις. Έχεις γνώμη τώρα αλλάξει. Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει. Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει έχεις γνώμη τώρα αλλάξει. Τα ξέχασες πως όμορφα περνούσαμε τα βράδια με γλέντια, με γλυκόλογα και με φιλιά και χάδια. Με γλέντια με γλυκόλογα και με φιλιά και χάδια. Έχεις γνώμη τώρα αλλάξει. Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει. Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει έχεις γνώμη τώρα αλλάξει. Για κοίτα πως με ζωσανε σαν φίδια τα μεράκια, λυπήσου τη καρδούλα μου που πότισες φαρμάκια. Λυπήσου τη καρδούλα μου που γέμισες φαρμάκια. Έχεις γνώμη τώρα αλλάξει. Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει. Βαγγελιώ δεν είσαι εντάξει έχεις γνώμη τώρα αλλάξει. Βαθιά άγρια θάλασσα. Πνιγμένες μου ελπίδες. Αλμύρα μου μάγισσα. Χαμένες πατρίδες. Στην άβυσσο δίψασες. Στα αστέρια νικούσες. Βαθιά άγρια θάλασσα. Βαθιά μου μιλούσες. Στο μπλε σου ταξίδεψα. Σε άναρχους τόπους. Το χρόνο λησμόνησα. Ιδέες κι ανθρώπους. Τα χείλη μου δίψασες. Το νου μου μεθούσες. Βαθιά άγρια θάλασσα. Βαθιά μου μιλούσες Βαθιές αναπνοές σαν κτύποι στο κελί μου τα λόγια σου καλή μου σε αυτό το βουητό. Βαθιές αναπνοές ανάσες της ερήμου μικρό λευκό κερί μου τη φλόγα σου κοιτώ. Κλείνω τα βλέφαρα τα μάτια ανοιχτά παίρνω βαθιές αναπνοές από τη ζωή σου τρέχουν σαν άλογα τα χρόνια φτερωτά κι εγώ κρατιέμαι από την αναπνοή σου. Βαθιές αναπνοές αγγελοβάλσαμό μου σε αυτόν τον καλπασμό μου κρυμμένη προσευχή. Βαθιές αναπνοές όλα τα σε αγαπώ σου πάνω στο πρόσωπό σου σαν φώτα στη βροχή. Κλείνω τα βλέφαρα τα μάτια ανοιχτά παίρνω βαθιές αναπνοές από τη ζωή σου τρέχουν σαν άλογα τα χρόνια φτερωτά κι εγώ κρατιέμαι από την αναπνοή σου. Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι βγάλε από την πόρτα το κλειδί το παιδί ξανάρχισε να παίζει το κανάρι πάλι κελαηδεί βάλε κι άλλη αγάπη στο τραπέζι. Κάποιος πονεμένος θα βρεθεί το παιδί ξανάρχισε να παίζει το κανάρι πάλι κελαηδεί. Άνοιξε στο φως το παραθύρι δέσε μια κορδέλα στα μαλλιά βάλε το λουλούδι στο ποτήρι να γεμίσει η κάμαρη ευωδιά. Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι βγάλε από την πόρτα το κλειδί το παιδί ξανάρχισε να παίζει το κανάρι πάλι κελαηδεί Γέμισε μου το ποτήρι. Βάλε μου να πιω. Της ψυχής το οργανάκι. Να κουρντίσω με μεράκι. Κι όσα ψάχνω να τα βρω. Βάλε μου να πιω. Φέρε μου να πιω. Κι αν είναι ψέματα. Τι σημασία. Κι αν είναι για λίγο. Αχ τι αδικία. Γέμισέ μου το ποτήρι. Βάλε μου ξανά. Να ξεφύγει από τις ράγες. Η ζωή με τους νταλκάδες. Να στραγγίξω τη χαρά. Βάλε μου ξανά. Φέρε μου ξανά. Γέμισέ μου το ποτήρι. Βάλε μου να πιω. Να σαλτάρω κάθε σύρμα. Κάθε μάντρα κάθε κύμα. Να χαθώ για να βρεθώ. Βάλε μου να πιω. Φέρε μου να πιω. Καθε μέρα πανυγύρι, βάλε εσύ το ξυπνητήτι στις εφτά κι ας το ράδιο να παίζει όλη μέρα στο τραπέζι λαικά. Από το Σάββατο Δευτέρα όλη νύχτα κι όλη μέρα συντροφιά κι από το τρανζιστοράκι μου το είπε ενα πουλάκι μια φορά. Βάλε το δεύτερο σε χρόνο ελεύθερο, με τα τραγούδια της παρέας σε Αθήνα και Πειραίας βάλε το δεύτερο βάλε το δεύτερο κι άσε με λεύθερο να γίνω εγώ το αισθημά σου και το πρόγραμμά σου βάλε το δεύτερο. Για θυμήσου τέτοια μέρα που σου είπα καλημέρα ξαφνικά κι όπως είχες τα δικά σου ήρθα κι έμεινα κοντά σου τελικά. Ένα χρόνο στον αέρα κι από τις 11 και πέρα ειλικρινά ότι έχω να σου δώσω θέλω να στο μεταδώσω ζωντανά. Βάλε το δεύτερο σε χρόνο ελεύθερο, με τα τραγούδια της παρέας σε Αθήνα και Πειραίας βάλε το δεύτερο βάλε το δεύτερο κι άσε με λεύθερο να γίνω εγώ το αισθημά σου και το πρόγραμμά σου βάλε το δεύτερο. Βαρέθηκα τον αργιλέ σιχάθηκα τη μαύρη θα αφήσω το κορμάκι μου αλλού νταλκάδες να βρει. Τις όμορφες θα κυνηγώ κρασί και σαντουράκι κι όχι το παλιομπούζουκο και το μπαγλαμαδάκι. Φύγε από με κουτόχορτο χάσου κι εσύ τσιμπούκι να ανοίξω τα ματάκια μου από το μαστουρλούκι. Γιατί όσο τη φουμάριζα έπεφτα και στο ζάρι μπροστά με λέγαν έξυπνο και πίσω παλαβιάρη Ο ήλιος πήγε πλάγιασε. Κι άναψαν όλα τα άστρα. Να σε φυλάν ακοίμητα. Από του ουρανού τα κάστρα. Να σου φωτίζει το όνειρο. Βγήκε λαμπρό φεγγάρι. Και την καρδιά σου αγκάλιασε. Της Παναγιάς η χάρη. Βαρκούλα είναι η κούνια σου. Πανάκι το σεντόνι. Μια θάλασσα η αγάπη μου. Κι οι άγγελοι στο τιμόνι. Τα μάτια κλείσε μάτια μου. Και δροσερό μου αγέρι. Το πιο όμορφο από τα πέλαγα. Τραγούδι να σου φέρει. Βαρύτητα λέμε το χέρι του ουρανού που επιστρέφει τους αλεξιπτωτιστές. Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανής πετιέται και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο, το αράθυμο, το δυνατό κι όλο ψυχές γιομάτο, βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα, τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα. Τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμενο άστρο, τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο. Να ήταν λέει οι κολώνες ακακίες να έδιναν τα περιστέρια συναυλίες να ήτανε βατομουριές όλες οι μάντρες τα βατόμουρα να σου φορέσω χάντρες. Βατόμουρα βατόμουρα για σένα έχω όνειρα βατόμουρα βατόμουρα ματάκια μου παμπόνηρα βατόμουρα βατόμουρα εμείς πάμε για όνειρα βατόμουρα βατόμουρα εμείς τα ασχημόμουρα. Να ήταν λέει πιο μεγάλες οι λακκούβες να έπεφταν για ψαροντούφεκο οι κλούβες να ξαπλώναμε γυμνοί στα πεζοδρόμια και να γράφαμε σταθμούς κι αεροδρόμια. Να ήταν λέει στη Πατησίων το λιμάνι να φορτώναν τα καράβια οι πολιτσμάνοι με βατόμουρα χλωρά και μαρμελάδα για να γλύκαινε επιτέλους όλη η Ελλάδα. Ως είναι η σπίθα λαμπερή στη χόβολη χωσμένη ώπα ετσά είναι κι η αγάπη μου κρυφή μα μπιστεμένη. Επότιζά σε ροδαριά και σε έκανα μεγάλη κι έκανες ρόδα στα κλαδιά να τα μυρίζω πάλι. Βγαίνω νύχτα να σε ψάξω μα καπνός δε φαίνεται τη ζωή μου κι αν αλλάξω στη ζωή σου δένεται. Βγαίνω νύχτα κι από σένα έρχονται τα σήματα μια ζωή περνώ στα ξένα δέκα στα διλήμματα. Βγαίνω νύχτα και μου δίνει ο έρωτας τη ζυγαριά μια ζωή έχω στην ευθύνη δεκαπέντε στη ζαριά. Αφού μου λες πως δε με θες και μου μιλάς για ντροπές τότε τι θες κι έρχεσαι εδώ μετά μη λες πως φταίω εγώ. Μη μου τρυπάς τα μυαλά δε θέλω δα και πολλά δεν έχω που να στηριχτώ κάτσε καλά θα σου ριχτώ Ρ. Καταλαβέ το βέτο βέτο. Θα ασκήσω βέτο βέτο βέτο. Κάτσε καλά θα σου ριχτώ. Θα γίνει μπέρδεμα φριχτό. Χτυπάω βαλβίδα βίδα βίδα. Μου στρίβει η βίδα βίδα βίδα. Κάτσε καλά θα σου ριχτώ. Θα γίνει μπέρδεμα φριχτό. Εσύ μου δίνεις αφορμή κι ύστερα λες όλο μη και μη δεν ξέρεις ούτε τι ζητάς είσαι μωρό, τι με κοιτάς; Μη με ακουμπάς και πολύ η επαφή προκαλεί και για να μη σε βρει μπελάς μια συμβουλή. Μη με ακουμπάς. Μωρό μου τι ήρθες εδώ; Δεν καταλαβαίνεις; Εεεε κάτσε φρόνιμα! Θα σου την πέσω! Σε λίγο στην Ομόνοια θα έχει κίνηση, βιάσου. Στις δυομισι αρχίζει το ποδόσφαιρο, βιάσου. Το τρένο ξεκινάει στις οκτώμιση, βιάσου. Οι φίλοι περιμένου στο περίπτερο, βιάσου. Ο γιατρός σχολάει στις πεντέμιση βιάσου. Στο σπίτι περιμένουν για να φύγουμε, βιάσου. Οι μηχανές κόβουν τριγύρω και μας πνίγουν μας κυνηγάει από παντού ο χρόνος κι αν σε αγαπώ δεν προλαβαίνω να στο πω πάμε να φύγουμε. Το έργο έχει αρχίσει από τις εννιάμιση βιάσου. Τουλάχιστον ειδήσεις να προλάβουμε, βιάσου. Και γρήγορα κοιμήσου, καληνύχτα σου, βιάσου. Στις έξι παρά πρέπει να κινήσουμε, βιάσου. Δεν έχουμε καιρό για καληνύχτα, βιάσου. Ας ψάξουμε να δούμε πώς θα ζήσουμε, βιάσου. Οι μηχανές κόβουν τριγύρω και μας πνίγουν μας κυνηγάει από παντού ο χρόνος κι αν σε αγαπώ δεν προλαβαίνω να στο πω πάμε να φύγουμε. Ποιο καραβάκι της καρδιάς μας έφερε εδώ πέρα να σμίξουν οι αγάπες μας να πούνε καλησπέρα. Βάφω τα χείλη μας μετά να βγει το τραγουδάκι όπως φυσάει στα νησιά το πρώτο μελτεμάκι. Στη μυροβόλο άναψαν όλα, όλα τα φώτα της υποδοχής βίρα τα όνειρα και ε για μόλα απόψε φύγαμε και όπου γης πατρίς. Σε ποιο λιμάνι της ψυχής η νύχτα θα μας βγάλει ή σε ποιον έρωτα τρελό θα μας βουλιάξει πάλι. Τα τραγουδάκια μας σφιχτά σωσίβιο θα κρατάμε αν και αντέχει το σκαρί κι εμείς που το πατάμε. Στη μυροβόλο άναψαν όλα, όλα τα φώτα της υποδοχής βίρα τα όνειρα και για μόλα απόψε φύγαμε και όπου γης πατρίς. Είμαι ένα μικρό παιδί ανίκανο για κάθε τι και τι να παραστήσω αυτό που θες να ζήσω. Δεν ξέρω τίποτα, πολλά θέλεις να κρίνω όμως για αυτά και χάνομαι σε όλα και κλαίω σε άδειο σώμα. Δεν βλέπω όσα εσύ κοιτάς το πόσο λίγο τα μετράς αξία να μην δίνεις σκουπίδια να τα κρίνεις. Βλέπω αθώους και ζωές μικρές, χαμένες σε πληγές. Είμαι στη άκρη απλός στρατιώτης πρώτος στην μάχη όταν το νιώσεις. Μέσα σε φλόγες σε πυρκαγιές πρώτος στις μάχες όταν το θες. Πέφτω γεμίζω παντού πληγές όταν ζητάς καταστροφές. Βάζω τα κλάματα όταν γελάς χάνω τη δύναμη όταν πονάς. Απλός στρατιώτης με εντολές και για θυσία όταν το θες. Βογγά το κάστρο του Αναπλιού κλαίει το Παλαμίδι τι το βαρά η θάλασσα το δέρνουν οι ανέμοι. Ψηλό κυπαρισσόπουλο βεργολυγά και τρέμει. Οι ξένοι βάλανε βουλή και οι ντόπιοι ανταριαστήκαν χτυπά αδερφός τον αδερφό ασκέρι το άλλο ασκέρι. Χτυπά αδερφός τον αδερφό ασκέρι το άλλο ασκέρι παίζει χαμός στα μάτια τους στα χέρια το μαχαίρι. Βραδυνές περιπολίες και βουβές συνομιλίες άνοιξή μου δακρυσμένη πού με πας θέλει η νύχτα παραμύθι και βουτιά μέσα στα πλήθη στα λασπόνερα διαμάντια να ζητάς. Πόσα μάτια έχεις φλογίσει πόσα χείλη έχεις δροσίσει. Πόσο εύκολα ξεγράφεις και ξεχνάς φύλαξε τα δάκρυά σου για την πιο πικρή χαρά σου το μυστήριο της ζωής να προσκυνάς. Βραδυνές περιπολίες και βουβές συνομιλίες για ένα τρένο που όλο φτάνει κι όλο αργεί στις υπόγειες διαβάσεις την αλήθεια θα διαβάσεις και θα πιεις από της αγάπης την πηγή. Πόσα μάτια έχεις φλογίσει πόσα χείλη έχεις δροσίσει. Πόσο εύκολα ξεγράφεις και ξεχνάς φύλαξε τα δάκρυά σου για την πιο πικρή χαρά σου το μυστήριο της ζωής να προσκυνάς Παραδοσιακό Ελληνικό παραμύθι Μια φορά ήταν ένας τεμπέλης, από τους πιο μεγάλους τεμπέληδες του κόσμου. Ο αθεόφοβος εφοβόταν τη δουλειά, όσο δεν εφοβόταν το διάβολο. Αν του έδινες ψωμί έτρωγε, αν δεν του έδινες μπορούσε να ψοφήσει από την πείνα. Μια μέρα ήταν βασιλεμένος ο ήλιος κι αυτός δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα του. Την άλλη μέρα για να μην τον αναγκάσει η πείνα να δουλέψει, εσκέφτηκε να κάνει τον πεθαμένο στα ψέματα. Πιο καλά να με θάψουν, είπε μέσα του, παρά να μου δώσουν δουλειά. Τον είδαν οι γειτόνοι ξαπλωμένο στο στρώμα του και κοκαλομένο. Τον εθάρρεψαν για νεκρόν και εφώναξαν τους παπάδες να τον πάρουν. Στο δρόμο που πήγαινε το λίψανο του τεμπέλη, μια γυναίκα είδε τον πεθαμένο και τον λυπήθηκε και είπε από το παράθυρό της. Ο κακόμοιρος από την πείνα του θα πέθανε. Που να το ήξερα εχτές να του στείλω καμπόσα παξιμάδια που έχω; Ο τεμπέλης από το κυβούρι του από μέσα σαν άκουσε τα λόγια της γυναίκας που το λυπήθηκε, άνοιξε τα μάτια του και ρώτησε. Βρεμμένα είναι ή ξερά; Ξερά, του λέει η γυναίκα Ε! Τότε ψάλετε παπάδες. Ψάλετε, λέει ο τεμπέλης και σφλανάει τα μάτια του. Γρουσούζης! Επροτίμησε να θαφτεί ζωντανός, παρά να κάνει τον κόπο να μουσκέψει τα παξιμάδια. Δρόμοι παράξενοι με φέραν εδώ πέρα ξέφρενοι έρωτες με δώσανε φτηνά τόσες αγάπες και δεν είδα άσπρη μέρα τόσα ταξίδια της ψυχής στο πουθενά. Όμως εσύ που δε σε χόρτασα ποτέ μου είσαι μια πόλη που δεν έζησε κανείς είναι η ανάσα σου το φύσημα του ανέμου και το κορμί σου δυο σταγόνες της βροχής. Βρέξε Θεέ μου όσο μπορείς οι αγάπες της νύχτας πεθαίνουν νωρίς βρέξε Θεέ μου όσο μπορείς οι αγάπες πεθαίνουν νωρίς. Δρόμοι παράξενοι με φέραν εδώ πέρα ψεύτικα όνειρα μου πήραν το νου εχθροί και φίλοι μου σκορπίσαν στον αέρα και κάποιοι άραξαν σε μια άκρη του ουρανού. Όμως εσύ που δε σε γνώρισα ποτέ μου είσαι μια λέξη που δεν άκουσε κανείς κάτι σαν ήχος που μου λέει άνοιξε μου κάτι σαν χτύπημα στο τζάμι, της βροχής Λίγο πριν φύγεις δείξε μου κάποιον να υπάρχει στον κόσμο να πάω να τον βρω. Δείξε μου κάποιον που σαν εσένα να κλέβει το βλέμμα όταν μέσα του κοιτώ. Βρες μου έναν άλλον που να είναι σαν εσένα να έχει χέρια ανοιγμένα όταν πέφτω να πιαστώ. Βρες μου έναν άλλον που το σώμα να θυμάται κάποιον που να μην φοβάται όταν λέει σε αγαπώ. Δείξε μου κάποιον που να σου μοιάζει μα δεν υπάρχει δεν γεννιούνται εκατό. Βρες μου έναν άλλον που να είναι σαν εσένα να έχει χέρια ανοιγμένα όταν πέφτω να πιαστώ. Βρες μου έναν άλλον που το σώμα να θυμάται κάποιον που να μην φοβάται όταν λέει σε αγαπώ. Έξω από το παράθυρό μου βρέχει, βρέχει, βρέχει, βρέχει κι όλο από τη γωνιά του δρόμου περιμένω να φανείς. Έξω τρέχουν πια ποτάμια κι όλο βρέχει, βρέχει, βρέχει κλαίω πίσω από τα τζάμια κλαίνε μαζί μου κι οι ουρανοί. Πού να είναι ποιος να ξέρει πού να είναι αλήθεια τώρα τώρα που έχω τόση ανάγκη τη γλυκιά της συντροφιά. Πέρασε το καλοκαίρι και μας χώρισε μια μπόρα κι έχω τη βροχή στα μάτια στην καρδιά τη συννεφιά. Έξω από το παράθυρό μου βρέχει, βρέχει, βρέχει, βρέχει το χαμένο το όνειρό μου κλαίω μαζί με τη βροχή. Μαύρα του ουρανού τα μάκρη κι όλο βρέχει, βρέχει, βρέχει κι όλο κλαίει με δίχως δάκρυ η θλιμμένη μου ψυχή Ήταν τα λόγια που δεν ήθελα να ακούσω ήταν το βλέμμα σου το ένοχο. Με τι κουράγιο φεύγεις πια και καταστρέφεις ένα συναίσθημα υπέροχο; Βρήκες τη στιγμή πάνω που είχα πει ότι ήσουν τα πάντα για μένα εσύ και να μου περάσει μια σκέψη τρελή μπορεί. Βρήκες τη στιγμή πάνω που είχα πει πως εμείς ταιριάζουμε τόσο πολύ όνειρα κομμάτια και μες την ψυχή, σιωπή. Ήταν τα λόγια που δεν ήθελα να ακούσω ήταν τα δώρα σου τα ψεύτικα με ένα αντίο δίχως λόγο καταστρέφεις ότι με σένα ονειρεύτηκα. Βρήκες τη στιγμή πάνω που είχα πει ότι ήσουν τα πάντα για μένα εσύ και να μου περάσει μια σκέψη τρελή μπορεί. Βρήκες τη στιγμή πάνω που είχα πει πως εμείς ταιριάζουμε τόσο πολύ όνειρα κομμάτια και μες την ψυχή, σιωπή. Μάζεψα βροχή των αστεριών κι έπλεξα φεγγάρια στα μαλλιά σου γύρισα από το μέλλον στο παρόν κι έγινα πυξίδα στην καρδιά σου. Γιατί σε νοιάζομαι και σε χρειάζομαι είσαι ο ήλιος μου το άλλο μου μισό. Σώμα είμαστε ένα σώμα μια φωνή ένα στόμα ένα σε αγαπώ. Σώμα στο δικό σου σώμα γράφουν τα φιλιά μου πως για σένα ζω. Στα απλωμένα του έρωτα φτερά βρήκανε απάγγειο τα κορμιά μας στις καρδιές ανοίξαμε πανιά να πετάξουμε στα όνειρά μας. Γιατί σε νοιάζομαι και σε χρειάζομαι είσαι ο ήλιος μου το άλλο μου μισό. Σώμα είμαστε ένα σώμα μια φωνή ένα στόμα ένα σε αγαπώ. Σώμα στο δικό σου σώμα γράφουν τα φιλιά μου πως για σένα ζω. Είσαι τραγούδι, ζεστό που ανεβαίνει και σπέρνει στο διάβα του τη γη. Τρέμει το σύμπαν η ώρα σημαίνει το θέλω το θέλεις κι εσύ. Όσα έχω ζήσει, όσα έχω νιώσει τώρα φωτίζονται ξανά! Πόσα για σένα, βαθιά έχω σώσει μικρά γαλάζια μυστικά. Βγαίνω στον ήλιο, στο δρόμο που βράζει και νιώθω σαν ρέμα που κυλά κι είσαι η αλήθεια γλυκά που προστάζει το βλέμμα να έχω ψηλά. Κρίματα όσα και να βαραίνουν τις κουρασμένες μας ζωές κύματα μύρια κι αν μας παρασέρνουν θα έρθουνε μέρες γελαστές Χαθήκαμε στις θάλασσες που κάηκαν και πίσω τους αφήσανε μόνο γαλάζια σκόνη. Χαθήκαμε στους έρωτες που χαθήκαν μονάχα μες τα χέρια σου ο κόσμος δεν τελειώνει. Φίλα με να με αναστήσεις δίπλα σου να με κρατήσεις και τα βράδια μου θα γίνουνε δικά σου. Τα φιλιά σου κάρφωσε τα στο κορμί μου σα στιλέτα να με κόβουν και να αφήνουν τα αρχικά σου. Χάθηκαμε μες τα χρώματα που άλλαξαν κι ακόμα δεν κατάλαβα ποιο είναι το δικό μου. Χάθηκα μες τα μάτια σου που πίστεψα που γέλασες και ένιωσα πως βρήκα το Θεό μου. Φίλα με να με αναστήσεις δίπλα σου να με κρατήσεις και τα βράδια μου θα γίνουνε δικά σου. Τα φιλιά σου κάρφωσε τα στο κορμί μου σα στιλέτα να με κόβουν και να αφήνουν τα αρχικά σου. Κλειδωμένα σιωπηλά διαμερίσματα, ψυχούλες γεμάτες ραγίσματα, δεν κοιτιούνται, δε μιλούν, δεν αγγίζονται, στο φόβο χτυπούν και βυθίζονται. Μα τρυπώνει ένα πρωί από τη γρίλια τους ο ήλιος και σκάει στα χείλια τους και πετάγεται η καρδιά μες στον ύπνο της, θυμάται κι αλλάζει το χτύπο της. Γεια σου ζωή με το θαύμα σου, την τραμπάλα από το γέλιο στο κλάμα σου, τις ελπίδες που με ένα άγγιγμά τους ρίχνουν φως και σκοτώνουν θανάτους. Δες τα χείλη ενός μωρού που ονειρεύεται, γελάνε κι η νύχτα μαγεύεται, δίνει φώτα ενός λαμπρού ξημερώματος στη ρότα σκοτεινού καταστρώματος. Γεννήθηκα σε μια στιγμή του κόσμου και βαδίζω για μια μεγάλη χαραυγή και πίσω δε γυρίζω. Μια φορά στον κόσμο ήρθα δυο φορές με αρνήθηκαν και όταν είπα την αλήθεια όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν. Μια φορά στον κόσμο ήρθα δυο φορές με αρνήθηκαν και όταν είπα την αλήθεια όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν. Γεννήθηκα και ήταν πρωί μα έζησα την νύχτα άλλα μου είπαν οι θεοί και άλλα στο κόσμο βρήκα. Μια φορά στον κόσμο ήρθα δυο φορές με αρνήθηκαν και όταν είπα την αλήθεια όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν. Μια φορά στον κόσμο ήρθα δυο φορές με αρνήθηκαν και όταν είπα την αλήθεια όλοι οι δρόμοι κλείστηκαν. Γεννήθηκα στα Μέθανα δεν πέθανα η μάνα μου ήταν χρόνια εκεί δασκάλα στη Σκάλα εφτά χρονών μικρός ανέβηκα δεν πέθανα εφτά χρονών μικρός ανέβηκα δε θα γίνω σαν τα αγόρια τα άλλα. Κι αυτά που σού έλεγα παλιά θα γίνω και θα κάνω ξέχνα τα, είμαι υπάλληλος και τρέχω και δε φτάνω. Το γιασεμί το μύρισα δε γύρισα το αστέρι μου το φόρτωσα στο τρένο το φρένο το φρένο δεν το πάτησα και το όνειρο σκοτώθηκε και τώρα ζω με ξένο. Για αυτό δεν ήρθες ποτέ γιατί ήμουν πάντα εδώ στην καρδιά μου το ναι ήξερες πως κρατώ. Σε συρτάρι κλειστό ζωγραφιά παιδική από μια ξεχασμένη εποχή μακρινή. Τι να αποζητάς ίσως κυνηγάς, ένα άπιαστο όνειρο μα όταν βγει αληθινό θα το αρνηθείς. Ο χειμώνας αυτός πόσο κράτησε το ρολόι να χτυπάει σταμάτησε και δεν ήρθες ποτέ ούτε βρήκα γιατί είναι έτσι πλασμένη η καρδιά μου τυφλή. Τι να αποζητάς ίσως κυνηγάς, ένα άπιαστο όνειρο μα όταν βγει αληθινό θα το αρνηθείς. Με λίγα λόγια μάτια μου είχαμε τελειώσει. Μου το είπαν τα παράθυρα που ήτανε κλειστά. Μα εγώ θα είμαι εκείνη που πάλι θα πληρώσει για όλα αυτά που γίνανε χωρίς να είμαι μπροστά. Με λίγα λόγια μάτια μου είχαμε χωρίσει κι ο δράστης την κοπάνησε μετά από το φονικό. Στον τόπο του εγκλήματος να μην ξαναγυρίσει, το είχε πάρει απόφαση πριν κάνει το κακό. Για δες καιρό που διάλεξε η αγάπη να τελειώσει κι εχθές να είσαι φίλος μου και σήμερα εχθρός. Για εμένα ένα το κακό, για εσένα θα τριτώσει. Για όλους έχει μάτια μου γυρίσματα ο καιρός. Με λίγα λόγια μάτια μου είχαμε χωρίσει και δυστυχώς οι μέρες μας δεν ήτανε πολλές. Ανείπωτη με ένα φιλί χθες βράδυ σε είχα αφήσει, μα εσύ για πάντα άφησες τις μέρες τις καλές. Για δες καιρό που διάλεξε η αγάπη να τελειώσει κι εχθές να είσαι φίλος μου και σήμερα εχθρός. Για εμένα ένα το κακό, για εσένα θα τριτώσει. Για όλους έχει μάτια μου γυρίσματα ο καιρός. Με λίγα λόγια μάτια μου είχαμε χωρίσει κι ο δράστης την κοπάνησε μετά από το φονικό. Στον τόπο του εγκλήματος να μην ξαναγυρίσει, το είχε πάρει απόφαση πριν κάνει το κακό. Για δες καιρό που διάλεξε η αγάπη να τελειώσει κι εχθές να είσαι φίλος μου και σήμερα εχθρός. Για εμένα ένα το κακό, για εσένα θα τριτώσει. Για όλους έχει μάτια μου γυρίσματα ο καιρός. Στον ψεύτη κόσμο όσο να ζω καλέ μου θα σου παραπονούμαι. Γιατί ποτέ σου δεν ρωτάς καλέ μου που βρίσκομαι και πού μαι. Για δες πως με κατάντησες καλέ μου σαν το ερημοκκλήσι που δεν επέρασε παπάς καλέ μου ποτέ να λειτουργήσει Μάζευαν νύχτα στη βροχή βλαστήμαγαν την τύχη τους με τα σχοινιά στα χέρια όλοι υπηρέτες κι αρχηγοί κι ήταν σαν να συνέχιζαν ακόμα μια σκηνή στα αστέρια. Μάζευαν νύχτα στη βροχή εκείνοι που θαμπώσανε τα παιδικά μου μάτια κάναν κραυγή τους τη σιωπή το χάδι που τους γέννησε τους έκανε κομμάτια ο κόσμος μας τους έκανε κομμάτια. Πάτα τη σκιά σου στο σανίδι πες στην τύχη πως την ξέρεις ήδη και φεύγοντας ίχνη από ρόδες άσε μου στη γη να ξαναβγώ μέσα στο φως. Σκόρπαγαν ήλιο στη βροχή ντυνόταν με τους ρόλους που είχαν παίξει στις ζωές τους μάτια ανοιχτά στην προσευχή χέρια σφιχτά να κρύβουν το κορμί από τις πληγές τους κορμιά δεμένα πάνω στις πληγές τους. Πάτα τη σκιά σου στο σανίδι πες στην τύχη πως την ξέρεις ήδη και φεύγοντας ίχνη από ρόδες άσε μου στη γη να ξαναβγώ μέσα στο φως Στου βράχου τη σιωπή τα μάτια μου αγναντεύουν για μια γυναίκα θάλασσα το βλέμμα της γυρεύουν. Γυρεύουνε τα μάτια της με τις χρυσές ανταύγες στον ασημί καθρέφτη της για τις νυχτιές τις άδειες. Μες στο ταξίδι της σιωπής μικραίνει τώρα ο κόσμος μου χωρίς πυξίδα επιστροφής ματαια ψάχνω τον προορισμό μου. Σιωπά όποιος το μάταιο γνωρίζει. Οι γλάροι δεν κρατούν κανένα της σημάδι λες και την πήραν κύματα στα σκοτεινά του Άδη. Στου βράχου τη σιωπή ζωή μου θα περάσεις ίσκιο δεν κάνει η θάλασσα στην πέτρα θα γεράσεις. Για πέστε μου, βρε Έλληνες, τόσα χρόνια μια φωτιά, με τη σπίθα στη ματιά. Τι συνάζεστε, τι λέτε, αχ, βρε Έλληνες, τι θέτε; Για πέστε μου, βρε Έλληνες, πότε πίσω πότε μπρος, κι είναι αίμα ο γιαλός. Πέτρα, πέτρα περπατάτε, αχ, βρε Έλληνες, που πάτε; Για πέστε μου βρε Έλληνες ποιος σας στέλνει και γιατί; Δεν είναι το όνειρο ντροπή. Το παράπονό σας λύστε, αχ, βρε Έλληνες, ποιοι είστε; Το ποιο ωραίο μου τραγούδι θα σου πω, σαν ταξιδιώτης που δε γνώρισε σταθμό. Σα μεθυσμένος σε μπαράκι, σαν αλητάκι σε παγκάκι, σαν ισοβίτης που κοιτά τον ουρανό. Μια νύχτα έσπασε η βιτρίνα της γιορτής, και οι εκπτώσεις μας αρχίσανε νωρίς. Κι είπες δεν είμαι για πολλά, ποτάμι η αγάπη και περνά, κι ύστερα έστριψες στου δρόμου τη γωνιά. Να με αγαπάς σαν να πηγαίνεις σινεμά, έλα να παίξουμε τον έρωτα ξανά, ξέρω τα μυστικά του, έλα. Να με αγαπάς σαν να πηγαίνεις σινεμά, έλα να παίξουμε τον έρωτα ξανά, σαν τελευταίοι Μοϊκανοί για το αδύνατο ικανοί και για την τρέλα. Το ποιο ωραίο μου τραγούδι θα σου πω, σαν ναύτης ξέμπαρκος σε τόπο μακρινό. Σαν μάτι φάρου σε ακρωτήρι, σαν ναυαγός σε ένα ποτήρι, πουλί Φλαμίνγκο κάπου στον Ατλαντικό. Εσύ τα βράδια στο πανόραμα γυρνάς, για κάποιο όραμα χαμένο να μιλάς. Κι εγώ που βάφτισα παρόν, το μέλλον και το παρελθόν, σε προσκαλώ στο φεστιβάλ των κυνηγών. Δε γνώριζα ως τώρα το όνομά του ούτε είχα δει τα μεγάλα του τα μάτια μα έστυβε το πορτοκάλι του ήλιου στα ανυπόταχτα των εργατών κανάτια. Που έτρωγαν αγκάθια με θυμάρι και ξεδιψούσαν μόνο με υποσχέσεις στη ράχη έχουνε σίδερο και στο σκοτάδι αγνάντια. Οι ήρωες είναι πάντα όμορφοι και νέοι. Οι ήρωες είναι πάντα όμορφοι και νέοι. Οι ήρωες είναι πάντα όμορφοι και νέοι. Ξημέρωμα, φορτώνει στα βαγόνια τις ελπίδες τους, πέτρες και ξύλα και άτρωτος όπως η σκουριά φτύνει τα αστέρια στην ξεφτίλα. Άρτεμις, Νεφέλη μου, θα αστράψεις από το αίμα, ως το μεγάλο το λιβάδι έπλυνε πάνω στα άρβυλα δυο γινωμένα μήλα. Και τάισε 8 γενιές ανατριχίλα. Και τάισε 8 γενιές ανατριχίλα. Και τάισε 8 γενιές ανατριχίλα. Τα νύχια του μεσημεριού, ρινίσματα και λάβα στους αφέντες, και στάζει ακόμα η μνήμη του, ειδικά όταν μας λερώνουν με κουβέντες. Σαν σκίζουν τα σακιά με το αλεύρι και σπάνε τα γόνατα από τα γαϊδούρια, μα από τα πλευρά τους βγαίνει μια ζωή καινούργια. Γλυκό κρασί από το καλό το αμπέλι. Γλυκό κρασί από το καλό το αμπέλι. Γλυκό κρασί από το καλό το αμπέλι. Τον γνώρισα τον Αύγουστο στη Σέριφο στα μεταλλεία μια μέρα σαλπάρισε από τη Μάνδρα Αττικής με του Σεπτέμβρη τη γαλέρα, και μου ορκίστηκε πως έχει στη γροθιά του κρυμμένη για το Κεφάλαιο μια σφαίρα. Και αυτό θα είναι για πάντα του εξεγερμένου η βέρα, το ανάστημα του Κωνσταντίνου Σπέρα. Το ανάστημα του Κωνσταντίνου Σπέρα. Το ανάστημα του Κωνσταντίνου Σπέρα. Γιάννη μου το, Γιάννη μου το, άιντε, Γιάννη μου το μαντήλι σου, έλα. Τι το έχεις λερωμένο βρε Γιάννη, Γιαννάκη μου, τι το έχεις λερωμένο βρε παλικαράκι μου; Το λέρωσε, το λέρωσε, άιντε, το λέρωσε η ξενιτιά, έλα. Τα έρημα τα ξένα βρε Γιάννη, Γιαννάκη μου, τα έρημα τα ξένα βρε παλικαράκι μου. Πέντε ποτά πέντε ποτά, άιντε, πέντε ποτάμια το έπλυναν, έλα. Ωρε και βάψαν και τα πέντε βρε Γιάννη, Γιαννάκη μου, ωρε και βάψαν και τα πέντε βρε παλικαράκι μου. Γιαννούσαινα, Γιαννούσαινα, που ήσουν και δε φαινόσουνα. Ήμουν στη ζούλα, ρε παιδιά και άναβα μάγκες τη φωτιά. Αχ, ήμουν στη ζούλα, ρε παιδιά και άναβα μάγκες τη φωτιά. Βάλε και ψήσε μας καφέ και γιόμισε τον αργελέ και φέρε να φουμάρομε το κέφι μας να κάνομε. Αχ, και φέρε να φουμάρομε το κέφι μας να κάνομε. Βάλε χασίς από το καλό να μας ζαλίσεις το μυαλό και δώσε μας το μπαγλαμά να ακούσεις τη διπλή πενιά. Αχ, και δώσε μας το μπαγλαμά να ακούσεις τη διπλή πενιά. Γιάντα είσαι νύχτα σκοτεινή και μαυροφορεμένη; μήπως αγάπησες και εσύ και σε έχουν ξεχασμένη; Έχω καρδιά που δεν μπορεί να ζει χωρίς αγάπη γιατί την εσυνήθισα από παλιά στα πάθη. Τα μάτια σου δε μοιάζουνε με μάτια του άλλου κόσμου εξανιξά τα μια φορά και πήρανε το φως μου. Ωσάν το έρημο πουλί γυρίζω μέρα νύχτα κι αντί να κλαίω τραγουδώ και μου περνά η πίκρα. Στην Κορυτσά τα καραβάνια φεύγουν για Γρεβενά πέσανε κάτω τα ταβάνια κι ο ουρανός πουθενά. Κι εγώ ζητιάνος σε δυο στράτες μια εκεί μια εδώ, λίγο πριν φτάσω στους Φιλιάτες γιάρνανα θα σου πω. Γιάρνανα γιαρνανέ δεν έχει γη για μένανε, γιάρνανα γιαρνανέ και συ κομμάτια ουρανέ. Έρμα κοπάδια στην Ομόνοια σώματα αδειανά ρίγος στο στήθος μου τα χρόνια σαν παιδιά ορφανά. Και συ δεν είπες να μου γράψεις να μου πεις σε αγαπώ τη νύχτα που θα προσπεράσεις γιάρνανα θα σου πω. Κι αν έρχονται οι φίλοι μου, για σένα και μου λένε καρφάκι δε μου καίγεται, τα αυτιά μου κλείνω εγώ. Ποια ήσουνα τι έκανες, δε θέλω να μου λένε δεν έγινε και τίποτα, γιατί σε αγαπώ. Τα όποια σου ελαττώματα, τα ήξερα εξ άλλου αυτά είναι που με αρέσουνε, για αυτά σε θέλω εγώ. Εχτές πως δε γεννήθηκες και ήσουν κάποιου άλλου ε και λοιπόν τι έγινε, εγώ θα σε αγαπώ. Γιατί είσαι μάγκισσα για αυτό σε αγάπησα γιατί είσαι άπια άπιαστο πουλί. Γιατί δεν είναι ελάττωμα να ξέρεις να τη ζήσεις αυτή την τόσο σύντομη εφήμερη ζωή. Για μένα είσαι μάγκισσα, αρκεί να με αγαπήσεις κι όλα θα ξαναγίνουνε μικρό μου από την αρχή! Τα όποια σου ελαττώματα, τα ήξερα εξ άλλου αυτά είναι που με αρέσουνε, για αυτά σε θέλω εγώ. Εχτές πως δε γεννήθηκες και ήσουν κάποιου άλλου ε και λοιπόν τι έγινε, εγώ θα σε αγαπώ. Λίγο πριν να ξημερώσει, λέξεις και φωνές δίχως να το καταλάβεις, δίχως να το θες, σε διαλέγουν, σε πλανεύουν, μπαίνουν στη μιλιά κι αν ξυπνήσεις, θα μιλήσεις, σε άγνωστη λαλιά. Εϊ. Γκιουνέ, ε ναι, Γκιουνέ ναι, Γκιουνέ. Ώσπου να το εξηγήσεις, ώσπου να σκεφτείς, τις φωνές σου μες στη λήθη πριν ξεφορτωθείς, γίνονται οι φωνές στιχάκια και φτεροκοπούν, να έβρουν χείλη, να έβρουν γλώσσα, να ελευθερωθούν. Εϊ. Γκιουνέ, ε. Ναι Γκιουνέ. Ναι Γκιουνέ. Έκανα τη μοναξιά μου παραθύρι στα όνειρα μου κι ήρθε κι έκατσε ένας γλάρος και μου μίλησε με θάρρος. Μου είπε κοίτα πως πετάω κι από τα ψηλά κοιτάω έτσι είδα τα όνειρά σου κι είμαι τώρα εδώ μπροστά σου. Μου είπε κι άλλα μου είπε κι άλλα ώσπου άρχισε ψιχάλα. Έλα, μου είπε, πάμε τώρα δε φοβόμαστε τη μπόρα. Θα πετάξουμε παντού έχω θύελλα στο νου αστραπή μες στην καρδιά μου ουρανό τα όνειρά μου. Έκανα τη μοναξιά μου παραθύρι στα όνειρά μου κι ήρθε κι έκατσε ένας γλάρος και μου μίλησε με θάρρος. Μέσα στον κόσμο έμεινα μόνη. Αχχ σαν την βαρκούλα χωρίς τιμόνι. Γλυκιά μου αγάπη. Δίχως αγάπη, χωρίς ελπίδα και απελπισμένα. Ο νους μου τρέχει στα περασμένα. Αχ πως θα ζήσω χωρίς εσένα. Γλυκιά μου αγάπη χωρίς εσένα. Γλυκιά μου αγάπη. Από την πίκρα και από τον πόνο. Αχ τρελή γυρίζω για σένα μόνο. Γλυκιά μου αγάπη. Μες την καρδιά μου φαρμάκι στάζει και αργοπεθαίνω. Με όλη την θάλασσα δεν το ξεπλένω. Και να ξανάρθεις θα περιμένω. Γλυκιά μου αγάπη θα περιμένω. Γλυκιά μου αγάπη. Στις φλέβες μου είσαι η φλόγα. Κι ο αέρας τη σάρκα μου καίει. Στων ερώτων την άγνωστη χώρα. Νικητές, νικημένοι κι ωραίοι. Με την πρώτη ματιά, όλα ήρθαν απλά. Σαν είδα στο γέλιο σου φως. Μια σταγόνα στο χιόνι με αίμα. Σε θέλω κι ας είσαι φωτιά και λυγμός. Στο μισό της στιγμής, στο νερό της βροχής. Στο βάθος εκεί, η σιωπή μου μιλάει. Ανθός και αγκάθι φθηνής εποχής. Με αντέχω θα δεις στον καιρό που κυλάει. Στις φλέβες μου είσαι η φλόγα. Κι ο αέρας τη σάρκα μου καίει. Στων ερώτων την άγνωστη χώρα. Νικητές, νικημένοι κι ωραίοι. Πώς να διώξω τη λύπη μακριά σου. Της ανάσας μου να σου δώσω την πνοή. Σε τέτοιο καιρό, καραβάκι μικρό. Πώς να σωθείς στων πολλών τη βουή. Εγώ ζω σα σκιά, μη με ψάχνεις εδώ. Ποτάμι θολό που περνάει μπροστά σου. Μην κάνεις το λάθος και μπεις στο νερό. Τη θλίψη για πάντα θα έχεις κοντά σου. Στις φλέβες μου είσαι η φλόγα. Κι ο αέρας τη σάρκα μου καίει. Στων ερώτων την άγνωστη χώρα. Νικητές, νικημένοι κι ωραίοι. Στα μαύρα φτερά της ψυχής μου. Ήρθες και πάλι εδώ να κρυφτείς. Μα ο έρωτας είναι γλυκιά φυλακή. Που δεν την αντέχει στο τέλος κανείς. Μα όσο κι αν θέλεις να μείνεις εδώ. Θα σε πάρω μαζί με οδηγό μου το πάθος. Σε αυτό το ποτάμι και στον άγριο βυθό. Κι ας το ξέρω πως ήτανε όλα ένα λάθος. Στις φλέβες μου είσαι η φλόγα. Κι ο αέρας τη σάρκα μου καίει. Στων ερώτων την άγνωστη χώρα. Νικητές, νικημένοι κι ωραίο. Όσο γίνονται όλα ξένα τόσο εγώ τα βάζω στη σειρά. Μπρος μου η νύχτα του χειμώνα και πίσω η κρύα μαύρη σου ματιά. Οι ευχές που έγιναν πουλιά τα πουλιά σκοτώθηκαν στο τζάμι κι εγώ στο μεγάλο πουθενά βρέθηκα να ζω κλεισμένος πάλι. Κι η αγάπη εκεί είναι γκρεμός βαθιά να κοιτάς δε χορταίνεις. Η αγάπη είναι ένας θεός που υπάρχει αν εσύ το πιστεύεις. Η αγάπη σου δίνει φτερά. Η αγάπη σαρώνει τα εμπόδια μα πριν ενωθείς με το φως η αγάπη σου κόβει τα πόδια. Και πως να σταθείς ξανά. Είπα θα τα αντέξω κι άντεξα ώσπου γίναν όλα μια πληγή κι έτσι να κυλήσει τα άφησα ξάπλωσα κι ακούω τη βροχή. Άνοιξα το μεγάλο πουθενά βρήκα το εισιτήριο στη σελίδα. Να κοιμάσαι δίπλα μου ξανά μέσα στο όνειρό μου πάλι σε είδα. Κι η αγάπη εκεί είναι γκρεμός γελάς και στην άκρη χορεύεις. Η αγάπη είναι ένας θεός στα θαύματα πες μου αν πιστεύεις. Κι αγάπη σαν κόμπος μετά. Η αγάπη φθηνά επεισόδια. Η αγάπη με λόγια μισά γυρνάς και το βάζεις στα πόδια και πίσω πια δεν κοιτάς. Μέσα στον καθρέφτη ένα παιδί που κολλάει το πρόσωπο στο τζάμι. Γύρα μας το μεγάλο πουθενά θάλασσα που δε θα βρεις λιμάνι. Κι η αγάπη μια έρημη ακτή. Η αγάπη ένας άγριος βράχος που με τα πόδια γυμνά πάλι ανεβαίνεις μονάχος. Κι αγάπη πελάγου γραμμή μακριά να κοιτάς δε χορταίνεις. Η αγάπη του ήλιου νησί. Εκείνη στο πλοίο περιμένεις. Ναι πότε θα έρθεις ξανά; Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε. Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας, που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε και με την πίκρα κάποτε της πείνας. Δε θα έρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης, παρά περαστικός, με την ελπίδα μου, με το όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης. Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης. Με άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου κι άλλοι το σπίτι θα έχουν της Ειρήνης. Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο που επίναμε για να ξαναζητήσω. Θα λείπεις, το κρασί τους θα είναι αλλιώτικο, όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω. Θα ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα. Τριγύρω θα είναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας, και θα είναι το τραγούδι μου σαν κλάμα. Σε αγάπησαν οι νύχτες και με ζηλέψανε που σε έχω στο πλευρό μου και σε πλανέψανε. Σε πόθησαν οι νύχτες και σου χορέψανε με μαύρα μεσοφόρια και σε μαγέψανε. Νύχτες μου, ζηλιάρες νύχτες της αγάπης μου διαρρήκτες φταίτε που δεν είναι πια εδώ. Νύχτες μου, ζηλιάρες νύχτες της αγάπης μου διαρρήκτες τώρα πια δεν έχει γυρισμό. Σε αγάπησαν οι νύχτες και με ζηλέψανε να σε εχω αγκαλιά μου δεν το αντέξανε. Σε θέλανε οι νύχτες και σε κερδίσανε γυναίκες είναι οι νύχτες και σε ποθήσανε Γυρίζω κοντά σου μητέρα το βλέμμα σου βλέπω θολό γυρίζω με δάκρυ στα μάτια και το άγιο σου χέρι φιλώ. Ξεκίνησα μόνος να φύγω από το σπίτι να πάω στα ξένα σε μέρη μακρινά. Θυμόμουν εσένα γλυκιά μου μητέρα, με έπνιξε ο πόνος και ήρθα ξανά. Γυρίζω κοντά σου μητέρα το βλέμμα σου βλέπω θολό γυρίζω με δάκρυ στα μάτια και το άγιο σου χέρι φιλώ. Βαριά πικραμένη περνούσε η ζωή μου και είπα στα ξένα να αντέξω δεν μπορώ. Αγκάλιασε η θλίψη βαθιά στην ψυχή μου και ήρθα και πάλι ξανά να σε βρω. Γυρίζω κοντά σου μητέρα το βλέμμα σου βλέπω θολό γυρίζω με δάκρυ στα μάτια και το άγιο σου χέρι φιλώ. Γύρνα φτερωτή του μύλου να περάσει το νερό, μέριασε θολό ποτάμι να έρθει το συμπεθεριό, έβγα στο άσπρο σου μπαλκόνι φεγγαράκι μου χρυσό. Τραγουδάνε τα νιογάμπρια και περνάν τον ποταμό, λάμπει στο χορτάρι η πάχνη, φτάνει το συμπεθεριό. Μέλι θα γιομίσει τώρα κάθε μύγδαλο πικρό. Γύρνα φτερωτή του μύλου να περάσει το νερό κι από τον ποταμό που λάμπει να έρθει το συμπεθεριό, έβγα στο άσπρο σου μπαλκόνι φεγγαράκι μου χρυσό. Έχω πίκρα, έχω μαυρίλα που η μοίρα με μισεί, ποιος θα με γλυκάνει, μίλα γυφτοπούλα μου εσύ. Ρίξε ζάχαρη στον πόνο, φίλα με να γλυκαθώ, γύφτικο κρεβάτι στρώνω, γύφτικα θα κοιμηθώ. Ούτε η μάνα που με γέννα δε με κέρασε κρασί, ποιος εστέναξε για μένα, γυφτοπούλα μου εσύ. Οι δεκάρες φέρνουν κέφι, κέφι και καρδιά χρυσή, ποιος χορεύει με το ντέφι, γυφτοπύλα μου εσύ. Δε θέλω να ξελογιαστώ και στης ζωής σου τους ρυθμούς να μπερδευτώ, δε θέλω να ενδώσω. Δε θέλω ανύποπτα να πετώ μες στων ματιών σου τις χαράδρες να ριχτώ και να ματώσω. Μες στων ματιών σου τις χαράδρες να ριχτώ και να ματώσω. Θέλω να βάλω τη ζωή μου σε μια τάξη, να λογαριάσω τα κρυμμένα σφάλματά μου. Να μη μπορεί ένα σου βλέμμα να με αλλάξει και μια σου λέξη να σκορπάει τα βήματά μου. Να μη μπορεί ένα σου βλέμμα να με αλλάξει και μια σου λέξη να σκορπάει τα βήματά μου. Δε θέλω να ξελογιαστώ, όσα δε μου έδωσες ποτέ να ονειρευτώ, δε θέλω να πονέσω, μα θέλω πάλι να χαθώ. Σε μια σου λέξη, δίχως φόβο, να πιαστώ, να κινδυνέψω. Σε μια σου λέξη, δίχως φόβο, να πιαστώ, να κινδυνέψω. Θέλω να βάλω τη ζωή μου σε μια τάξη, να λογαριάσω τα κρυμμένα σφάλματά μου. Να μη μπορεί ένα σου βλέμμα να με αλλάξει και μια σου λέξη να σκορπάει τα βήματά μου. Να μη μπορεί ένα σου βλέμμα να με αλλάξει και μια σου λέξη να σκορπάει τα βήματά μου. Δε με αγαπάς ειλικρινά τα μάτια σου το λένε γιατί γελάς και με κοιτάς μα τα δικά μου κλαίνε. Δεν είναι φως μου η θάλασσα ζουμπούλι να μυρίζει είναι νερό κι είναι αρμυρό κι ανθρώπους ξεχωρίζει Δε με ρώτησε κανείς αν ήθελα ετούτο το ταξίδι δε με ρώτησε κανείς αν μου άρεσε η φορεσιά με τα στενά μανίκια. Δε με ρώτησε κανείς αν ήθελα να πλημμυρίσουνε τους δρόμους με θηρία δε με ρώτησε κανείς αν μου άρεσε αυτή η άγρια πολιτεία. Και τώρα φεύγω, φεύγω για τον ήλιο και τώρα θέλω πια από την αρχή να ζήσω και τώρα τα όνειρο με κυνηγά. Δε με ρώτησε κανείς αν ήθελα να γεννηθώ μέσα σε ένα πηγάδι με λίγο αέρα και πολύ σκοτάδι. Δε με ρώτησε κανείς. Δε με ρώτησε κανείς αν ήθελα τους τοίχους που από παντού με κλείνουν δε με ρώτησε κανείς όταν έθαψε μες στο κλουβί το τελευταίο αηδόνι. Και τώρα φεύγω, φεύγω για τον ήλιο και τώρα θέλω πια από την αρχή να ζήσω και τώρα τα όνειρο με κυνηγά, έλα μαζί μου δεν είναι αργά. Δε με ρώτησε κανείς αν ήθελα ετούτο το ταξίδι δε με ρώτησε κανείς αν μου άρεσε αυτή άγρια πολιτεία. Δε με ρώτησε κανείς αν ήθελα να γεννηθώ μέσα σε ένα πηγάδι δε με ρώτησε κανείς όταν έθαψε μες στο κλουβί το τελευταίο αηδόνι. Και τώρα φεύγω, φεύγω για τον ήλιο και τώρα θέλω πια από την αρχή να ζήσω και τώρα φεύγω, φεύγω μακριά θα έρθεις μαζί μου δεν είναι αργά. Μες στο κύμα πάλι θα τρέξω με το αγέρι πάλι θα παίξω φύσα με, φύσα με. Να είναι η άμμος όλη δική μας να χτυπά στο στέρνο η ζωή μας φτάσε με, πιάσε με. Σε αυτό το κάστρο που φτιάχναμε παιδιά θα βάλω για άστρο τα δυο μας τα κορμιά. Κι όσο μαλώνουμε, κι όσο φιλιώνουμε δε μεγαλώνουμε. Κι όσο χανόμαστε κι όσο ανταμώνουμε δε μεγαλώνουμε. Όσο θα λάμπουνε τα βλέμματά μας θα είμαστε οι δυο μας για πάντα παιδιά. ότι κι αν γίνουνε τα σώματά μας θα είμαστε οι δυο μας για πάντα παιδιά. Με ένα σύνθημα βγαίνω έξω μες στο χιόνι πάλι θα τρέξω φύσα με, φύσα με. Το άσπρο θέλω πάντα δικό μας φτιάχνω μέλλον με το υλικό μας φτάσε με, πιάσε με. Κι όμως θα λάμπει το χιόνι στα κλαδιά όλη η αγάπη θα λιώνει στην καρδιά. Φωτιά παίρνουν τα σύρματα με τα τηλεφωνήματα κι ανάβουνε τα αίματα και βράδια κι απογεύματα. Δε μου φτάνουν δυο ζωές να μεθώ με τα φιλιά σου, γνώρισα καρδιές πολλές μα καμιά σαν τη δικιά σου. Θα σπάσουν τα θερμόμετρα στα σκοτεινά κι απόμερα, τα χείλη σου τα φλογερά που θα φιλώ και φανερά. Δε μου φτάνουν δυο ζωές να μεθώ με τα φιλιά σου, γνώρισα καρδιές πολλές μα καμιά σαν τη δικιά σου. Δεν με αγαπάς ειλικρινά. Τα μάτια σου το λένε, Γιατί γελάς και με κοιτάς. Μα τα δικά μου κλαίνε. Βοτάνι λησμονιάς ζητώ. Μιαν εποχή να σβήσω, Κι ίσως μπορέσω μια πληγή. Που αιμορραγεί να κλείσω. Δε σε γουστάρω, δε σε γουστάρω πια, τα έφτιαξα μόνος μου, με τρώει ο πόνος μου, τον ξύνω μόνος μου. Δε σε γουστάρω πια, πάρε τις ευθύνες σου, πάρε τις φίλες σου, χάρυβδες σκύλες σου. Που το ανακάλυψες πως θα είμαι εγώ λαμπάδα σου, να λιώνω σαν Ελλάδα σου; Δε σε γουστάρω, δε σε γουστάρω πια, σπαθί η κόψη σου, βία η όψη σου, κράτος οι απόψεις σου. Δε σε γουστάρω πια, όλο επανάληψη και εγκατάλειψη κάνω κατάληψη. Που το ανακάλυψες, πως θα σαι εσύ ο νόμος μου και κλέφτης κι αστυνόμος μου; Δε σε γουστάρω, δε σε γουστάρω πια, επαναστάτησα, διόλου δε σάστισα, τα όπλα τα έστησα. Δε σε γουστάρω πια, θέλω την προίκα μου κι όλο το ΙΚΑ μου, εν τούτω νίκα μου. Που το ανακάλυψες πως θα είσαι εσύ σημαία μου, και ΚΥΠ και ΜΑΤ και ΜΕΑ μου; Ξύπνα Βασίλη. Ωχ! Ξύπνα μωρό μου. Πάει το όνειρο μου! Ξύπνα ξημέρωσε. Πως με ξενέρωσε! Ξύπνα Βασίλη. Βοήθεια φίλοι! Δε με γουστάρω, δε με γουστάρω πια, δεν κάνω τίποτα κι όσα ονειρεύομαι μένουν ανείπωτα. Που το ανακάλυψε πως το όνειρο ήτανε χάι και με ξυπνάει και μου τη σπάει. Δε σε είδα δε σε ξέρω δε σε γνώρισα πήρα χωματένιο δρόμο και προχώρησα. Τι να γράψω εγώ για σένα, παλληκάρι μου ποια η μοίρα η δική σου ποια η χάρη μου. Όποιος για κακή του τύχη χάθηκε την άνοιξη τον φορτώνουν με λουλούδια και κατάνυξη. Κόκκινα, φτηνά σαν ψέμα, τριαντάφυλλα λόγια χιλιοφορεμένα, λόγια άφυλλα. Θα ανοίξω το τρανζίστορ κι η κεραία σου ας ακούσει τα τραγούδια της παρέας σου. Ας ακούσει τα καινούρια τα στιχάκια τους μια στα άσπρα μια στα μαύρα τα χεράκια τους. Δεν αντέχουνε τα μάτια μου στα μάτια σου τις σπίθες από τα μαύρα σου τα μάτια τις σπίθες που ξυπνάνε τα σκοτάδια μου δε σε κοιτάω, δε σε κοιτάω στα μάτια. Να διάβαζα στα μάτια σου τι σκέφτεσαι στα μάτια σου, τα μαύρα σαν τη νύχτα μαύρα πουλιά πετάξανε στο απόβραδο μαύρα πουλιά που φεύγουν μέσα τη νύχτα. Δεν αντέχουνε τα μάτια μου στα μάτια σου τις σπίθες από τα μαύρα σου τα μάτια τις σπίθες που ξυπνάνε τα σκοτάδια μου δε σε κοιτάω, δε σε κοιτάω στα μάτια Ζω με τις νύχτες απ τα περασμένα. Κι οι ώρες δεν έχουν πια καμιά λογική. Ότι είχα το έχασα με εσένα. Τη μέρα που ήρθες κι έφυγες νωρίς. Τι θέλεις να δεις δε σε ξέρει κανείς. Χαμίνια στο πάρκο φεύγουν παγωμένα. Κλείνεις τα μάτια και φοβάσαι να μείνεις γυμνή. Σε ήχους σαν θάλασσες σε διάφανες μέρες. Στου κόσμου το αύριο φοβάσαι να είσαι εσύ. Τι θέλεις. Σε ένα ψέμα κρύβομαι ξανά από σένα νικάω τόσα απωθημένα με όνειρο στρατό. Προχωράω μπροστά τα βήματα μετράω τις αλήθειες μου ξεχνάω μα πάντα είσαι εδώ. Δε σε φτάνω, σε αγγίζω δε σε πιάνω, σε βρίσκω και σε χάνω και λείπεις και είσαι εδώ. Δε σε φτάνω, σε έχω πάντα επάνω από τη ζωή που χάνω γιατί να σε αγαπώ. Σε ένα ψέμα το αύριο μου βρίσκει τέρμα και στον αέρα ένα κέρμα το σήμερα που ζω. Σε χαρίζω, σε αυτό το χθες που δεν αξίζω. Τον πόνο μου πανηγυρίζω μα πάντα είσαι εδώ. Δε σε φτάνω, σε αγγίζω δε σε πιάνω, σε βρίσκω και σε χάνω και λείπεις και είσαι εδώ. Δε σε φτάνω, σε έχω πάντα επάνω από τη ζωή που χάνω γιατί να σε αγαπώ. Σε ένα ψέμα κρύβομαι ξανά από σένα. Ποιος το είπε που αυτό το χώμα βγάζει μόνο πορτοκαλιές. Οι πλαγιές έχουν άλλο χρώμα κάθε Μάη που ανθίζουν πασχαλιές. Και σου το είπα μωρέ Νικόλα στην πατρίδα έχουμε από όλα φως νερό και ηλεκτρικό κι από τότε μέχρι τώρα τουρισμό. Άντε κι ακόμα μια γυροβολιά. Άντε κι ο κύκλος στενεύει για μας. Άντε το στόμα σου το αήμερο. Άντε κι ο έρμος και πού να το βρω. Το χωράφι γεμάτο στάρι καρτεράει το θερισμό. Την καρδιά μου όμως ποιος θα πάρει να την ρίξει στον βαθύ τον ποταμό Πάνε χρόνια τώρα που έχω δει το πρόσωπό σου. Και στο νου μου λάμπει η κάθε του πτυχή. Δέκα χρόνια φύγαν με το βλέμμα το δικό σου. Κι εγώ τρέμω για το αύριο, τρέμω για την άλλη μέρα. Δέκα χρόνια μοναξιά, δέκα χρόνια αληθινά. Στο δωμάτιο σαν να σκόρπισε το γέλιο σου. Όταν τότε μου μιλούσες σιγανά και με ρωτούσες η ζωή αν προσπερνά. Είχες πάντα όλο το χρόνο με το μέρος σου. Είναι κάτι ώρες που περνούν από το μυαλό μου. Χρώματα θολά και λέξεις που πονούν. Μα χωρίς το κύμα να ποτίζει το όνειρό μου. Είναι άχαρη η αλήθεια, φεύγω για να μην τη χάσω. Δέκα χρόνια μοναξιά, δέκα χρόνια αληθινά. Στο δωμάτιο σαν να σκόρπισε το γέλιο σου. Όταν τότε μου μιλούσες σιγανά και με ρωτούσες η ζωή αν προσπερνά. Είχες πάντα όλο το χρόνο με το μέρος σου Έλα για μια βόλτα στη βροχή πέφτουνε τα αστέρια στην ψυχή κι αν σε λάθος δρόμο περπατώ άσε με ακόμα να ονειρευτώ. Και κράτα με σφιχτά στο δρόμο το στενό τελειώνει η βραδιά, θα βρούμε ουρανό. Δεν είμαστε δυο είμαστε ένα όχι εγώ κι εσύ αλλά εμείς μια ζωή ο ένας για τον άλλον ως το τέλος της διαδρομής. Μη φοβάσαι να ονειρευτείς μπες στην αγκαλιά μου να κρυφτείς κι αν ο κόσμος άρπαξε φωτιά κοίτα ακόμα λάμπει η νυχτιά. Εμείς οι δυο μαζί αντέξαμε πολλά και μην ανησυχείς τα πάντα είναι απλά. Δεν είμαστε δυο είμαστε ένα όχι εγώ κι εσύ αλλά εμείς μια ζωή ο ένας για τον άλλον ως το τέλος της διαδρομής Φεύγω να πάω σε άλλη γη κι όλο σκορπάω σαν βροχή σε στεγνές αγκαλιές σε στημένες πυρκαγιές κι όλο σκορπάω σαν γιορτή κι όλο στερεύω σαν ψυχή που δεν ξέρω που να πάω που δε θέλω να αγαπάω. Φεύγω να πάω από μένα μακριά κι αν είναι να έρθεις ανοιχτή θα βρεις για σένα καρδιά. Αν ξαναρθείς, θα σου πω δεν είναι αργά. Φεύγω, γυρνάω μια ζωή έμαθα να είμαι πιο παιδί και σε θέλω πιο βαθιά κι ας φοβάμαι για όλα αυτά. Δεν είναι αργά για εμάς τώρα πια μη φοβηθείς. Μην ακούς τι σου λέει μια θλιμμένη καρδιά. Μη φοβηθείς, δεν είναι αργά. Δεν έχω άλλη υπομονή δεν έχω που να ταξιδέψω μου περισσεύει μια ζωή δεν έχω που να την ξοδέψω χειμώνιασε και με άφησες από έξω. Με χάδια πρόστυχα φτηνά εγώ δεν πρόλαβα να παίξω πάνω σου μόνο μια φορά σαν δάκρυ πρόλαβα να τρέξω χειμώνιασε και μεάφησες από έξω. Αγάπες έρχονται και πάνε παίζουν μαζί μας σαν παιδιά αγάπες που μας ξεπερνάνε κι ύστερα γίνονται πουλιά έλα, απόψε βάλε τα καλά σου έλα, απόψε ντύσου γιορτινά έλα, έλα και πάρε με κοντά σου έλα, και μη με δώσεις πουθενά. Δεν έχω άλλη υπομονή δεν έχω δρόμο να διαλέξω μέσα μου ουρλιάζει μια φωνή χωρίς εσένα πως να αντέξω χειμώνιασε και με άφησες από έξω Δεν έχω πια δικαίωμα. Στο πλάι μου να σε έχω. Να σε ξυπνούν τα χείλη μου. Πρωί με τον καφέ. Δεν έχω πια δικαίωμα. Φως μου να σε προσέχω. Μα στην καρδιά μου σε έκλεισα. Και δε θα βγεις ποτέ. Δυο τσιγάρα θα καπνίσω και τα δυο για σένα. Δυο ποτήρια θα γεμίσω και θα πιω για δυο. Κι αν με πάρει και δακρύσω, από το νου μου πέρνα. Και τα μάτια σκούπισέ μου, σαν να είσαι εδώ. Δεν έχω πια δικαίωμα. Τις νύχτες να σε αγγίζω. Να λιώνω μες στα χείλη σου. Και να μου λες ξανά. Δεν έχω πια δικαίωμα. Στο όνειρο να ελπίζω. Μα στην καρδιά μου σε έκλεισα. Κι αυτό είναι που πονά Ποιος το περίμενε πως θα έμενες ανάμνηση πως θα γινόσουν ένας ίσκιος και μια πλάνη κάτι που ανέτρεψε ο καιρός με μια του άρνηση και μια εκδίκηση θαρρείς την πιο μεγάλη. Δεν έχω τίποτα δικό σου που να κράτησα κανένα ενθύμιο καμιά φωτογραφία ίσως το φταίξιμο μου ήταν που γονάτισα γυρνώντας πλάτη στη μεγάλη ευτυχία. Ψάχνω να βρω το πέρασμά σου στα δωμάτια αγγίζω πράγματα που εσύ τα είχες αγγίξει ψάχνω να βρω τι ακριβώς ήρθε ενάντια χωρίς καμιά προειδοποίηση να δείξει Ζήλια κι αγάπη, αυτά τα δυο με βάλανε στην μέση με καταντήσανε τρελή στην πιο αθλία θέση. Δεν ζηλεύω, δεν ζηλεύω πληγώθηκε η καρδιά μου γύρνα αγόρι μου γλυκό μέσα στην αγκαλιά μου. Από την ζήλια μου έφυγε το αγόρι μου και πάει κάποιας ταβέρνας την γωνιά πίνει και ξενυχτάει. Δεν ζηλεύω, δεν ζηλεύω πληγώθηκε η καρδιά μου γύρνα αγόρι μου γλυκό μέσα στην αγκαλιά μου. Πάντοτε μια φτωχή καρδιά. Την εκτυπούνε οι πόνοι. Στο μονοπάτι της ζωής. Όπου βαδίζει μόνη. Δεν κλαιν οι δυνατές καρδιές η μοίρα όταν τις δέρνει. Γιατί πιστεύουν με καιρό. Πως κάθε πόνος γένη Δεν κρύβεται ο πόνος μου μα ούτε και περνάει είναι πληγή αγιάτρευτη για αυτόν που αγαπάει. Κι αν ξενυχτώ με το πιοτό. μέσα στο μεθύσι μου εσένανε ζητώ. Κατηγορούν οι φίλοι μου την άσπλαχνη καρδιά σου μα εμένα από τα χείλη μου δεν φεύγει το όνομά σου. Κι αν ξενυχτώ με το πιοτό. Μέσα στο μεθύσι μου εσένανε ζητώ. Μέρα και νύχτα καρτερώ κοντά μου να γυρίσεις την πεθαμένη αγάπη μας να την ξανά αναστήσεις. Κι αν ξενυχτώ με το πιοτό. Μέσα στο μεθύσι μου εσένανε ζητώ Δεν μπορώ μανούλα μου, δεν μπορώ, αχ συρε να φέρεις το γιατρό. Αχ συρε να φέρεις το γιατρό, μην πεθάνω η δόλια και χαθώ. Αγάπησα μανα με αγάπησα, πικρά η μαύρη το μετάνιωσα. Πικρά η μαύρη το μετάνιωσα, αχ μανούλα μου δε σε άκουσα. Ζήλεψα μανα με την ομορφιά, τώρα είμαι άρρωστη βαριά. Τώρα είμαι άρρωστη βαριά, θα πεθάνω η δόλια κι είμαι νια. Σώπα τσούπρα με και μην κλαις εσύ, θα φέρω το γιατρό ταχιά πρωί. Θα φέρω το γιατρό ταχιά πρωί, να σου γιάνει κόρη με την πληγή. Είναι ωραίο να αγαπάς αλλά να μη ζηλεύεις και μένανε παιδεύεις. Μα συ το παρακάνεις και πας να με τρελάνεις και παραφέρεσαι. Μα συ το παρακάνεις και πας να με τρελάνεις, δεν υποφέρεσαι. Έχω γνωρίσει στη ζωή γυναίκες να ζηλεύουν, τους άντρες να παιδεύουν. Μα συ το παρακάνεις και πας να με τρελάνεις και παραφέρεσαι. Μα συ το παρακάνεις και πας να με τρελάνεις, δεν υποφέρεσαι. Αν θες να μη χωρίσουμε πάψε να με ζηλεύεις κι όλο να με παιδεύεις. Γιατί το παρακάνεις και πας να με τρελάνεις και παραφέρεσαι. Γιατί το παρακάνεις και πας να με τρελάνεις, δεν υποφέρεσαι. Δέντρο είχα στην αυλή μου κυπαρίσσι στον μπαξέ μου το ποτίζω μαύρο δάκρυ το φαρμάκωσα το δέντρο κι έπεσαν τα φύλλα κάτω έσκυψα να τα μαζέψω βρίσκω ένα δαχτυλίδι. Να μαστε λοιπόν. Άντρες που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, μόνο εσύ μου έμεινες στο τέλος. Να μαστε λοιπόν, μόνο που είσαι εδώ νιώθω ωραία. Άντρες μπαινοβγαίνονε τα όνειρα μας κλέβουνε, πάλι οι δυό μας μείναμε παρέα. Πήγαινε με σπίτι νιώθω πόνο στη καρδιά, μέσα στη ζωή μου άλλη μια ψαλιδιά, κοίτα από τα μάτια μου αν έφυγε η μπογιά, να με προσέχεις. Κράτα με είμαι χάλια με έπιασε λιποθυμιά, δως μου από το τσιγάρο σου μια ακόμη ρουφηξιά, άνοιξε τη τσάντα μου έχω δεύτερα κλειδιά, εσύ να τα έχεις. Άλλη μία ήττα μη μου πεις στα είπα, η αγάπη είναι φωτιά. Τι έχω πάθει κοίτα μη μου πείς στα είπα και μη χάσεις τα κλειδιά. Να μαστε λοιπόν, φίλη μου τον ευατό μου χάνω. Δε σου είπα ευχαριστώ ούτε πόσο σε αγαπώ, μόνο λεώ να πέσω να πεθάνω. Να μαστε λοιπόν, μου μαζεύεις τα άλουστα μαλλιά μου. Το ταξί μας έφτασε κι ότι εκείνος έχασε, θα μου πεις φορώντας τα γυαλιά μου. Πήγαινε με σπίτι νιώθω πόνο στη καρδιά, μέσα στη ζωή μου άλλη μια ψαλιδιά, κοίτα από τα μάτια μου αν έφυγε η μπογιά, να με προσέχεις. Κράτα με είμαι χάλια με έπιασε λιποθυμιά, δως μου από το τσιγάρο σου μια ακόμη ρουφηξιά, άνοιξε τη τσάντα μου έχω δεύτερα κλειδιά, εσύ να τα έχεις. Άλλη μία ήττα μη μου πεις στα είπα, η αγάπη είναι φωτιά. Τι έχω πάθει κοίτα μη μου πείς στα είπα και μη χάσεις τα κλειδιά. Δεν έχει χρόνο για να σκέφτομαι εσένα. Δεν έχει πόνο να πονώ για σένα πια. Φως μου εδώ κάτω δεν υπάρχει μοναξιά, ούτε παρέα. Και όταν ψάχνω που είναι ο ήλιος να κοιτάξω. Κι όταν ρωτάω αν θα ρίξει μια βροχή. Τότε θυμάμαι πως με σκότωσες εσύ και δεν υπάρχω. Αν μπορούσα να ζήσω για δεύτερη φορά. Πάλι θα έτρεχα πίσω στα μάτια σου μπροστά. Να σε ξαναγαπήσω για δεύτερη φορά. Κι ας πέθαινα ξανά. Αν μπορούσα να ζήσω για δεύτερη φορά. Θα ερχόμουνα να αφήσω μπροστά σου την καρδιά. Αν μπορούσα να αρχίσω για δεύτερη φορά. Θα διάλεγα ξανά, ξανά εσένα. Κι ούτε υπάρχω σαν μια σκέψη στο μυαλό σου. Σαν ένας κάποιος που ήταν κάπου ζωντανός. Λιώνω σαν χιόνι που με ρίχνει ο ουρανός στο πρόσωπό σου Δημητρούλα μου, θέλω απόψε να μεθύσω και με σένανε μερακλού μου να γλεντήσω έλα πάμε στην Ραφήνα αλανιάρα μου που έχει ψάρια και ρετσίνα παιχνιδιάρα μου. Θα σου φέρω λατέρνα κάνε κέφι και κέρνα τα ναζάκια σου άσε τα με τη γάμπα σου σπάσε τα κι όλα εγώ τα σπασμένα τα πληρώνω για σένα Δημητρούλα μου, τράβα ένα κρασάκι ακόμα. Βάλε το κούκλα μου το ποτήρι σου στο στόμα ρούφα ακόμα μια ρετσίνα να μεθύσουμε και το βράδυ, βρε τσαχπίνα, θα γλεντήσουμε. Θα σου φέρω λατέρνα κάνε κέφι και κέρνα τα ναζάκια σου άσε τα με τη γάμπα σου σπάστα κι όλα εγώ τα σπασμένα τα πληρώνω για σένα. Ταβερνιάρη μου, φέρε μας και κοκκινέλι κι αγάπη μου τον καρσιλαμά χορεύει κούνησε μου το λιγάκι το κορμάκι σου χτύπα μου το τικι τικι τακ το τακουνάκι σου Δημητρούλα μου γεια σου! πάρτα όλα δικά σου! Τα ναζάκια σου άσε τα με τη γάμπα σου σπάσε τα κι όλα εγώ τα σπασμένα τα πληρώνω για σένα Ήρθε η ώρα για να φύγω. Έχω αργήσει αρκετά. Αφού ότι έκανα ήταν λίγο. Φτερά ανοίγω. Ανανεώνω την καρδιά. Όταν καταλάβεις θα ναι αργά. Και θα είμαι ήδη μακριά. Θα υπάρχουν άδεια βράδια. Που θα με ζητάς. Όταν καταλάβεις τι είμαι εγώ. Τότε δε θα θέλω να σε δω. Τέλειωσε το θύμα, κρίμα. Άδικα γελάς. Έτσι για να μαθαίνεις. Τηλέφωνα θα παίρνεις. Όμως για μένα θα είσαι άγνωστη φωνή. Έτσι για να μαθαίνεις. Μηνύματα θα στέλνεις. Και επιτόπου θα τα κάνω. Διαγραφή. Μάζεψα απλά τα πράγματα μου. Έκλεισα μέσα μου το χθες. Η πόρτα βρίσκεται μπροστά μου. Και η μοναξιά μου. Έχει να φέρει αλλαγές. Δεν θα είναι μια ανέμελη βόλτα ένας περίπατος στης πόλης τα φώτα τον δρόμο δεν θα σου δείξει ένα αστέρι κανείς δεν θα έρθει να σε πάρει από το χέρι. Μέσα στου ωραίου πρωινού την δροσιά η πιο βαθιά σου τύψη μόνη θα σβήσει ο ουρανός σου έστειλε μια ευχή είναι δικιά σου τώρα η διαδρομή. Ώσπου η αγάπη ελευθερώσει το φως ώσπου η σκέψη να ξεχάσει το πως είναι ο δρόμος ο πιο μακρινός. Ότι είναι μέσα σου, είναι δικό σου εσύ ο δαίμονας κι ο Άγγελος σου της μέρας η φωτιά, της νύχτας το αίμα όλα τα χρώματα θα γίνουνε ένα. Όταν η αγάπη ελευθερώσει το φως όταν η σκέψη ξεχάσει το πως θα είναι ο δρόμος ο πιο μακρινός ως την καρδιά σου. Ώσπου ο χρόνος να γεννήσει την στιγμή και στο σκοτάδι να ανοίξει μια ρωγμή είναι δικιά σου η διαδρομή. Διασπορά Σμύρνη Καναδά μακριά μου έχεις παει πονάει. Ο ένας έφυγε για Αυστραλία ο άλλος μπάρκαρε μικρός στα πλοία. Τούρκοι κι Έλληνες στη Γερμανία μέρα νύχτα στη βιομηχανία χτίσανε την νέα. Κόνωνα διασπορά άξιζε η σπορά ναι η ψυχή μου προχωράει, γελάει ο ένας λάντσα χρόνια στην Αστάρια ο άλλος καπετάνιος στα βαπόρια. Ελληνάκια σκληραρογυμένα δούλευαν για σένα και για μένα. Ο ένας έφυγε για Αυστραλία ο άλλος μπάρκαρε μικρός στα πλοία. Τούρκοι κι Έλληνες στη Γερμανία μέρα νύχτα στη βιομηχανία χτίσανε την νέα. Κόνωνα ο ένας λάντσα χρόνια στην Αστάρια ο άλλος καπετάνιος στα βαπόρια Ελληνάκια σκληραρογυμένα ξανακτίσανε τα γκρεμισμένα δούλευαν για σένα και για μένα Από παιδί με είχανε στην άκρη για τα παιχνίδια τους έπεφτα μικρή μια λέξη όμως από τότε είχα μάθει διαφορετική. Οι δάσκαλοι με είχαν για χαμένο και τα σχολεία μου άλλαζα διαρκώς μια λέξη όμως από τότε έχω μάθει διαφορετικός. Τα χρόνια φεύγουν σαν τα χελιδόνια οι φίλοι φεύγουνε και εμείς από την αρχή μια λέξη όμως διαρκώς να μας θυμίζει διαφορετικοί. Γέφυρες χτίζουμε, φράγματα γκρεμίζουμε. Σκοπιά, γκαζούρα, λάντζα και καψόνι με λίγα λόγια ελληνικός στρατός και μία λέξη διαρκώς να μου θυμίζει διαφορετικός. Σε κάθε σπίτι πόρτες κλειδωμένες ζωές κρυμμένες σε γκρίζα φυλακή και μία λέξη διαρκώς να μας θυμίζει διαφορετικοί. Τα χρόνια φεύγουν σαν τα χελιδόνια. Γέφυρες χτίζουμε, φράγματα γκρεμίζουμε Με ένα γέλιο που μιμείται τη χαρά χρόνια τώρα περιμένεις στην ουρά, μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου τη διέξοδο να βρεις του μονοδρόμου, μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου τη διέξοδο να βρεις του μονοδρόμου. Δικαίωση γυρεύω, μια δικαίωση στην Αλεξάνδρεια που χάνω ματαίωση ελπίζω, μια ματαίωση σε όλα τα πάρτι που θα κάνω. Στην Ιθάκη σε θρηνήσανε νωρίς, ζωντανός θα κρατηθείς όσο μπορείς, μες στες πολλές κινήσεις και ομιλίες σιωπητήριο σημάναν οι φιλίες, μες στες πολλές κινήσεις και ομιλίες σιωπητήριο σημάναν οι φιλίες. Δικαίωση γυρεύω, μια δικαίωση στην Αλεξάνδρεια που χάνω ματαίωση ελπίζω, μια ματαίωση σε όλα τα πάρτι που θα κάνω. Από τη δικτατορία του προφανούς ως τη δικτατορία του αφανούς περάσανε τριάντα χρόνια. Απρίλης του εξήντα επτά και τα παντζούρια της κλειστά έχει η Ελλάδα. Απρίλης του ενενήντα εφτά τι κι αν παντζούρια ανοιχτά κανένας έξω δεν κοιτάει μέσα από την τηλεόραση ο Έλλην προχωράει. Και χάι Χίτλερ και τιβί πατρίδα τζάμι μου είσαι εσύ ότι μου πεις εσύ και μόνο εσύ θα κάνω είμαι μονάχος, μόνος μου θέλω μαζί σου να πεθάνω. Και χάι Χίτλερ και τιβί κάνε στο τζάμι μια πληγή βάλε το χέρι σου και βγάλε τους τους μεγιστάνες τους παράνομους και γδάρτους. Πολλά σύννεφα λίγα δέντρα. Μετά τη τελική κραυγή απλώνεται η σιωπή! στα πουλιά στήσαν ενέδρα. Είναι του Διστόμου η μυρωδιά κι αναστενάζουνε βαθιά. Παιδιά που χάσαν την αγκαλιά και αναστέναξαν βαριά. Τι τύχη είχε ένα πουλί για το Χορτιάτη και τα Καλάβρυτα. Το βόλι δεν το είχε βρει και πέταξε πολύ μακριά. Συνάντησε ήλιους σβηστούς το πείσμα και τη λευτεριά! μαύρα ρούχα, δακρυσμένους αετούς και μια αγέρωχη καρδιά που κρατά ακόμη ψηλά. Δεν άντεξε άλλο το πουλί από την βροχή την αρμυρή και πέταξε για τη ζωή σε ένα αδέσποτο καράβι κάθισε πάνω στο κατάρτι τα μάτια του να ξεκουράσει βαθιά το τρώει η επιστροφή. Πριν σε καινούριο κόσμο φτάσει. Χρόνια μακριά στην ξένη γη η θύμηση μοναδική που του παγώνει την ψυχή. Ο κόσμος του χαμογελά είναι ο Αργύρης που περνά με ένα μειδίαμα απαντά και χρώματα από την ίριδα μες τη ζωή του αναζητά. Κι έγινε το όμορφο πουλί ένα μικρό γλυκό παιδί μες του Διστόμου τα στενά που χάθηκαν με τις κραυγές! Κι όλο χαμόγελα σκορπά! Ένας κυκλικός χορός απόψε αρχινά είναι του σαράντα τα παιδιά σήμερα θα ήταν γηρατειά. Είναι των πουλιών λαλιές. Δίχως μάνα και πατέρα, ορφανή από μικρή, ερμοπούλι τριγυρίζω, ζω τη μαύρη, τη μαύρη μου ζωή. Αν πουλάω το κορμί μου κι αν μοιράζω τα φιλιά, η καρδιά μου μόνο ξέρει ποια με δέρνει, με δέρνει συμφορά. Είναι άδικος ο κόσμος και ποτέ δεν εννοεί, τι είναι ορφάνια, τι είναι πόνος, τι είναι φτώχεια, φτώχεια στη ζωή. Διώξε με μάνα, διώξε με απο το σπιτικό σου και πες δεν είμαι πια παιδί, μανούλα μου δικό σου. Διώξε με μάνα, διώξε με, τον πόνο σου να νιώσω, για το κακό μου ριζικό να φύγω να γλιτώσω. Διώξε με μάνα, διώξε με, στα ξένα να γυρίζω και με τα μαύρα δάκρυα το χώμα να ποτίζω. Πάντα σου άρεσε τραγούδια να μου λες που στάζαν έρωτα και πελαγίσια αρμύρα που ελέγαν θάλασσα του ποταμού τη μοίρα και πύλες του παράδεισου τις εκβολές. Πόσα τέρμινα ο έρωτας κρατάει ποιος το μέσα του ποτάμι σταματάει μες στη δίνη ενός χαμένου παραδείσου μόνο αυτούς που δεν αγάπησαν λυπήσου. Πάντα σου άρεσε να κρύβεις τις πληγές να αλλάζεις θέμα με ένα γέλιο ή με ένα νεύμα και να πηγαίνεις διαρκώς κόντρα στο ρεύμα όπως η πέστροφα πηγαίνει στις πηγές Τώρα μακραίνουμε πύργοι, παλάτια. Κλαίνε μου οι θύμησες, κλαίνε τα μάτια. Τώρα θανάσιμη νύχτα με ζωνει. Μέσα μου ογκώνονται οι άφραστοι πόνοι. Με είδαν προσπέρασαν όσοι αγαπάω. Μόνος απόμεινα κι έρημος πάω. Πόσο το ανέβασμα του άχαρου δρόμου! Στρεφω κοιτάζοντας προς το όνειρό μου. Μόλις και φαίνονται οι άσπρες εικόνες. Τα άνθη χαμόγελα μες στους χειμώνες. Με είδαν προσπέρασαν όσοι αγαπάω. Μόνος απόμεινα κι έρημος πάω. Αεροσαλεύουνε κρίνοι και χέρια. Ήλιοι τα πρόσωπα. Μάτια τα αστέρια. Είναι και ανάμεσα σε όλα η αγάπη. Στο πρωτοφίλημα κόρη που εντράπη. Κι όλο μακραίνουνε πύργοι, παλάτια. Κλαίνε μου οι θύμησες κλαίνε τα μάτια. Συχνά μου λες, μωρό μου, να μπω στην άβυσσο, της αγκαλιάς σου, φως μου, αντίο αυτού του κόσμου κι οι δυο, τσουπ, στην παράδεισο. Δυο δυο, δυο δυο ποτέ δεν μπαίνουνε σε παραδείσου πόρτα, λυπάμαι που σου το λέω αυτό κι αν θέλεις, τρέχα ρώτα. Δυο δυο, δυο δυο ποτέ δεν μπαίνουνε σε παραδείσου πόρτα, λυπάμαι που σου το λέω αυτό κι αν θέλεις, τρέχα ρώτα. Μα ας κάνουμε τη δοκιμή και σβήσε πια τα φώτα. Μα εσύ μου επιμένεις πως κατά εξαίρεσιν όλοι οι ερωτευμένοι είναι προβιβασμένοι, χωρίς συν, πλην, διαίρεση. Δυο δυο, δυο δυο ποτέ δεν μπαίνουνε σε παραδείσου πόρτα, λυπάμαι που σου το λέω αυτό κι αν θέλεις, τρέχα ρώτα. Δυο δυο, δυο δυο ποτέ δεν μπαίνουνε σε παραδείσου πόρτα, λυπάμαι που σου το λέω αυτό κι αν θέλεις, τρέχα ρώτα. Μα ας κάνουμε τη δοκιμή και σβήσε πια τα φώτα. Δυο δυο, δυο δυο ποτέ δεν μπαίνουνε σε παραδείσου πόρτα, λυπάμαι που σου το λέω αυτό κι αν θέλεις, τρέχα ρώτα. Δυο ναυτικοί πίνουν ρακί τα μεσημέρια στο καρνάγιο, σαν πειρατές από το χτες που έχουν σωθεί από ναυάγιο. Στόμα πικρό και αρμυρό από της ζωής τους το αλάτι. Πού είσαι εσύ, πού είμαι εγώ μέσα στης θάλασσας το χάρτη; Μια ξενιτιά είναι η ζωή, ένα καράβι αναμνήσεις. Για της αγάπης τη φωτιά αξίζει όμως να τη ζήσεις, για της αγάπης τη φωτιά αξίζει πάλι να τη ζήσεις. Δυο ναυτικοί στη φυλακή της νοσταλγίας ζωγραφίζουν, και στα παλιά με μια γουλιά και με ένα δάκρυ αρμενίζουν. Παραμιλούν και απειλούν, θέλουν εκδίκηση να πάρουν. Είναι η στεριά πολύ βαριά, ψάχνουνε πάλι να μπαρκάρουν. Μια ξενιτιά είναι η ζωή, ένα καράβι αναμνήσεις. Για της αγάπης τη φωτιά αξίζει όμως να τη ζήσεις, για της αγάπης τη φωτιά αξίζει πάλι να τη ζήσεις. Το τελευταίο βράδυ μου απόψε το περνάω κι όσοι με πίκραναν πολύ τώρα που φεύγω από τη ζωή όλους τους συγχωρνάω. Όλα είναι ένα ψέμα μια ανάσα μια πνοή σαν λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή. Εκεί που πάω δεν περνά το δάκρυ και ο πόνος τα βάσανα και οι καημοί εδώ θα μείνουν στη ζωή κι εγώ θα φύγω μόνος. Όλα είναι ένα ψέμα μια ανάσα μια πνοή σαν λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή. Δυο πόρτες έχει η ζωή άνοιξα μια και μπήκα σεργιάνισα ένα πρωινό κι ώσπου να έρθει το δειλινό από την άλλη βγήκα. Όλα είναι ένα ψέμα μια ανάσα μια πνοή σαν λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή. Είχα μάτια δει πολλά, ένοχα και ντροπαλά μάτια που δε με ρωτήσανε, αν τρελά με κατακτήσανε. Με έκαψε όμως μια φωτιά από πράσινη ματιά που το ξέρω θα με καίει ως τα γηρατειά. Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες με έχουνε κάνει τρελό. Καρδιά μου να ξέρεις τα μάτια που είδες πως δε θα σου βγουν σε καλό. Φοβάμαι ακόμα και να τους το πω γιατί έχουν το χρώμα το πρασινωπό. Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες με μάθανε πως να αγαπώ. Μάτια πράσινα γλυκά, μάτια μελαγχολικά που στο βλέμμα σας ζαλίζομαι και πονώ και βασανίζομαι. Σας ζηλεύω τρομερά, σας λατρεύω τρυφερά μάτια πράσινα με καίνε πρώτη μου φορά. Δυο τρελοί σε ένα καζάνι, όριο βρασμού θα μας φάνε τα κοράκια του εγωισμού. Δυο τρελοί σε ένα μανδύα μόνοι μπήκανε η ανάφλεξη βραδεία και δεθήκανε. Δυο τρελοί σε ένα καζάνι, όριο βρασμού θα μας φάνε τα κοράκια του εγωισμού. Δυο τρελοί χίλια λαμπάκια αναβοσβήνουνε κάνουν το καζάνι βάρκα και το λύνουνε. Να μια βάρκα, μια βαρκούλα να μαΐστρος τραμουντάνα να μια διάτρητη καρδούλα να κι η δόλια μου η μάνα. Δυο τρελοί σε ένα καζάνι, πάνω στην πυρά μια ζωή με τα ξερά τους καίνε τα χλωρά. Δυο τρελοί, γυαλί το μάτι στο γινάτι τους κόβουνε στα δυο το χάπι, την αγάπη τους. Ήτανε δυο παλληκάρια, φίλοι αχώριστοι πιστοί, έναν έρωτα στα ζάρια, παίξαν κι έχουν χωριστεί. Σκότωσαν δυο παλληκάρια, μια φιλία ζηλευτή, είχαν ήλιους και φεγγάρια και τα χάσανε, γιατί; Στη χαρά, στη λύπη αντάμα, τη ζωή έκαναν γιορτή, τώρα πια ούτε ένα γράμμα, σαν να πέθαναν, γιατί; Σκότωσαν δυο παλληκάρια, μια φιλία ζηλευτή, είχαν ήλιους και φεγγάρια και τα χάσανε, γιατί; Μικρή πατρίδα μου κύμα το κύμα, μες στα όνειρά σου τα όριά σου ψάχνεις για να βρεις. Κι από τα πέλαγα που ταξιδεύεις σαν ένας ναύτης με μια πληγή, σαν ένας χάρτης που τον πονάει η ανατολή. Ισμίρ, η Σμύρνη κι η Νέα Σμύρνη, μια γειτονιά που την πονάει η μαχαιριά όταν θυμάται. Κρυφό μεράκι μου, ποίημα το ποίημα, μια Οδύσσειά σου τα βάσανά σου ψάχνεις για να πεις. Και με τα δύσκολά όπως παλεύεις, σαν το θηρίο όταν πονάς, βρίσκεις τη δύναμη και συγχωράς. Και αν έχω πάθει, δεν έχω μάθει και στην καρδιά μου, άλλο ένα αγκάθι έχω επιτρέψει, να είσαι για μένα, μα πλέον τέρμα και άκου καλά. Κλάμα στα πατώματα, ως τα ξημερώματα πόνο, πίκρα και θυμό νιώσαμενιώσαμε. Μη σκορπάς τον χρόνο, σου πες αλλού τον πόνο σου από συναισθήματα, δώσαμεδώσαμε. Δε μου αξίζουν, όσα έχω ζήσει. Δε φταίει το σύμπαν, δε φταίει η φύση επιλογή μου, να είσαι μαζί μου και επιλογή μου. Να πω το γεια. Το τσιγάρο σου στο στόμα φάρος που φωτίζει ακόμα για να διώχνει όσους περνούνε πάνω σου μη τσακιστούνε. Όταν το σώμα δίπλωσαν να μην τους βρουν οι σφαίρες και πίστεψαν πως γλίτωσαν τους πέτυχαν οι μέρες. Όσες ψυχές κατάλαβες τόσες ζωές θα ζήσεις φτηνά το πήρες το όνειρο φτηνά θα το πουλήσεις. Δώσε μου μια αγκαλιά, τέτοιο βραδάκι που είναι άμα δε τρώμε σίδερα, τι θα χουμε να πούμε. Δώσε μου φωτιά να ανάψω βάλε μου κρασί να πιω πρέπει απόψε να ξεγράψω ότι στον κόσμο αγαπώ. Δώσε μου φωτιά να κάψω πια από την καρδιά του χωρισμού το βάσανο βάλε μου να πιω από το πιοτό το δυνατό της λησμονιάς το βάλσαμο. Δώσε μου ανθούς να ρίξω όπου πας κι όπου διαβείς δώσε μου ψυχή να αντέξω τα χαστούκια της ζωής. Δώσε μου φωτιά να κάψω πια από την καρδιά του χωρισμού το βάσανο βάλε μου να πιω από το πιοτό το δυνατό της λησμονιάς το βάλσαμο Δώσε μου μια μέρα αληθινή μες στην ψευτιά και τη ντροπή, χίλιες μια νύχτες με μεθάς, κλειστά χαρτιά μη μου κρατάς. Τα όνειρά μας παίξαμε, στον κόσμο δε χωρέσαμε, ψύχραιμοι τώρα και ταπί ας βρούμε την Ανατολή. Κάνε να βγει ξανά ο ήλιος το πρωί, κάνε να αντέξουμε άλλη μια στροφή. Για πόσο θα είναι ακόμα οι δρόμοι ανοιχτοί που τελειώνει η στιγμή. Κι αν η αγάπη πέρασε κι αν η ζωή μας γέλασε, εγώ είμαι εδώ και μη μου σκάς θα γίνω κλόουν να γελάς. Της νύχτας μου βασίλισσα τα χρόνια μου ξεφτίλισα μες στην φευτιά και στη ντροπή δώσε μου μια μέρα αληθινή. Κάνε να βγει ξανά ο ήλιος το πρωί. Δώσε μου μια μέρα αληθινή τι πάει χαμένο και τι ζει, πού θα είμαι αύριο αδιαφορώ, το εδώ και τώρα σου ζητώ. Οι απαντήσεις λιώσανε και οι σοφοί τελειώσανε, σε μια παράλογη εποχή η λογική μου είσαι εσύ. Τις γλώσσες των πουλιών για να μιλήσεις να ακούσεις τις φωνές των ποταμών πρέπει να πάρεις μονοπάτια των γκρεμών κι αν έχεις τύχη πίσω να γυρίσεις αν θες τις γλώσσες των πουλιών να τις μιλήσεις. Σκιές μες στην ομίχλη που πλανιούνται και όνειρο στα βλέφαρα μωρού μπαίγνιο του αέρα, περιγέλιο του καιρού οι άνθρωποι περνούνε και ξεχνιούνται σαν τις σκιές μες στην ομίχλη που πλανιούνται. Ο έρωτας που άνοιξε την πόρτα και μπήκε σαν απόκοσμη πνοή. Είναι του κόσμου η γαλέρα κι η ζωή βαθιά σου που ζητούν καινούρια ρότα δεν είναι ο έρωτας που άνοιξε την πόρτα. Καθένας από μας είναι ένα αστέρι μονάχος σε μιαν άκρη του ουρανού. Μέσα στη λίμνη των ματιών του διπλανού τη λάμψη του θα δει για να το ξέρει ότι καθένας από μας είναι ένα αστέρι. Έβαλε ο Θεός σημάδι παλληκάρι στα Σφακιά κι ο πατέρας του στον Άδη άκουσε μια τουφεκιά. Της γενιάς μου βασιλιά, μην κατέβεις τα σκαλιά. Πιες αθάνατο νερό να νικήσεις τον καιρό. Έβαλε ο Θεός σημάδι παλληκάρι στα Σφακιά κι η μανούλα του στον Άδη τράβηξε μια χαρακιά. Της καρδιάς μου βασιλιά με τον ήλιο στα μαλλιά, μην περνάς τη χαρακιά η ζωή είναι πιο γλυκιά. Έβγα ήλιε για να λάμψω για να βγω καρδιές να κάψω. Πρώτα πάω στην Ειρήνη που κρατεί χρυσό λαγήνι και κρασί στις κούπες χύνει. Έβγα ήλιε για να λάμψω για να βγω καρδιές να κάψω. Για να πάω στην Ελένη που υφαίνει και ξιφαίνει με μαλαματένιο χτένι. Έβγα ήλιε για να λάμψω για να βγω καρδιές να κάψω. Μα αντάμωσα στη στράτα καστανή και μαυρομάτα που τη λέγανε Σταμάτα. Κρύψου ήλιε μη σε κάψει η φωτιά που μου έχει ανάψει. Σε αυτή την πατρίδα κερδίζουν οι άφοβοι και οι σκληροί οι όμορφοι κι οι δυνατοί. Το γέλιο, η αγάπη, το δάκρυ ο πόνος δε μας σταματά. Σημαία μας η μοναξιά. Του κόσμου αφέντρα πια εγώ με ένα τρελό χορό θα σπέρνω όπου περνώ τρόμο και πανικό. Με ψεύτικα λόγια φωλιάζει η κακία και η πονηριά στης σκέψης την κάθε γωνιά. Με κάστρα από άμμο κι ελπίδες που ο αγέρας σαν στάχτες σκορπά αθώες ψυχές ξεγελά. Εγώ αποφασίζω διατάζω και ορίζω, Χωρίς την αγάπη θα αλλάξουνε όλα επάνω στη γη θα γίνει μια νέα αρχή. Θα σβήσουν τα αστέρια να λάμψει η αλήθεια η μοναδική. Κερδίζω και χάνεις εσύ. Φωτιά δεν είμαι να σε κάψω, ούτε μαχαίρι να κοπείς, εγώ σου φέρνω χαρά κι αγάπη, δεν έχεις λόγο να φοβηθείς, εγώ σου φέρνω χαρά κι αγάπη, έλα να αρχίσεις πάλι να ζεις. Εγώ δε μοιάζω με τον άλλον, με αυτόν που σου άνοιξε πληγές, που κλείδωσε τα όνειρά σου στης μοναξιάς τις φυλακές. Εγώ δε μοιάζω με τον άλλον, εγώ δε μοιάζω με τον άλλον. Δεν είμαι αγέρας, δεν είμαι μπόρα, ούτε ποτάμι να πνιγείς, στην αγκαλιά μου και στα φιλιά μου, θα βρεις αγάπη να ζεσταθείς, στην αγκαλιά μου και στα φιλιά μου, έλα να αρχίσεις να ξαναζείς. Εγώ δε μοιάζω με τον άλλον, με αυτόν που σου άνοιξε πληγές, που κλείδωσε τα όνειρά σου στης μοναξιάς τις φυλακές. Εγώ δε μοιάζω με τον άλλον, εγώ δε μοιάζω με τον άλλον. Εγώ δεν είμαι κιανενούς, μονό είμαι του απατού μου ελεύθερος και μοναχός εις τσι κορφές του νου μου. Εγώ είμαι που γεννήθηκα σε δέτες και φαράγγια κι είχα και αητούς για συγγενείς και φίλους τα γεράκια. Τη μέρα είμαι ένα σκυλί τη νύχτα γίνομαι φιλί κι όλο γαβγίζω. Μια το φεγγάρι στο βουνό μια τα κορίτσια που ποθώ και δεν ορίζω. Κρύβομαι πίσω από κλαδιά φίδι κεντάει η καρδιά σέρνομαι, τρέχω. Δίπλα μου ανθίζουνε φιλιά στα δυο ανοίγουν τα νερά κι εγώ δεν έχω. Σαν Βαρδάρης που έχει βάρδια παρασέρνεις τη ζωή μου και γεμίζεις με σημάδια, αχ την ψυχή μου. Μα εγώ είμαι από την Καλαμαριά, πώς να τα αντέξω όλα αυτά, καρδιά μου, αχ, πώς να το αντέξω όλα αυτά; Η αγάπη σου είναι κύμα που με πάει και με φέρνει, παίρνει του καημού το νήμα, αχ και με δένει. Μα εγώ είμαι από την Καλαμαριά, πώς να τα αντέξω όλα αυτά, καρδιά μου, αχ, πώς να τα αντέξω όλα αυτά; Δεν έχω λόγο την ασχήμια να κοιτάω όταν τον ήλιο στην καρδιά μου κουβαλάω. Έχει ο καιρός γυρίσματα και μέσα από τα προβλήματα θα ξαναβρώ τα βήματα πως να σταθώ, είναι στιγμή μου κι άκρη μου το γέλιο και το δάκρυ μου είναι δικιά μου ιστορία, είμαι εγώ. Εγώ είμαι τα παράλογα και τα λογικά, εγώ διαλέγω σχέδια, κόσμο, υλικά, εγώ το χτίζω το όνειρο, μάτια μου γλυκά, εγώ που ζω στα ψεύτικα, κλαίω αληθινά. Δεν έχω λόγο το παράλογο να κρίνω, έχω ευθύνη σε ότι πιάνω, σε ότι αφήνω. Όρισα τη διάσταση κι αν παίζω στην παράσταση δε φταίει καμιά κατάσταση. Πώς να σου το πω, είναι στιγμή μου κι άκρη μου το γέλιο και το δάκρυ μου είναι δικιά μου ιστορία, είμαι εγώ. Εγώ είμαι τα παράλογα και τα λογικά, εγώ διαλέγω σχέδια, κόσμο, υλικά, εγώ το χτίζω το όνειρο, μάτια μου γλυκά, εγώ που ζω στα ψεύτικα, κλαίω αληθινά. Εγώ εκαταδικάστηκα για μιαν αγάπη μόνο να ζητιανεύω τη χαρά και να πουλώ τον πόνο. Εγώ κρασί δεν έπινα γιατί σε αγαπώ καλύτερα να πέθαινα παρά να σου το πω. Εγώ γουλιά δεν έβαζα να μη φανερωθώ και κάθε νύχτα πέθαινα χωρίς να αναστηθώ. Εγώ καπνό δεν κάπνιζα να μην πυρποληθώ τη φλόγα μου χαλάλιζα να σβήσω, να χαθώ. Εγώ σουγιά δεν κράταγα να μη μαχαιρωθώ στα κύματα περπάταγα και πότε στο βυθό. Εγώ καλά κατάλαβα πως δε με αγαπάς, το δάκρυ μου μετάλαβα και στο καλό να πας. Εσύ θα χάσεις μάτια μου κι εγώ θα πικραθώ καλύτερα να πέθαινα παρά να σε αγαπώ. Αγάπη που δεν λέγεται φωτιά χωρίς καπνό και στο κρασί το γύρισα να αλλάξω ουρανό. Δεν έπινα δε με ήθελες, να πίνω δε με πας μου φαίνεται, ματάκια μου, δεν ξέρεις να αγαπάς μου φαίνεται, βρε μάτια μου, δεν ξέρεις τι ζητάς. Εγώ πολύ σε αγάπησα για αυτό σε συγχωρώ κι αντί να κόψω το κρασί, θα κόψω το νερό. Αντί να κόψεις το κρασί να κόψεις το νερό. Εγώ μεγάλωνα για σένα και μάλωνα για σένα στους δρόμους με τα υπόλοιπα παιδιά τα βράδια ίδρωνα για σένα και στον ύπνο μου για σένα τολμηρά είχα κρυμμένα μυστικά. Μετά ωρίμαζα για σένα και σκάρωνα θλιμμένα στιχάκια που δεν τα διάβαζε κανείς ετοιμαζόμουνα για σένα και δεν άκουγα κανένα που μου λεγε πως ίσως δε φανείς. Και περάσαν οι ζωές μας δεν βρεθήκαμε ποτέ μας και τη θέση την παίρνουνε σκιές με αγαπάνε με φροντίζουν κάπου κάπου σε θυμίζουν κι εσύ έρχεσαι και φεύγεις όταν θες. Κι έτσι ζω μόνο για σένα ετοιμάζομαι για σένα ερωτεύομαι για σένα περιμένοντας εσένα. Για σένα ήμουν και γινόμουν το κάλο και το κακό μου και δεν είχα μόνον έναν εαυτό για σένα άλλαζα σαν φύλλα τη χαρά και τη μαυρίλα και το σπίτι μου είχα πάντα ανοιχτό. Για σένα τράβαγα πιστόλι κι από φόβο με είχαν όλοι και δεν άντεχα στο πλάι μου ψυχή φανταζόμουνα εσένα σε νοήματα κρυμμένα και ήταν μόνο μια καινούρια σου εκδοχή. Το θέλω να σε καταλάβω παρακαλώ μην με παρεξηγείς κάπου μιλάμε άλλη γλώσσα δεν φταις εσύ κι έτσι φτιάχνουμε ένα τοίχο εγώ από δω κι εσύ από εκεί. Εγώ μιλάω με τραγούδια δεν έμαθα άλλη γλώσσα ποτέ μπερδεύομαι στη λογική σου τραυλίζω, γίνομαι παιδί. Μη μου γυρεύεις εξηγήσεις δεν ξέρω να σου εξηγώ πάρε με μες στη μουσική σου σε ένα τρελό χορό για δυο. Μην προσπαθήσεις να με βάλεις σε ένα τετράγωνο κουτί το σχήμα μου είναι αφηρημένο αν με αγαπάς ίσως το βρεις. Ξέρεις, πάρα πολύ το θέλω να είμαστε όμορφα μαζί αλλά μη με καταπιέζεις γιατί είναι δύσκολη η ζωή. Εδά που ανοίγουν οι καιροί και τα πουλιά φωλένε. Έλα κοντά μου και θα δεις ίντα καλά θα είναι. Ασφενταμένιε μου ασκιανέ κρυγιό νερό τση βρύσης στη μυρισμένη σου αγκαλιά πότε θα με κοιμίσεις Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης. Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στα ασφοδίλια. Ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων. Εμείς που τίποτα δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη. Ας μη μας ξεχάσουν. Είδα στον ύπνο μου θηρία μεθυσμένα, γυμνό το σώμα μου, με μάτια γερασμένα, τοπίο ανάποδο η ζωή που δεν την έζησα, λίγο στο δρόμο της περπάτησα και έσβησα. Είδα στον ύπνο μου το μίζερο χιτώνα σου, κάποιο παιδί να ξαγρυπνάει στον ελαιώνα σου, σκόρπια τσιγάρα, δίχως λύπη για προσάναμα, μια εποχή χωρίς Ελύτη στα πεντάγραμμα. Είδα στον ύπνο μου τον κήπο των θαυμάτων, και τη γενιά μου σε ένα κάδο αποριμμάτων, σε άδειο στρατόπεδο μια νύχτα ξενητεύτηκα, πριν πάρει είδηση κανείς, τι ονειρεύτηκα. Κι είδα στον ύπνο μου καράβια της ελπίδας, κάποιο μαχαίρι στην κορφή της πυραμίδας, ποιος σε προδίνει, ποιον προδίνεις, δεν το έψαξα, είδα στον ύπνο μου τον ύπνο σου και έκλαψα. Είδα στον ύπνο μου τον κήπο των θαυμάτων, και τη γενιά μου σε ένα κάδο αποριμμάτων, σε άδειο στρατόπεδο μια νύχτα ξενητεύτηκα, πριν πάρει είδηση κανείς, τι ονειρεύτηκα. Είδα τον παππούλη μου, τον Μικρασιάτη με γυμνή πατούσα να μετράει τον ήλιο. Να διαβαίνει ποταμούς με απλωτές οργιές σαν την λαγωνίκα ψάχνοντας τον Άδη να ζητάει το δρόμο. Πότε με τον ύπνο πότε με τον ξύπνο να κερδάει τον κόσμο, με ζαριές. Είδα τον παππούλη μου, τον Μικρασιάτη άκρη άκρη στο ποτάμι, τυλιγμένος με προβειές. Σπαραγμένος από μέδουσες σκυλιά, πλήθος όρνεα, αρμαθειές γύρω τριγύρω σερπετά. Έφυγε ξαρμάτωτος ούτε που μετάλαβε έφυγε ξαρμάτωτος λίγο πριν μπαρκάρει για μακρύ ταξίδι στους μικρούς μπαξέδες του καρασεβντά. Σαν τον αετό είχα φτερά ώ ώ ώ και πέταγα και πέταγα πολύ ψηλά μα ένα χέρι λατρεμένο ένα χέρι λατρευτό μου τα κόβει τα φτερά μου για να μη ψηλά πετώ. Είμαι αετός χωρίς φτερά χωρίς αγάπη και χαρά χωρίς αγάπη και χαρά είμαι αετός χωρίς φτερά. Το χέρι αυτό το λατρευτό ώ μες στη ζωή μες στη ζωή θα το αγαπώ ότι και να μου έχει κάνει όλα του τα συγχωρώ με φτερούγες τσακισμένες πάντα εγώ θα το αγαπώ. Άμα ψάχνεις για ξενύχτια, για αγκαλιές και για φιλιά, πρέπει να μετακομίσεις στη δική μου αγκαλιά. Είμαι γυναίκα χουβαρντού τι θες και κάθεσαι αλλού, έλα στο δικό μου στέκι όλα θα σου τα παρέχει. Άμα ψάχνεις για αγάπες έλα κι έλα και μην το αργείς, ότι και να σου έχει λείψει στο πλευρό μου θα το βρεις. Είμαι γυναίκα χουβαρντού τι θες και κάθεσαι αλλού, έλα στο δικό μου στέκι όλα θα σου τα παρέχει. Μέσα στη νύχτα άδικα ψάχνω να σε βρω είμαι χαμένος, είμαι χαμένος. Στο αεράκι της ζωής παιχνίδι παίξαμε εμείς είμαι χαμένος, είμαι χαμένος. Πάρε την ψυχή μου κάνε την κομμάτια όλη η ζωή μου μες στα δυο σου μάτια. Είσαι αγγέλου ζωγραφιά στις φλέβες μου ξυραφιά είμαι χαμένος, είμαι χαμένος. Τώρα σε ψάχνω στο χαρτί μπλεγμένος μέσα στο γιατί είμαι χαμένος, είμαι χαμένος. Έμεινα μόνος μου και μίλαγα σε ένα φανταστικό ακροατή τη μοναξιά μου παραφύλαγα να μη με κλείσει μες το ψεύτικο κελί. Το αυτί μου βούιζε και πάντα πίστευα πως κάποιος τώρα θα με μελετάει, κάτι καθάριζε από έξω χάραζε ας μείνει ατέλειωτη η γραφή κι ας πάει. Είμαστε όλοι εδώ αόρατοι και ορατοί, είμαστε όλοι εδώ γραμμένοι στο βράχο με χρυσή γραφή. Με πήρε η νύχτα σου και συ μου κλεψες μια ανάσα και κοιμήθηκες. Όλοι μες το όνειρο δεν τους λυπήθηκες όποιος γλιτώσει κι όποιον πιάσεις μες τα δίχτυα σου. Απών στη δίκη μου, το δεκανίκι μου, πόσα χρόνια στο κελί θα μπαινοβγαίνω θέλω το σπίτι μου, δίνω το νοίκι μου. Για πάντα μόνος μου να ζω και να πεθαίνω ορχήστρα της σιωπής, χορεύω ξημερώματα μες της αυγής τα χρώματα. Επέτρωσεν ο πόνος μου και δεν μπορώ να κλάψω είναι βαρύ το χέρι μου και πώς να σε αγκαλιάσω. Είναι ο καημός μου ένα πουλί που βγαίνει σαν νυχτώνει είναι ο καημός μου μια φωτιά που όσο φυσάς φουντώνει. Μαρμάρωσε η θάλασσα πέτρωσε το φεγγάρι και το καράβι βούλιαξε που ερχόταν να μας πάρει Μια θάλασσα κρυφή και ένας φόβος που αρμενίζει στέκει αμίλητος και ορίζει τη ζωή μου τη μισή. Στο βράχο περιμένει μια βαλίτσα και ένα βλέμμα αχ να ήταν Θεέ μου ψέμα να μην έφευγες ποτέ. Είναι η αγάπη της αρρώστιας γιατρικό να ξεφύγω από της ζωής μου το μαρτύριο κρύβω μέσα στη καρδιά μου μυστικό προσευχή στο βραδινό σιωπητήριο. Θα ξαναρθώ με δυο φτερά και της λύρας το τραγούδι να γίνει ο έρωτας λουλούδι κι ο χορός αστροφεγγιά. Είναι η αγάπη της αρρώστιας γιατρικό να ξεφύγω από της ζωής μου το μαρτύριο κρύβω μέσα στη καρδιά μου μυστικό προσευχή στο βραδινό σιωπητήριο Μπαίνω στο σπίτι μου συχνά όπως και στο όνειρό μου με τον μικρό φακό μου. Σε μια πατρίδα μια σταλιά έχω μικρό ντιβάνι και χαμηλό ταβάνι. Κι αλλάζουν θέση τα έπιπλα τα φώτα αλλάζουν χρώμα μονάχα εμείς ακόμα. Ίδια πατάμε στο νερό και στην στεριά, στον ουρανό είναι νωρίς για το όνειρο είναι νωρίς ακόμα. Μπαίνω στην πόλη μου συχνά όπως και στο όνειρό μου με το αλεξίπτωτό μου. Κάποιοι κοιμούνται στο μπετό κι έχουν για προσκεφάλι το πλαστικό μπουκάλι. Κι αλλάζουν θέση τα πουλιά η γη αλλάζει χρώμα μονάχα εμείς ακόμα. Ίδια πατάμε στο νερό και στην στεριά, στον ουρανό είναι νωρίς ακόμα δεν πίστεψες ακόμα. Πώς σου μοιάζει το φως. Από τα μάτια τρυπώνει και το νου μου σκαλώνει πως μου μοιάζει το φως. Μη ρωτάς τι και πώς. Η μισή μας αλήθεια ζει με τα παραμύθια. Μη ρωτάς τι και πως. Πότε θα έρθει ο καιρός. Ξημερώνει και πάλι σε ένα ξένο λιμάνι. Πότε θα έρθει ο καιρός. Είναι τόσο απλό. Μια φορά θα στο πω. Αχ καρδιά μου μισή η ζωή είναι μικρή. Είναι τόσο απλό Είπα το πόσο σε αγαπώ μόνο στον εαυτό μου γιατί είναι ο μόνος που κρατεί κρυφά το μυστικό μου. Ποιος τόπος είναι πιο κρυφός από τον νου του ανθρώπου που σε κρύψε μα φαίνεσαι στην όψη του προσώπου Ειρήνη χάραζε και χαρά στην πλάση, σε μεγάλους και παιδιά, σε ουρανούς και δάση. Αχ ειρήνη, ειρήνη μας, έλα στα παιδάκια, έλα στα παιδάκια, να ξεχάσουν πόλεμους, πίκρες και φαρμάκια. Είχες πει στο γκαρσόνι πως απόψε δε θά έρθεις πως σου έτυχε κάτι το πολύ σοβαρό. Κι έτσι έμεινα μόνος στο μπαράκι της Βάθης να μην ξέρω τι κάνω και ποια λύση να βρω. Κι όπως έγινα κομμάτια κι έχω μείνει μοναχός ο καημός μου καίει τα μάτια και μου λείπεις δυστυχώς. Είχες πει στο γκαρσόνι ότι κάτι συμβαίνει που δε θες να το μάθω για να μη πληγωθώ. Μα η νύχτα απόψε τη ζωή μου μού παίρνει και δεν ξέρω ποιος είμαι ούτε πού θα βρεθώ. Κι όπως έγινα κομμάτια κι έχω μείνει μοναχός ο καημός μου καίει τα μάτια και μου λείπεις δυστυχώς. Είχες πει στο γκαρσόνι. Είχε νυχτώσει και με πήρε το παράπονο, όσο σκεφτόμουνα πως άλλη σε αγκαλιάζει. Με ένα τραγούδι λυπημένο και παράτονο, πήρα το δρόμο που στην πόρτα σου με βγάζει. Βάφτηκε η νύχτα με του πόνου μου τα χρώματα. Κι εγώ της είπα τα φιλιά μου να σου στείλει. Είχε νυχτώσει κι ως αργά τα ξημερώματα, είχε ξεχάσει και ο ήλιος να ανατείλει. Κι έκλαιγε μαζί μου το φεγγάρι και πονούσε, μέχρι τα χαράματα για σένα μου μιλούσε. Με έβλεπε να λιώνω και με οίκτο με κοιτούσε, Κι έκλαιγε μαζί μου το φεγγάρι και θρηνούσε. Κι έκλαιγε μαζί μου το φεγγάρι. Είχε νυχτώσει και στο δάκρυ μου καιγόμουνα, που δεν κατάλαβες ποτέ αυτό που νιώθω. Και αυτά τα μάτια που για χάρη τους χανόμουνα, άλλη κοιτάζανε με αγάπη και με πόθο. Μαύρες σκιές οι αναμνήσεις με τρομάζανε κι εσύ σε άλλο προσκεφάλι ξαγρυπνούσες. Κι όλου του κόσμου τα φεγγάρια σε δικάζανε, που μιαν αγάπη σαν κι αυτή περιφρονούσες. Πού να βρώ σώμα, για να σε αγγίξω, όλο καλώδια και συγκολλήσεις, σε ποια πανσέληνο να σε φιλήσω βραχυκυκλώματα θα με διαλύσεις. Στα όνειρα σου κρυφά με αναζητάς, όμως το χάραμα και πάλι θα με δώσεις, στο διαφημιστικό χαμογελάς σε μένα που σε λίγο θα σκοτώσεις. Πέφτω απάνω σου σαν την βροχή μα αγγίζω μόνο μια ομπρέλα και συ από κάτω μοναχή, ένα παράθυρο στην τρέλα. Έλα; Είμαι ένα τρένο με άδεια βαγόνια, που πάει κι έρχεται μόνο για σένα κι από τα τόσα τα τόσα δρομολόγια, εσύ δεν μπήκες ποτέ σου σε κανένα. Πέφτω απάνω σου σαν την βροχή μα αγγίζω μόνο μια ομπρέλα και συ από κάτω μοναχή, ένα παράθυρο στην τρέλα. Έλα; Έλα, έλα, έλα, έλα να σου πω. Έλα να σου πω μωρό μου πως σε αγάπησα. Όμως κάθε δρόμος κρύβει μια παρεκτροπή. Και για αυτό μονάχα τώρα λύνω τη σιωπή. Τριγυρνώ στα μέρη που γυρίζαμε. Και τα νιώθω όλα όπως τα αφήσαμε. Τα μικρά δενδράκια ο αέρας το ίδιο τα λυγά. Και τα αστέρια είναι όλα στην παλιά σειρά. Ξέρω θα ξανάρθεις κάποια άνοιξη. Θα είσαι ένα μικρό δενδράκι που ο αέρας θα λυγά. Θα έρθεις σαν θα λησμονήσω άλλη μια φορά. Πως τα αστέρια είναι όλα στην παλιά σειρά Έλα μαζί μου, κάπου να πάμε χέρι με χέρι. Σε ένα άσπρο σύννεφο, σε ένα παράδεισο, σε κάποιο αστέρι. Πάνω από σύννεφα, πάνω από θάλασσες κι από στεριές. Στους γαλαξίες και στις απέραντες τις ξαστεριές. Έλα μαζί μου μια νύχτα μόνο, βήμα με βήμα. Σαν γλάροι ξένοιαστοι να ταξιδεύουμε πάνω από το κύμα. Εμείς κι η αγάπη μας για άλλο όνειρο, γι άλλη φωλιά. Τον έρωτά μας Θεό να κάνουμε και βασιλιά. Έλα να φτιάξουμε ένα πλοίο να ταξιδέψουμε στο σύμπαν στο μακρινότερο σημείο με την αγάπη μας φορτίο. Κι άσε τους να ψάχνουν να μας βρούνε με τηλεσκόπιο και χάρτες εμείς θα στείλουμε ένα σήμα πως είμαστε αστροναύτες. Άσε τα σχέδια και τους φόβους και μη σε νοιάζει για εκείνους που παίζουν κλέφτες κι αστυνόμους ξέχνα τα πρέπει και τους νόμους. Κι άσε τους να ψάχνουν να μας βρούνε με τηλεσκόπιο και χάρτες εμείς θα στείλουμε ένα σήμα πως είμαστε αστροναύτες Άνεμος ήσουν του Θεού μες στη ζωή, που φύσαγε για μένα, μα σε βουνό ριζώθηκες, καρδούλα μου, κι έγινες του ήλιου πέτρα. Έλα ψυχή μου, χόρεψε, τρέλανε το φεγγάρι, δεν πρόλαβα τα λάθη μου, όσα δεν έχω κάνει. Στον ουρανό ήσουν ευχή, καρδούλα μου, στην γη η αμαρτία, κι όταν σε κέρναγα κρασί, κορίτσι μου, ζήλευε η ευτυχία. Έλα ψυχή μου, χόρεψε, τρέλανε το φεγγάρι, δεν πρόλαβα τα λάθη μου, όσα δεν έχω κάνει. Κλείσε τα μάτια σου, στα δυο σου βλέφαρα για να κοπώ κι ύστερα, φίλα με εκεί που κόπηκα, να γιατρευτώ. Έλα, φεγγάρι μου, μαργαριτάρι μου, να σε χαρώ, θα σε έχω εικόνα μου, θα με έχεις, στο λαιμό, σου φυλαχτό. Έλα, καρδούλα μου, μέσα στην καρδούλα μου, να δροσιστώ, γίνε φωνούλα μου μέσα στη φωνούλα μου, να τραγουδώ. Όποιος μας έφτιαξε, μέσα μας, έβαλε χώμα πολύ, γίνε νεράκι μου, το εσωψυχάκι μου να ποτιστεί. Έλα, καρδούλα μου, μέσα στην καρδούλα μου, να δροσιστώ, γίνε φωνούλα μου μέσα στη φωνούλα μου, να τραγουδώ. Ελενάκι μου, για σένα έχω έρθει από τα ξένα, και γυναίκα μου θα σε κάνω, αχ, και μαζί σου θα πεθάνω. Αμάν, αμάν, Ελενάκι, εσύ με πότισες φαρμάκι, εσύ με πότισες φαρμάκι, στην καρδια και στο αχειλάκι. Όλο το χωριό, Ελένη, να σε πάρω περιμένει, δέκα αμάξια θα αγκαζάρω και θα έρθω να σε πάρω. Αμάν, αμάν, Ελενάκι, εσύ με πότισες φαρμάκι, εσύ με πότισες φαρμάκι, Ελενάκι, Ελενάκι. Συ μας το έβαλες, Ελένη, το μαχαίρι και δεν βγαίνει, το μαντήλι σου έχει νάζι και θαρρώ πως με φωνάζει. Αμάν, αμάν, Ελενάκι, εσύ με πότισες φαρμάκι, εσύ με πότισες φαρμάκι, στην καρδια και στο αχειλάκι. Ζούμε σε έναν κόσμο μαγικό με φόντο την Ακρόπολη, το Λυκαβηττό. Γεμάτα τα μπαλκόνια, πολιτικά αηδόνια. Υποσχέσεις και αγάπες και πολύχρωμα μπαλόνια για ευτυχισμένα χρόνια. Κι εσύ Ελένη και κάθε Ελένη της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη. Η ζωή σου, να το ξέρεις, είναι επικηρυγμένη. Να πεθαίνεις για την Ελλάδα είναι άλλο κι άλλο εκείνη να σε πεθαίνει. Κι εσύ Ελένη και κάθε Ελένη της επαρχίας, της Αθήνας κοιμωμένη. Ζούμε σε ένα κόσμο μαγικό. Υποχθόνια δουλεύει με μοναδικό σκοπό. Να σε μπάσει στο παιχνίδι, τη ζωή σου πως θα φτιάξει. Να σου τάξει, να σου τάξει την ψυχή σου να ρημάξει. Κι όταν φτάσει να ελέγχει της ελπίδας σου τον πόνο δεν του φτάνει ετούτο μόνο. Με γλυκόλογα σε παίρνει από το χέρι. Σε βαφτίζει της Ελλάδας νοικοκύρη. Κι εκεί που λες αλλάξανε τα πράγματα και σηκώνεις το ποτήρι. Αρπάζει, κλέβει το όνειρό σου και του κάνει χαρακίρι. Τα νιάτα σου φωτιά τα όνειρά σου όμως στάχτη, οι φίλοι λιγοστοί μόνοι τους ζουν σε κάποιαν άκρη. Τη μέρα προσπερνάς θέλεις τη νύχτα να γυρίζεις, δεν ξέρεις τι ζητάς δεν ξέρεις που θα καταλήξεις. Ελεύθερος θα πει να μη φοβάσαι το χαμό σου, ελεύθερος θα πει να κυνηγάς τον εαυτό σου. Μέσα την ανάσα σου φωλιάζουν αίμα, πόνος, δάκρυ, μικρά χλωμά παιδιά που δεν υπάρχουν πια στο χάρτη. Πισθάγκωνα δεμένο σε βάζουν μέσα σε ψυγείο, τα πάντα να ξεχάσεις να μη μπορείς να κλαις για δύο. Ελεύθερος θα πει να μη φοβάσαι το χαμό σου, ελεύθερος θα πει να αγαπάς τον εαυτό σου. Ελεύθερος θα πει να αγαπάς τον εαυτό σου, Ελεύθερος θα πει να με αγαπάς σαν τον εαυτό σου. Έχω ένα μικράκι, ελεφαντάκι τετρακόσια είκοσι κιλά τρώει εφτά κασόνια, μακαρόνια κι όλο κάνει τούμπες και γελά. Όταν ανεβαίνει στην τραμπάλα με πετάει ψηλά, στον ουρανό κι όποτε βουτάει στην πισίνα φεύγει από μέσα το νερό! Έχω ένα μικράκι, ελεφαντάκι τετρακόσια είκοσι κιλά πίνει εφτά κουβάδες, λεμονάδες κι όλο κάνει τούμπες και γελά. Παίζουμε το απόγευμα στον κήπο τρέξιμο και μπάλα και κρυφτό κι ύστερα στο μπάνιο μου πετάει με την προβοσκίδα το νερό. Έχω ένα μικράκι, ελεφαντάκι τετρακόσια είκοσι κιλά θέλει κόπο μα, θα βρω τον τρόπο να το πάρω κάποτε αγκαλιά!! Με τις ελπίδες θα περνώ κερά μου τον καιρό μου, τώρα που το έκοψες στα δυο το όμορφο το όνειρό μου. Βιόλα μου και καντιφέ μου και σγουρέ βασιλικέ μου. Με την ελπίδα πως μπορεί ξερό κλαδί να ανθίσει, ελπίζω κι ο παλιός καιρός πως θα ξαναγυρίσει. Τρίκλωνε βασιλικέ μου, αν με συλλογάσαι πες μου. Περνάει ο Στρατός, της χώρας ο φρουρός κι ανοίγω προς τα μπρος το βήμα ολοταχώς στη δόξα μου τραβώ σαν να παραληρώ σαν τον τρελό από πίσω, εν δυο. Απλός εγώ περνώ, μονάχος περπατώ βαδίζω σιωπηλός μα αποφασιστικός, τρελά ποθώ να βρω ποιος είμαι, γιατί ζω, το πλήθος θα διασχίσω εντός. Δεν ξέρω το καλό και το άλλο το αγνοώ το πλήθος με αγνοεί μα νιώθω τι εννοεί και τρέχω να χωθώ στον νου μου να σωθώ και ξέρω ποιο το πλήθος, εγώ. Λαβύρινθο περνώ, θαρρώ σφιχτά κρατώ τον μίτο τον χρυσό την έξοδο να βρω Θησέας να τη δω και να λευτερωθώ μα ουρά του Μινώταυρου κρατώ. Του φεύγω από τα δεξιά μου φεύγει από τα ζερβά. Αν με νικήσει νά! αν τον νικήσω, να! Μια τούρτα είναι η καρδιά να σβήσω τα κεριά, Να τα χιλιοχρονίσω. Μαγκιά. Εγώ είμαι μοναχός, συνάμα συρφετός, Και πίσω κουρνιαχτός σε μια γωνιά ο Θεός. Ψωνίζει μπακλαβά, γυρνά και μου γελά. Και αυτό που τώρα ακούτε, Ηχώ. Έτσι όπως γύριζε η Γη βύθιζε τη Σελήνη στην πιο όμορφη θάλασσα που έχεις φανταστεί κι εγώ σφιχτά σε κράταγα που κοίταζες το ασήμι με όλα σου τα βλέμματα που είχα ερωτευθεί. Κι όπως ξημέρωνε μετά, έτσι μετά νυχτώνει έτσι κοιμόμαστε αγκαλιά κρατώντας το σεντόνι ααααχ του κόσμου εμείς οι μόνοι. Έτσι σε κοίταζα κρυφά, να βλέπεις το Φεγγάρι ανάμεσα στα μάτια σου μια χρυσή γραμμή δεν ήτανε σαν όνειρο που ήρθε να με πάρει ήταν νερό που δίψαγε στο στόμα μου να μπει. Κι όπως ξημέρωνε μετά, έτσι μετά νυχτώνει έτσι κοιμόμαστε αγκαλιά κρατώντας το σεντόνι ααααχ του κόσμου εμείς οι μόνοι. Κι όπως ξημέρωνε μετά, έτσι μετά νυχτώνει έτσι κοιμόμαστε αγκαλιά κρατώντας το σεντόνι ααααχ του κόσμου εμείς οι μόνοι. Όταν σε έχω απέναντί μου πως ταράζεται η ψυχή μου κι όταν με ακουμπάς μωρό μου παίρνω φωτιά ότι είναι στραβό ισιώνεις τα κομμάτια μου ενώνεις με την δύναμη που έχεις στην καρδιά. Ααααααααα. Όταν σε έχω εδώ μαζί μου το κορμί και η ψυχή μου γίνονται ένα αφήνομαι στην αγκαλιά σου μες στα μαγικά φιλιά σου γίνομαι ένα, γίνομαι ένα. Κι όταν μες στη μοναξιά μου αχ φυλακίζεται η καρδιά μου ξέρω μάτια μου πως έχεις το κλειδί και θα έρθεις να με ελευθερώσεις από τη Γη να με σηκώσεις στου ουρανού τα βάθη να βουτήξουμε μαζί. Ααααααααα. Όταν σε έχω εδώ μαζί μου το κορμί και η ψυχή μου γίνονται ένα αφήνομαι στην αγκαλιά σου μες στα μαγικά φιλιά σου γίνομαι ένα, γίνομαι ένα. Ξέρω μάτια μου πως έχεις το κλειδί έλα να με σηκώσεις, να με ελευθερώσεις μες στην αγκαλιά σου, μέσα στα φιλιά σου γίνομαι ένα, ένα με εσένα. Ααααααααα. Όταν σε έχω εδώ μαζί μου το κορμί και η ψυχή μου γίνονται ένα αφήνομαι στην αγκαλιά σου μες στα μαγικά φιλιά σου γίνομαι ένα, γίνομαι ένα. Ένα γαλάζιο Ντεσεβό νύχτα στην εθνική οδό πολύφημο μονόφθαλμο. Ένα αρχαίο Ντεσεβό νταλίκα το προσπέρασε ξυστά το καλησπέρισε. Που να πηγαίνει από εδώ χωρίς καθρέφτες κι οδηγό πολύφημο μονόφθαλμο σαν κυκλωπάκι ορφανό. Ένα γιοφύρι πέρασε και το ποτάμι μέριασε. Από το ραδιόφωνο βραχνό και χαμηλόφωνο ακούγεται νυχτερινό δελτίο σε άγνωστο σταθμό. Και λένε στις ειδήσεις θα πας δε θα γυρίσεις. Τα λάστιχα του τα έλιωσε και σε μια νύχτα πάλιωσε, βρήκε στροφή δεν έστριψε στον ουρανό συνέχισε. Άδειασες ύπουλα το εγώ σου στο εγώ μου πέρασες μέσα από το μυαλό μου στους ιστούς κι όταν ζητάω να ξαναβρώ τον εαυτό μου δεν έχω πια ούτε εγώ ούτε γνωστούς να μου θυμίζουνε το τέως είδωλό μου. Ο ένας για τον άλλο ενα και το αυτό κι ο ένας μες τον άλλο ένας και κρυφτό. Κόλλησες βίαια τη σκιά σου στη σκιά μου για να είμαι ανύπαρκτος σε φώτα χωριστά κι όταν γυρεύω αυτά που νόμιζα δικά μου δε βρίσκω ούτε από τη σκιά μου ποσοστά να συμπληρώσουνε το πρώην περίγραμμά μου. Ο ένας για τον άλλο ενα και το αυτό κι ο ένας μες τον άλλο ένας και κρυφτό Κάθε ένα λεπτό που περνά καίω τα χαρτιά μου ένα ένα χάνω, μα ποντάρω ξανά πως θα γυρίσεις σε μένα. Πέρασα την κόκκινη γραμμή ξέρω δεν υπάρχει επιστροφή παίζω με τα φύλα ανοιχτά και δε μετράω τα χαμένα. Γύρισε πίσω σε μένα ένα λεπτό ότι έχω ένα λεπτό όσο αντέχω όσο μια ανάσα κρατά τράβηξέ με από το βυθό να ανέβω ένα ακόμα λεπτό. Τελείωσε μου λες βιαστική δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις τοίχος που χτυπάω η λογική λέει πως δε θα γυρίσεις. Μα άσε μου ένα σύννεφο να χαθώ από το παράλογο να κρατηθώ δώσε μου ένα ακόμη λεπτό όχι στον άδειο ουρανό, στο κενό μη με αφήσεις. Όχι, εκεί μη με αφήσεις ένα λεπτό. Ξαφνικά ακούω ένα μωρό να κλαίει. Κι όλα τα σημάδια μου δείχνουν πως. Η φωτιά αιώνια αιώνια καίει. Μέσα του σμίγουν η γη κι ο ουρανός. Στην αυλή μου άνοιξα πηγάδι βαθύ. Νερό δεν βρήκα τα παράτησα. Μα από το χώμα αυτό πήρε μορφή. Μπροστά στο θαύμα άναυδος στάθηκα. Ζωή που από το θάνατο ζυμώθηκε. Στα πόδια του στάθηκε και περπατά. Κι ο κόσμος για χάρη του σώθηκε. Πήρε τη φωνή μου και τραγουδά. Στη σκέψη μου τρίζανε φύλλα ξερά. Σύμβολα ιδέες και διλλήματα. Μα η πνοή του τώρα δίνει ξανά. Ζωή στα άψυχα σχήματα. Απάτητα μονοπάτια μαύροι ουρανοί. Σαν πυροτέχνημα σκόρπισε φως. Και την κάθε εικόνα πλάθει από την αρχή. Τα μάτια του είναι ένας μικρός Θεός. Ζωή που από το θάνατο ζυμώθηκε. Στα πόδια του στάθηκε και περπατά. Κι ο κόσμος για χάρη του σώθηκε. Πήρε τη φωνή μου και τραγουδά. Το τραγούδι αυτό είναι ένα μωρό που κλαίει. Στο στήθος μου πόνος που κλείστηκε. Τώρα διέξοδο ανοίγει το λαιμό μου καίει. Νύχτα μέσα στη θύελλα γεννήθηκε. Ένα ουίσκι, κυρά μου, άντε, κούνα τα χέρια, ο φαντάρος δε θέλει πολλά χασομέρια. Πρέπει σφαίρες να ρίχνει, σφαίρες, σφαίρες, των οχτρών του άρχοντά του, να κόβει τις μέρες. Πρέπει σφαίρες να ρίχνει, σφαίρες, σφαίρες, των οχτρών του άρχοντά του, να κόβει τις μέρες. Δυο στηθάκια, μικρή μου, άντε, κούνα τα χέρια, ο φαντάρος δε θέλει πολλά χασομέρια. Πρέπει γύρω να σπέρνει θανάτους, θανάτους, να προσμένει, δεν κάνει, η ορεξιά του άρχοντά του. Πρέπει γύρω να σπέρνει θανάτους, θανάτους, να προσμένει, δεν κάνει, η ορεξιά του άρχοντά του. Την ευλογία σου, πάτερ μου, άντε, κούνα τα χέρια, ο φαντάρος δε θέλει πολλά χασομέρια. Πρέπει αυτός να κατέβει στο μνήμα, στο μνήμα, για να βάλει ο άρχοντάς του της δόξας το ντύμα. Πρέπει αυτός να κατέβει στο μνήμα, στο μνήμα, για να βάλει ο άρχοντάς του της δόξας το ντύμα. Ένα ουίσκι, κυρά μου, άντε, κούνα τα χέρια, ο φαντάρος δε θέλει πολλά χασομέρια. Πρέπει σφαίρες να ρίχνει, σφαίρες, σφαίρες, των οχτρών του άρχοντά του, να κόβει τις μέρες. Πρέπει σφαίρες να ρίχνει, σφαίρες, σφαίρες, των οχτρών του άρχοντά του, να κόβει τις μέρες. Τίποτα πια δε με σοκάρει. Είπες κι ανοίξαν οι ουρανοί. Κι εγώ βουβός ο διάολος να με πάρει, Σαν δέντρο που κοιτάει ένα παιδί. Ένα παιδί που πνίγεται στο βάθος. Σε κάτι βρόμικα νερά, θολά κι ορμητικά. Κι από όλους τους σωτήρες εγώ είμαι ο πιο λάθος. Που είμαι πεύκο στην ακρογιαλιά. Είμαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά. Στο δρόμο ένα ακορντεόν να παίζει. Χόρεψε μονάχη στη βροχή. Χόρεψε τα χρόνια να θυμάμαι, Όταν οι ρίζες δε με κάρφωναν στη γη. Έλα ξεκουράσου στα κλαδιά μου. Φόρεσε τα μαύρα σου γυαλιά. Να μην μπορείς να δεις την ερημιά μου, Που είμαι πεύκο στην ακρογιαλιά. Είμαι ένα πεύκο στην ακρογιαλιά. Σβήσε το φως, βάλε να πιούμε πάρε το χέρι μου, δώσε μου φωτιά, Λίγο να σε χαρώ πριν κοιμηθούμε κι αύριο ξέχνα με οριστικά. Φύγε πρωί σαν κάθε μέρα με ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά. Με ένα μικρό φιλί, μια καλημέρα. Και μη με ξαναδείς ποτέ ξανά. Πάει καιρός που θες να φύγεις, πάρε το χέρι μου, πες το γλυκά. Όπως με κοίταξες κάποιον Απρίλη και μου είπες σε αγαπώ πρώτη φορά. Είναι ένας άγγελος ξιφιός ζουλί από τα αστέρια ψαρεύει όλα τα λάθη μου θαρρώ με τα δυο χέρια όσα απλόχερα εκχωρεί βάναυσα τα δικάζει κι όταν η μέρα υποχωρεί η νύχτα κι αν με συγχωρεί στο τζόγο με ανεβάζει. Μου ιστορεί για το θυμό που σκάβει στα πλευρά μου το μίσος μου που τελειωμό δεν έχει στην καρδιά μου κι όσο παινιέμαι πως εγώ είμαι καλός στην πλάση μου τραγουδάει τον ύστερο του έρωτα, τη λάσπη. Τούτο το φως το τρυφερό πού Θεέ μου θα στραγγίξω πού να το απλώσω να σωθώ όνειρα να στεγνώσω σκάλα να ανέβω, να ενωθώ, σκάλα, σκάλα, σκάλα να ανέβω να ενωθώ. Σκάλα να ανέβω, να ενωθώ, ξηρούς καρπούς να στρώσω με ένα κερί από αμμουδιά όστρακα και σουσάμι χάρτης αδιάβαστος, βαθύς κι αγκάθια από τριαντάφυλλο σαν αράχνης την παλάμη. Πληγώνεται από τα ασήμαντα τη δόξα τη βαριέται σιχαμερό με λέει φρικιό και την ορμή γρικιέται. Μα είμαι μουχλιασμένο αβγό στης. Μήδειας τα μάτια ίσως γιατί δεν πρόφτασα ναέχω ανοιχτά κατάρτια. Άγγελος μου έτυχε κι εμένα που όλο με προσβάλλει με δικαιοσύνες ανοιχτές με αναποδογυρίζει πάλι κι έχω στα πόδια το μυαλό το πέλμα στη μασχάλη για να είναι όλο το βήμα μου η σιωπή της πάλι. Με έζωσε τούτο το αστρικό μαλλί της, μαξιλάρι και ήπια τον μισό μου εχθρό στου φόβου το κελάρι. Πόσο κρασί, πόσο ρακί θα σου βυζάξω ακόμα όταν θα έρθει γονατιστό το τέλος μου, το τέλος μου στο στόμα. Η μυρωδιά σου είναι ιαχή φύλακα Άγγελέ μου κι εγώ ερωτηματικό στο κλείστρο σου είμαι γυιέ μου. Κόρη μου, ανάσα μου ακριβή τα στάχυα όταν μαζέψω τα βότανα όλα νυφικό τον ήλιο εσύ, τον ήλιο εσύ παντρέψου. Περνάς στην πόρτα το κλειδί ετούτη η πόλη μια πληγή κόβει η αλήθεια σα μαχαίρι ακονισμένο κι εγώ χαμένος όπως χθες στις πολλαπλές σου εκδοχές έχω ξεχάσει τι είναι αυτό που περιμένω. Πώς μοιάζουν όλα φυσικά και πώς τα ζούμε βιαστικά τυφλοί αιχμάλωτοι του χρόνου και του τόπου στην πολλαπλή μας φυλακή ψάχνουμε πόρτα μυστική κράτα το βήμα σου να ακούω την ηχώ του. Γέλα ζωή μου και αυταπάτη πληγή που ανθίζει είναι η αγάπη χαρά να δίνεις κι ομορφιά και ας παίρνεις δάκρυα και καρφιά. Σε ένα δωμάτιο σκοτεινό πίνεις της λήθης τον καπνό κι εγώ στο σώμα σου δειλά ψιλαρμενίζω ένας αστείος ιδαλγός στα ονειρά του ναυαγός από το μηδέν άλλη μια νύχτα ξαναρχίζω. Ο Γουίλι ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί όταν από τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε στην κάμαρά μου ερχότανε γελώντας να με βρει κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε. Μου έλεγε πώς καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς και στο Άντεν πώς χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη κι έπειτα πώς φωνάζουνε και πώς μονολογούν όταν η ζάλη με όνειρα περίεργα τους κυκλώνει. Μου έλεγε ακόμα ότι είδε αυτός μια νύχτα που είχε πιει πως πάνω σε άτι εκάλπαζε στην πλάτη της θαλάσσης και πίσωθε του ετρέχανε γοργόνες με φτερά, σαν πάμε στο Άντεν μου έλεγε κι εσύ θα δοκιμάσεις. Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξυραφιών και του έλεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει και τότε αυτός συνήθιζε γελώντας τρανταχτά με το ένα χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει. Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μια αθώα καρδιά κάποια νυχτιά μέσα στο μπαρ Ρετζίνα στη Μαρσίλια για να φυλάξει εμένα από έναν Ισπανό έφαγε αυτός μια αδειανή στην κεφαλή μποτίλια. Μια μέρα τον αφήσαμε στεγνό από τον πυρετό πέρα στην Άπω Ανατολή να φλέγεται να λιώνει θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ και δώσε του εκεί που βρίσκεται λίγη από την άσπρη σκόνη. Κι ένας να αντέξει από τους δυο δεν είναι λίγο, όποιος να μείνει όταν ο άλλος θα λυγίσει. Αν είμαι εγώ θα σε φιλήσω και θα φύγω, αν είσαι εσύ ούτε στιγμή μη μου χαρίσεις. Κι ένας να αντέξει από τους δυο, κι ένας να αντέξει από τους δυο. Δεν είναι λίγο. Κι ένας να μείνει από τους δυο να συνεχίσει, να προχωρήσει μέχρι εκεί που θα μπορέσει. Να βάλει τέλος σε ότι αφήσαμε στη μέση, εκεί που χάσαμε μονάχος να νικήσει. Κι ένας να μείνει από τους δυο, κι ένας να μείνει από τους δυο να συνεχίσει. Κι ένας να μείνει από τους δυο κέρδος θα είναι, την ιστορία μας να πει μη ξεχαστούμε. Ένας να φεύγει κι ένας να φωνάζει μείνε, κάπως να γίνει και στη μνήμη να σωθούμε. Κι ένας να νείνει από τους δυο, κι ένας να μείνει από τους δυο δεν είναι λίγο. Ένας σατράπης θηλυκός μας ήρθε μελαγχολικός και λέει, παίξε Γιάννη, ρίξε μου μια διπλοπενιά σε αυτόν τον ψεύτικο ντουνιά ο πόνος του να γιάνει. Ήμουν λουλούδι του μπαξέ πιο όμορφη από το μενεξέ μα αυτός με έχει πληγώσει. Θέλω κρασί πολύ να πιω και μεθυσμένη να τον βρω για να μου το πληρώσει. Απόψε ήρθα έως εδώ ζητάω για να τον εβρώ που με έχει εγκαταλείψει, να ξηγηθώ σαν το θεριό κι ο ένας μας από τους δυο από τη ζωή να λείψει. Ένας καλός παλιός ψαράς με μάθε να ψαρεύω και μου είπε στα ρηχά νερά ψαριά να μη γυρεύω. Σαν είναι ο κυνηγός καλός τα άρματα ήντα τα θέλει αφού οι πιο πολλοί λαγοί πιάνονται με το τέλι Ενός ονείρου πεθυμώ λίγες στιγμές να ζήσω και δε με γνοιάζει ύστερα σαν το κερί να σβήσω. Ω! το παντέρμο όνειρο και να είχε ξεδειλιάνει ο πόνος που έχω στην καρδιά ντελόγο ήθελα γιάνει. Στάλα στάλα το νεράκι σου το δίνουν το φαρμάκι, αχ, μανούλα μου επαρχία, μια ζωή πικρή θητεία, στο περίμενε, στο ζόρι, σε δουλεύουν οι μαστόροι. Με ένα παραπαίδι μοιάζεις, από τη γρίλια σαν κοιτάζεις, ότι σού χτυπάει στο μάτι, κι αν μπορείς να κλέψεις κάτι. Μα η Αθήνα δε χαρίζει, κι η Ευρώπη φοβερίζει. Μαύρη η νύχτα στα βουνά σου, μαύρη και στα πεδινά σου, τι κι αν άλλαξαν τα ήθη, με το ίδιο παραμύθι νανουρίζεις τα παιδιά σου μέσα στη φτωχιά αγκαλιά σου. Μες στους αδειανούς σου δρόμους βόλτες μας γυρνάς. Τα μισά από όσα τάζουν να ήτανε για μας. Της πρωτεύουσας τα τείχη, θα τα σκέβεις με το νύχι. Έπεφτε το κορμάκι σου και το έχτιζα με χάδια την ώρα που έσβησε το φως κι άναψαν τα σκοτάδια. Είδα το μαύρο που έκρυβες με σάρκα και με δέρμα κι ανάμεσα στα δόντια σου το σε αγαπώ σαν κέρμα. Τρόμαξα κι άναψες το φως η νύχτα έκανε πίσω σαν φίδι που δεν πρόλαβα καλά να το χτυπήσω. Κι άφησε στο σεντόνι μας το μαύρο της το ντύμα όλο το βράδυ πάσχιζα να κόψω αυτό το νήμα. Στο άπειρο πορεύομαι, από το άπειρο ξεκίνησα. Κέντρο του σύμπαντος κι αθάνατος νόμισα ο άμυαλος πως ήμουνα. Πανελληνίως σουξεδιάρης και ισοβίως ευτυχής αν μου ορκιστείς πως θα με πάρεις θα γίνω σκύλος περιωπής. Μου είπες πως δεν πάει εκεί που φτάσαμε και κόντρα με την κόντρα πως το κουράσαμε, εγώ όμως για σένα, μωρό μου, μόνο ζω, σταμάτα να νομίζεις πως αδιαφορώ. Επτά ζωές αν χρειαστεί θα περιμένω κάθε στιγμή καρδιά μου όμως θα πεθαίνω. Οι ζήλειες σου με πνίγουν, πρέπει να σου το πω, και τις αμφιβολίες που δεν κατανοώ, εσένα θέλω μόνο, πού θες να ορκιστώ, οι ανασφάλειές σου θα σβήσουν στο λεπτό. Επτά ζωές. Επτά ζωές, αν χρειαστεί, θα περιμένω κάθε στιγμή καρδιά μου όμως θα πεθαίνω, επτά ζωές αν χρειαστεί θα περιμένω κάθε στιγμή να ξέρεις όμως θα πεθαίνω. Επτά ζωές, αν χρειαστεί, θα περιμένω κάθε στιγμή να ξέρεις όμως θα πεθαίνω, επτά ζωές αν χρειαστεί θα περιμένω κάθε στιγμή καρδιά μου όμως θα πεθαίνω. Επτά ζωές. Μα κι ερημίτης μοναχός που είναι γοργό να αγιάσει άμα σε δει στσι προσευχές που κάνει θα ξεχάσει. Τις αγάπης θα είναι φαίνεται λαβωματιά στα στήθια για δεν κατέχω πού πονώ κι όμως πονώ στα αλήθεια. Μια αυγή το φως δε φάνηκε, βαθιά τα μάτια βασιλέψαν, μια αυγή μου πήραν την ψυχή. Είδα τη νύχτα δίπλα μας να γέρνει, τον άνεμο βροχή να φέρνει και να λυγίζει η καλαμιά, είδα τη νύχτα δίπλα μας να γέρνει. Μες στις άδειες σου ματιές έσταξε η πληγή το αίμα, άστραψαν στερνή φορά τα μάτια, μίλησαν στερνή φορά τα χείλη, σμιξανε στερνή φορά τα χέρια και ήρθε πάλι η ερημιά. Πάλι φωλιάσαν στην καρδιά βάσανα και σκοτούρες λάθη μου είδα καθαρά που χρόνια τα είχα για σωστά κι έκανα και φιγούρες. Καινούργιοι προβληματισμοί με τύραννε μέρες να είναι ωριμότητα αυτή η να είναι τρέλα στην αρχή μου μπήκανε ιδέες. Είμαι μικρός κι αδύναμος τώρα καλά το ξέρω ένιωθα βαρυσήμαντος κι ήμουν για όλα σίγουρος μα δρόμο ακόμα θέλω. Τα ίδια για άλλη μια φορά δαίμονες με κυκλώνουν κι εγώ σκυφτός σε μια γωνιά χωρίς αντίσταση καμιά έρμαιο των παθών μου. Αδειάζω το ποτήρι και ονειρεύομαι στα σύννεφα μαζί σου πως πετάω στην λάμψη των ματιών σου παγιδεύομαι στην γεύση των φιλιών παραπατάω. Ρ Έρωτά μου απροσάρμοστε κι αγύρτη από την πόρτα μου σου έβγαλα τον σύρτη μα δεν κάναμε ποτέ ανακωχή. Έρωτά μου είναι φαίνεται γραφτό μου να σε βλέπω σαν διαφήμιση του δρόμου που ξεθώριασε από τον ήλιο από την βροχή, έρωτά μου. Ποτήρι το ποτήρι πάλι βράδιασε ζαλίστηκα και έπεσα σε κώμα, Θεέ μου το μπουκάλι και αν άδειασε το όνειρο ας κρατήσει λίγο ακόμα. Ρ Έρωτά μου απροσάρμοστε κι αγύρτη από την πόρτα μου σου έβγαλα τον σύρτη μα δεν κάναμε ποτέ ανακωχή. Έρωτά μου είναι φαίνεται γραφτό μου να σε βλέπω σαν διαφήμιση του δρόμου που ξεθώριασε από τον ήλιο από την βροχή, έρωτά μου. Κόκκινα σε αγαπώ σου ζωγραφίζω, κόκκινα τα φιλιά σαν τη φωτιά. Κι όταν με κοιτάς, στα μάτια σου ανθίζω. Πόθο, ουρανό και φως πλημμυρίζω. Έρωτα πειρατή, με αγκαλιάζεις και σβήνω. Έρωτα πειρατή, στο κορμί μου σε κλείνω. Έρωτα πειρατή, με αγκαλιάζεις και σβήνω. Έρωτα πειρατή, τη ζωή μου σου δίνω. Χρώματα μαγικά με ταξιδεύουν, κύματα μυστικά, ερωτικά. Άστρα του ουρανού τα μάτια σου κλέβουν. Όπου κι αν με πας, γλυκά με μαγεύουν. Τι καλά να ήσουν εδώ κι ας μην έλεγες ούτε μια λέξη έστω μια στιγμή να σε δω και μετά ας χανόσουν πριν φέξει. Άδειο σπίτι και άδειο μυαλό σα χαμένος με βλέμμα θολό πίστευα ο κουτός πως θα ήιαν αλλιώς μα ο έρωτας είναι θνητός. Τι καλά να κοιμόσουν εδώ κι ας μη σε άγγιζα όλο το βράδυ, να μπορούσα έτσι απλά να σε δω και μετά ας γινόταν σκοτάδι. Φόβος και Πόθος πολεμά, και εγώ είμαι το σημάδι. Κι όλπιζα να λησμονηθούν οι πόνοι που με κρίνουν και εγώ θωρώ χειρότεροι και πλιά βαριοί απομείναν. Κι όσο μακραίνω από την φωτιά, θωρώ πως πλιά με καίγει κι ο Πόθος με χειρότερα άρματα με παιδεύγει. Αυτός λαβώνει από κοντά κι από μακριά σκοτώνει κι ώστε να φεύγω, να γλακώ, με τα φτερά με σώνει. Ολημερνίς την στόρισην κείνης οπου με κρίνει μου βάνει μες τον λογισμόν, και εκεί μου την αφήνει. Στης κεφαλής τη σγουραφιά τουνού του διωματάρη, ήτονε μέσα στη φωτιά καημένο ένα Ψυχάρι. Και είχε με γράμματα αργυρά και παραχρυσωμένα, εις τρόπο κατασκεπαστό, τα Πάθη του γραμμένα. Ήρθε λαός αρίφνητος, εγέμισεν ο φόρος, στο ύστερον ο Ρωτόκριτος ήσωσεν ασπροφόρος, σε ένα φαρί είναι ολόμαυρο, το ένα του πόδι είναι άσπρο, και μέσα σε όλους ήλαμπεν ωσάν της ημέρας το άστρο. Όλοι εσταθήκαν να θωρούν έτοιο κορμί αξιωμένο, νέον, καβαλάρην όμορφον, αϊτό σγουραφισμένο. Άσπρη, φαντή, χρουσάργυρη ήτονε η φορεσά του, και με μεγάλη μαστοριά σκεπάζει τα άρματά του και με έτοια τέχνη η φορεσά, και μαστοριάν εγίνη, που εφαίνουνταν και τα άρματα, κι εφαίνουντον κι εκείνη. Καλά και μυριοχάριτον τον ήκαμεν η Φύση, κι εφάνηκε ξεχωριστός σε Ανατολή και Δύση, μα αν είχεν είσται κι άσκημος, τότες, την ώραν κείνη, σαν ήβαλε τον Πόθον τση, πολλά όμορφος εγίνη. Πόσοι Αφεντόπουλοι όμορφοι ήσαν εκεί στη μέση, και μόνον ο Ρωτόκριτος της Αρετής αρέσει. Πόσοι Αφεντόπουλοι όμορφοι ήσαν εκεί στη μέση, και μόνον ο Ρωτόκριτος της Αρετής αρέσει. Εσύ είσαι σαν τη ροδαριά την καλοφουντωμένη είναι κιαπού τις αγκάθες σου πολύ τραυματισμένη. Εσύ εκεί κι εγώ στου πόνου τον παράλληλο βαρύς χειμώνας και το κλίμα ακατάλληλο. Εσύ εκεί κι εγώ στου κοσμου το υπόγειο να σε γυρεύω σε μια ψεύτικη υδρόγειο. Εσύ εκεί κι ο έρωτάς σου διαταγή και τελεσίγραφο. Κι εγώ εδώ όλη τη νύχτα αγκαλιά με ένα αντίγραφο. Εσύ εκεί εσύ εκεί. Εσύ εκεί κι εγώ στου πόνου τα μεγάφωνα να τραγουδάω της αγάπης τα παράπονα. Εσύ εκεί κι εγώ σκυμμένος στην κασέτα σου να με ματώνει η φωνή σου και το ψέμα σου. Εσύ εκεί εσύ εκεί. Εσύ εκεί κι ο έρωτάς σου διαταγή και τελεσίγραφο. Κι εγώ εδώ όλη τη νύχτα αγκαλιά με ένα αντίγραφο. Εσύ εκεί εσύ εκεί. Σε αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το Νότο να ξέρω από πού φυσάει ούτε τη Δύση σαν θεία να με νουθετήσει τα έχω χαμένα και στροβιλίζομαι σαν σβούρα μες το κενό και τη θολούρα. Σε αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα τον τρόπο, να πω το ναι να προχωρήσω γιατί το όχι έχει μακρύτερη απόχη και παραπαίω ανάμεσα σε αυτά τα δύο με ένα ίσως επενδύω. Σε αυτό τον τόπο πιάνεις πιο εύκολα το λόττο από τη σκέψη του πλησίον γιατί ο άλλος έγινε πρόσφατα μεγάλος και δεν ακούει παρά μονάχα ότι θέλει με όλα τα δάχτυλα στο μέλι. Σε αυτό τον τόπο. Σε αυτό τον τόπο δε βρίσκω εύκολα το στόχο να πιάσω κέντρο επιτέλους γιατί το κέντρο δεν είναι ακίνητο σαν δέντρο μετακινείται αλλάζει θέση κάθε λίγο και προσπαθώ να το αποφύγω. Σε αυτό τον τόπο που όλα γίνονται με κόπο και πάντα κάποιος άλλος φταίει έχω προσέξει, όσοι ξυπνάν από τις έξι δεν έχουν λόγο μόνο αυτιά να μας ακούνε και χέρια να χειροκροτούνε. Σε αυτό τον τόπο μα κάποτε θα βαρεθούνε και θα μας γράψουν στα παλιά τους εκτός κι αν έχουν λερωμένη με κάποιο τρόπο τη φωλιά τους. Με κάποιο τρόπο σε αυτό τον τόπο. Όπως τον ήλιο το πρωί στον ουρανό όπως την άνοιξη που ανθίζει στην καρδιά μου όπως μια χούφτα πεντακάθαρο νερό όπως το φίλο που του λέω τα μυστικά μου. Έτσι απλά σε αγαπώ, σε αγαπώ, δίχως τραγούδια και λόγια μεγάλα. Μες στην καρδιά σου, καρδιά μου, αν μπω, τότε θα βρούμε καιρό και για τα άλλα. Όπως το όμορφο τραγούδι το παλιό όπως το πάρκο το μικρό στη γειτονιά μου όπως την έξοδο το βράδυ στο στρατό όπως το πρώτο το μισθό από τη δουλειά μου. Έτσι απλά σε αγαπώ, σε αγαπώ, δίχως τραγούδια και λόγια μεγάλα. Μες στην καρδιά σου, καρδιά μου, αν μπω, τότε θα βρούμε καιρό και για τα άλλα. Έτσι είναι κουράστηκα να σε ψάχνω σε τούτες τις πόλεις που δεν τελειώνουν. Έτσι είναι. Πώς θα ήθελα να ήμουν ένα πεζούλι πέτρινο κάτω από τα χέρια του ήλιου. Πώς θα ήθελα να ήμουν ένα τραγούδι άγνωστο πάνω από τα πέλαγα της γης. Πώς θα ήθελα να ήμουν μια κιθάρα που παίζει μόνη της πάνω από τις μεγάλες χιονισμένες μέρες. Έτσι είναι λησμόνησα το σχήμα το σχήμα της σκιάς σου πάνω στην άσφαλτο. Έτσι είναι. Πώς θα ήθελα να ήμουν η άκρη από το στάχυ στο πέρασμα του ανέμου. Πώς θα ήθελα να ήμουν το πετραδάκι του ήλιου Είναι το πέλαγο βαθύ και ο γκρεμός μεγάλος μα από της αγάπης τον καημό καημός δεν είναι άλλος. Μα από της αγάπης τον καημό καημός δεν είναι άλλος. Έτσι κι εγώ σε αγάπησα, απλά, όπως βραδιάζει, όπως γελάει κοπελιά, η μέρα όπως χαράζει, όπως δακρύζει ο ουρανός και η δροσιά σταλάζει, έτσι κι εγώ σε αγάπησα, απλά, και σου ταιριάζει. Είναι η μέρα πυρκαγιά και η ζωή δυο μέτρα μα της αγάπης το φιλί ραγίζει και την πέτρα. Μα της αγάπης το φιλί ραγίζει και την πέτρα. Έτσι κι εγώ σε αγάπησα, απλά, όπως βραδιάζει, όπως γελάει κοπελιά, η μέρα όπως χαράζει, όπως δακρύζει ο ουρανός και η δροσιά σταλάζει, έτσι κι εγώ σε αγάπησα, απλά, και σου ταιριάζει. Ένας ένας, σωπαίνει μουντός και μας βρίσκουνε μόνους οι δρόμοι, ουρανός δίχως χρώμα, βαρύς κι άσπρη μέρα να μην ξημερώνει, ουρανός δίχως χρώμα, βαρύς κι άσπρη μέρα να μην ξημερώνει. Ευτυχώς που υπάρχει κι ο έρωτας και μια Γκρέυ, μια Μπέλλου, μια Νίνου, δυο κουβέντες, δυο φίλοι από το χθες κι οι παλιές κωμωδίες του Φίνου, δυο κουβέντες, δυο φίλοι από το χθες κι οι παλιές κωμωδίες του Φίνου. Σα συρτάρι αδειανό η ζωή που το κλέψαν και σβήσαν τα ίχνη, και πώς να έρθεις με τέτοια βροχή κι όλο ρίχνει ο Θεός, όλο ρίχνει, και πώς να έρθεις με τέτοια βροχή κι όλο ρίχνει ο Θεός, όλο ρίχνει. Ευτυχώς που υπάρχει κι ο έρωτας και μια Γκρέυ, μια Μπέλλου, μια Νίνου, δυο κουβέντες, δυο φίλοι από το χθες κι οι παλιές κωμωδίες του Φίνου, δυο κουβέντες, δυο φίλοι από το χθες κι οι παλιές κωμωδίες του Φίνου. Βαρέθηκα τα βρωμικα φουστάνια της Αθήνας. Βαρέθηκα να πέφτω στα πόδια της βιτρίνας, ναι. Το δράμα σε επανάληψη να βλέπω με συμπόνια. Να σε έχω στο κρεβάτι μου κι εσένα με κουπόνια, ναι. Βαρέθηκα τα όνειρα στη χώρα των θαυμάτων. Τα σκεύη που αδειάζουνε σωρούς απορριμμάτων, ναι. Το σύννεφο που σε έπνιξε και θες να το διαλύσεις. Το στόμα που δεν άνοιξες ποτέ σου να μιλήσεις, ναι. Ευτυχώς που η πατρίς δικαιώνεται. Σε ταβέρνες, πλατείες κι αλάνες. Ευτυχώς που δε χάθηκε ο έρωτας. Ευτυχώς που υπάρχουν πουτάνες. Βαρέθηκα να βλέπω το ληστή με το πριόνι το γύρο του θριάμβου του να κάνει στο σαλόνι, ναι. Να τρέμω κι από το φόβο μου να τα έχω κατεβάσει να είμαι εκεί που με άφησα αλλά να με έχω χάσει, ναι. Βαρέθηκα τον πάνσοφο τον υπολογιστή σου. Το χρέος που μου άφησε ο πρώην εραστής σου, ναι. Βαρέθηκα τους πάνω, βαρέθηκα τους κάτω. Το τρύπιο μου φιλότιμο που έφτασε στον πάτο, ναι. Ευτυχώς που η πατρίς δικαιώνεται. Σε ταβέρνες, πλατείες κι αλάνες. Ευτυχώς που δε χάθηκε ο έρωτας. Ευτυχώς που υπάρχουν πουτάνες. Μια στιγμή που ξεχνάς πως υπάρχει άλλη τόση μπορεί να σου φτιάξει μια αρχή. Μια νυχτιά στης ρωγμής σου την άκρη το πρωί μαγικά πανηγύρι μπορεί να συμβεί. Να πλανευτώ και πάλι. Να σε ξεχάσω πάλι. Να πληγωθώ και πάλι. Θέλω να ζω μοναξιά και παρέα σαν χάδι να αποκοιμηθώ. Θέλω να δω πηγή μου κι αλήθεια να γίνεσαι κάθε λεπτό. Μια στροφή στου κενού σου τη μνήμη δεν αρκεί τις σκιές της ψυχής σου να βρει. Μια ευχή στης κατάρας την πρύμνη. Θα δοθεί για να βάλεις και πάλι μπροστά σου ζωή. Να πλανευτώ και πάλι. Να σε ξεχάσω πάλι. Να σε ζητήσω πάλι. Θέλω να ζω μοναξιά και παρέα σαν χάδι να αποκοιμηθώ. Θέλω να δω πηγή μου κι αλήθεια να γίνεσαι κάθε λεπτό Εφτά ποτάμια σμίξαν και τρεις καημοί, κι είπανε να μερώσουνε μια στιγμή. Οι θάλασσες κοπάσαν κι οι στεναγμοί, εννιά σπαθιά γυμνώσανε στη γραμμή. Η άνοιξη η μαυλίστρα για να διαβεί, κοιτάξτε, χωριανοί μου, τι θα συμβεί. Τα πάθη σαν σαρκώσουμε του Ραβί, εκείνος ο μπροστάρης, κι εμείς στραβοί. Ήλιες μου, στρατολάτη, ταξιδευτή, που μού έδωσες τη χάρη του γητευτή, ο άνθρωπος γυρεύει για να γευτεί, από το ζεστό μου αίμα να γιατρευτεί. Η μεγαλοβδομάδα, κόρη ξανθή, μύρωσε το χωριό μας, και ροδανθεί, που τρώει τον θεό του για να χαθεί, κι ίσως με τον χαμό του να αναστηθεί. Στης άνοιξης τον κόρφο, τον ζηλευτό, μυριόχρωμο γιορντάνι, το σερπετό, φάρμακο το φαρμάκι στον αετό, για να πετάξει εκείνος ως είναι γραφτό. Πέρνα περαματάρη τον ποταμό, πάρε κι εμέ μαζί σου στον μισεμό, κι εκεί στον καταρράχτη και στον γκρεμό, θα μάθω του συμπάντου το λυτρωμό. Έφτασες αργά σου πήρε άλλος τη θέση έφτασες αργά σε εβγάλαν από τη μέση. Δε σου φταίει κανείς, επέρασε ο καιρός σου δεν σου φταίει κανείς, λάθος ήτανε δικό σου. Άργησες πολύ και το έχασες το τρένο άργησες πολύ δε σε περιμένω Έφτασες σαν χελιδόνι κάποιας άνοιξης που ψάχνει μια φωλιά για να υμνήσει την αγάπη, την ζωή. Έφυγες μα εγώ στα αστέρια που ρωτούν και στη βροχή δείχνω μια παλιά σου εικόνα που αγαπώ σαν προσευχή. Σε αγαπώ κι ας πονώ, δεν μπορώ μια παρηγοριά να βρω. Άπο την Αθήνα ως το Πειραιά έχασα μαντήλι με εκατό φλουριά. Μου είπαν πως το βρήκε μια νοικοκυρά, κόρη του παπά. Δώσε μου το μαντήλι και κράτα τα φλουριά. Έχω ανάγκη μια σου λέξη μια αλήθεια μες τις αυταπάτες και μια αγκαλιά να με γιατρέψει από θανάσιμες αγάπες έχω ανάγκη να βουλιάξω μέσα στο πιο βαθύ σου βλέμμα από την αλήθεια να τρομάξω και να φουντάρω σε ένα ψέμα. Έχω ανάγκη να σου δείξω πως είμαι πλέον οπαδός σου με την παλάμη μου να αγγίξω τον πυρετό στο μέτωπό σου έχω ανάγκη να σε νιώσω σαν μια προσωπική μου νίκη με πόσα βράδια να πληρώσω τη μοναξιά που μου ανήκει. Μια κρύα νύχτα του Σεπτέμβρη ένα σακατεμένο βράδυ μόνο τα μάτια σου θυμάμαι δυο φλόγες μέσα στο σκοτάδι μια κρύα νύχτα του Σεπτέμβρη που όσο θυμάμαι με πονάει έχουν περάσει τόσα χρόνια μα αυτή η αγάπη δεν περνάει. Απόψε δε θα βγω στους δρόμους στα όνειρα μου θα σε ψάξω ότι δεν έφυγες ποτέ σου, έχω ανάγκη να φωνάξω σε όποια αγκαλιά και να κοιμάσαι εγώ μαζί σου θα ξυπνάω την πιο γλυκιά σου απουσία έχω ανάγκη να αγαπάω. Κι έτσι για πάντα θα σαλπάρω στην πλάτη του δικού σου ανέμου σαν να ήσουν όρκος θα σε πάρω που δε θα πάταγα ποτέ μου Παράτησε με, δεν αντέχω θέλω να ησυχάσω μα η καρδιά φωνάζει ότι τρέμω μη σε χάσω. Γιατί η ψυχή μου σε ένα βάζο σε γλυκοκοιτάζει όπως το μέλι που παγώνει και δε στάζει, όπως το μέλι που παγώνει και δε στάζει. Παράτησέ με θέλω όλα να είναι όπως πρώτα να πέσει άχνη, να χιονίζει με ζεστά τα χνώτα. Έχουν τα αισθήματα χρυσάφι, φόβο και παγιέτες μα οι λέξεις είναι πιο βαριές, χτυπάν, πονάν σαν πέτρες μα οι λέξεις είναι πιο βαριές, χτυπάν σαν πέτρες. Οι μέρες που μαλώνουμε καφές πικρός και σφαίρες, γλυτώνω κι επιστρέφουνε μέσα στις ζαχαριέρες. Οι μέρες που μαλώνουμε είναι χαμένες μέρες, τις διώχνω μα γυρίζουνε παλιό Δευτέρες. Οι μέρες που μαλώνουμε καφές πικρός και σφαίρες, γλυτώνω και επιστρέφουνε μέσα στις ζαχαριέρες. Οι μέρες που μαλώνουμε είναι χαμένες μέρες, τις διώχνω μα γυρίζουνε παλιό Δευτέρες, παλιό Δευτέρες. Ζεστή Κυριακή τον κόσμο ξυπνά νυσταγμένο το όνειρο παραπατά και μια μουσική που τότε αντηχεί στο ταξίδι σε παίρνει μαζί. Δεν ξέρεις πού πας την αγάπη ξεχνάς την αγάπη που δίνεις και παίρνεις ξεχνάς. Στην αυλή του ουρανού μαγαζιά ανοιχτά πολύχρωμες τέντες, ποτά θεϊκά αφήνεις τη γη, τη φωτιά, τους καπνούς με τους δώδεκα πίνεις Θεούς. Δεν ξέρεις πού πας την αγάπη ξεχνάς την αγάπη που δίνεις και παίρνεις ξεχνάς. Πίσω γυρνάς την αγάπη ζητάς την αγάπη που δίνεις και παίρνεις ζητάς. Σε λίγο τα αστέρια θα πέφτουν στη γη γαλάζιες ομπρέλες, χρυσή βροχή η αγάπη δεν είναι ταξίδι του νου μες την άδεια καρδιά του ουρανού. Τις πληγές σου προσκυνώ με τον πόνο σου πονώ. Γεια σου σύντροφε από το Άραξ που είσαι μες στη φυλακή. Κάποια μέρα στο κελί σου. Θε να μπει κι η Κυριακή Ζήτω, ζήτω, το σπαθί του Νιζτέχ φεγγοβολεί Ζήτω, ζήτω, και θα δεις και τον Τσάρο στο κελί. Τις πληγές σου προσκυνώ με τον πόνο σου πονώ. Σε φοβήθηκε ο Τσάρος και σε εξόρισε μακριά μα μη σκιάζεσαι και φτάνει κι η δική μας η σειρά Καράβι το σώμα. Και ο εαυτός. Στο κύμα ναυαγός, μα έχει στα μάτια φως. Οι σκέψεις μου θάλασσα. Μα αυτός αντέχει ευτυχώς, Είναι η καρδιά οδηγός. Όλη η ζωή μου. Μια κραυγή. Μια αόρατη πληγή, βαθιά να αιμορραγεί. Αρνιέμαι ότι αγαπώ κι αν μέσα μου σιωπώ, με έρωτα ξεσπώ. Ζω για τον έρωτα, Βράδια αξημέρωτα, Πάθη ατέλειωτα μου έχει χαρίσει. Ζω κι ονειρεύομαι, Πεθαίνω ανασταίνομαι, Για πάντα τίποτα δεν θα κρατήσει. Δεν φυλακίζεται η ψυχή. Και αυτή μονομαχεί, γυρεύει την αρχή. Τα σύνορα δε με χωρούν. Κι οι ιδέες ξεγλιστρούν. Να αλλάξουν ότι βρουν. Ψάχνω το χρέος μου να βρω. Νικάω τον πειρασμό, ζητάω το Θεό. Κρέμεται όλη μου η ζωή. Σε μια αναπνοή, του έρωτα πνοή. Ζωγράφισα τη νύχτα με κόκκινο γαλάζιο και ζήλεψαν τα αστέρια που τα σκοτάδια βγάζω ζήλεψε κι ο ήλιος που χάλασα την τάξη και μου είπε πως θα ρίξει φωτιά για να με κάψει. Όσο ο κόσμος μάτια μου στο πουθενά πλανιέται άλλος θα ζει με ψέματα κι άλλος θα τύρρανιέται. Όσο μέσα στα σκοτάδια μου θα μου ζητούν να μείνω τόσο τη νύχτα μάτια μου με χρώματα θα ντύνω. Περπάτησα μονάχος αντίθετα τους δρόμους και θύμωσε ο νόμος που δεν τηρώ τους νόμους. Φοβήθηκε κι ο σκλάβος το ανοικτό κελί του και με έπιασε από το χέρι να μπω στη φυλακή του. Της αμαρτίας η φωτιά δεν έχει σκαλοπάτια έχει μαχαίρι και σουγιά και τα δικά σου μάτια της αμαρτίας η φωτιά δεν έχει σκαλοπάτια. Να σκαρφαλώσω να ανεβώ, να πέσω μέσα να πνιγώ να σκαρφαλώσεις να ανεβείς, να πέσεις μέσα να πνιγείς. Της αμαρτίας η φωτιά δε σβήνει με ένα δάκρυ θέλει κρεβάτι και φιλιά και του γκρεμού την άκρη. Της αμαρτίας η φωτιά δε σβήνει με ένα δάκρυ. Να σκαρφαλώσω να ανεβώ, να πέσω μέσα να πνιγώ; να σκαρφαλώσεις να ανεβείς, να πέσεις μέσα να πνιγείς Μες την παλιά την αγορά των νικημένων εκεί που το όνειρο κοστίζει μια ζωή, σε βρήκα εκεί σε μια παρέα λίγων ξένων να παζαρεύεις της ψυχής μου την τιμή. Πόσα της δίνεις της ζωής μου να την πάρεις; Με πόσο πόνο θα πληρώσεις να τη βρεις; Σε αυτό το άγριο, το βρωμικο παζάρι πόσο μετράτε την αξία της ψυχής; Μες στο παλιό το παραμύθι των ανέμων που την αγάπη κρατάν αληθινή εκεί σε βρήκα στην παρέα των χαμένων που αποκτάνε την ψυχή με πληρωμή. Η αλήθεια του καθένα μετερίζι και σταθμός γιατί αυτό έχει θελήσει ή γιατί δε θα τολμήσει δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Η αλήθεια του καθένα είναι η μόνη διαδρομή και κυλάει σαν τα τρένα σε δυο ράγες μια γραμμή κι εγώ μόνη μες στο πλήθος τις αλήθειες μας κοιτώ πως παλεύουν να βρεθούνε αλλά δεν το ομολογούνε μοναχά για ένα χορό. Η αλήθεια του καθένα είναι η ίδια του η ζωή η μεγάλη μοναξιά του είναι η βασίλισσα του κι ότι του προστάζει αυτή Σαν γαλακτομπούρεκο την βλέπαν την Αργύρω τα παλληκάρια του χωριού όλοι την παίρναν γύρο. Άλλος της τάζει πρόβατα, άλλος της τάζει γίδια, άλλοι της τάζανε φλουριά, βραχιόλια, δαχτυλίδια. Μα η πεντάμορφη Αργύρω που αγάπαγε τον Σπύρο τους το λέει ορθά κοφτά. Δεν πουλάω για λεφτά τον Σπύρο το ομορφόπαιδο ας είναι και φτωχόπαιδο. Ένα τσελιγκόπουλο για τα γλυκά της μάτια της χάριζε όλο του το βιος κι όλη του την πραμάτεια. Τσελιγκοπούλα να γενεί με ολόχρυσο γιουρντάνι να εμφανιστείς στην εκκλησιά να βάλουμε στεφάνι. Μα η πεντάμορφη Αργύρω που αγάπαγε τον Σπύρο τους το λέει ορθά κοφτά. Δεν πουλάω για τα λεφτά τον Σπύρο το ομορφόπαιδο ας είναι και φτωχόπαιδο. Το λουλούδι μου δεν είναι από τόπο μακρινό, έχει ρίζες στην αυλή μου και κλαδιά στον ουρανό. Στο λουλούδι μου το δάκρυ δίνω, πριν ο ήλιος βγει, και το κρύβει στη δροσούλα, που το πιάνει την αυγή. Στο λουλούδι μου μπλεχτήκαν μιας νεράιδας τα μαλλιά, και τα πλέκουνε τα αηδόνια για να χτίσουνε φωλιά. Η βία φέρνει βία και το ξέρω από παιδί αλλιώς θα σου ξερίζωνα για πάντα το μαλλί θα σου δινα σφαλιάρα, θα σου μάτωνα το αυτί μα ξέρω θα το πάρεις σαν μεγάλη προσβολή. Η βία φέρνει βία άρα τζίφος η δουλειά μακάρι να καθόσουνα να φας μία μπουνιά να σου έριχνα στον κώλο σου και μια γερή κλωτσιά μα ξέρω θα αντιδράσεις δεν τα ανέχεσαι αυτά. Μου το χρωστάς καλέ, μου το χρωστάς καλέ μου το χρωστάς, μη το ξεχνάς δε κάνω χαβάλε μου το χρωστάς καλέ, μην αντιδράς καλέ τι με κοιτάς, μου το χρωστάς όμως δεν με άφησες ποτέ. Η βία φέρνει βία κι είμαι κότα δυστυχώς μακάρι να μην ήσουν τόσο αντιδραστικός λιγάκι να σε έφτυνα σαν στέκεσαι ορθός δε σου είπα και καμπούρη μια χάρη είναι απλώς. Η βία φέρνει βία και το ξέρω από παιδί θα μου γυρισεί μπούμερανγκ η πουτάνα η ζωή αν με άφηνες να κάνω ότι έχω φανταστεί θα ήσουν υπεράνω βρε χαζέ εγωιστή. Ναι μου αρέσει η βροχή πάντα μου άρεσε. Πάντα τα γκρίζα ερωτευόμουνα τοπία. Κι όλοι πιστεύουνε η τρέλα πως με βάρεσε. Ή έχω πέσει σε βαριά μελαγχολία. Γιατί στους δρόμους βγαίνω πάντα όταν βρέχει. Γίνομαι μούσκεμα μου αρέσει να κρυώνω, Κι ενώ από τη λογική αυτό πολύ απέχει, Κοιτάω ψηλά κι εκεί τα χέρια μου απλώνω. Και με ρωτάνε αν μιλάω με τον Θεό. Μα εγώ δε θέλω σε κανέναν να μιλάω. Με τις σταγόνες θέλω μόνο να πλυθώ. Έτσι αγαπάω κι από τη μιζέρια ξεκολλάω. Και με κοιτούν απορημένοι ή σιωπηλοί. Γιατί αγαπώ αυτό που μίσησαν εκείνοι, Γιατί εγώ κι όλοι του κόσμου οι τρελοί. Την βολεμένη τους τους λασπώσαμε γαλήνη. Όχι. Μην λυπηθείς για τη βρεγμένη μου ψυχή. Να την πειράξει πια κανείς δε θα μπορέσει. Δε θα με κάνουν να μισήσω τη βροχή. Εγώ, Θα κάνω τη βροχή σε αυτούς να αρέσει. Η βρύση των Πεγειώτισσων εν με το σιεντρουβάνι τζια πόσιει πόνο στην καρκιά ας πάει να πιει να γιάνει. Η βρύση των Πεγειώτισσων εν με τες καμαρούες που πάσιν τζιαι γεμώνουσιν ούλλες οι Πεγειωτούες όμορφες Παφιτούες. Η βρύση των Πεγειώτισσων εγέμωσεν αφτέλλες μα το νερόν της εν καλόν φκάλλει όμορφες κοπέλες. Η γειτονιά μου είναι μια άχαρη γωνιά. Δεν έχει χρώματα, ρυθμό, ιστορία ούτε όνομα γεννάει φοβισμένα παιδιά που ισορροπούν σαν ακροβάτες στα στενά πεζοδρόμια. Μια μηχανή φεύγει σηκώνοντας σκόνη, οι εραστές στα όνειρα κλείνονται μόνοι. Εδώ και χρόνια στη γειτονιά μου τα αυτοκίνητα ρημάζουνε, και στους κάδους τα σκουπίδια σα λουλούδια μεγαλώνουνε ώσπου τέλος μας κυκλώνουν από παντού. Στη γειτονιά μου οι ταχυδρόμοι μοιράζουν ψεύτικα γράμματα με ευχές και νέα χαρμόσυνα παρέα τα διαβάζεις και κλαις. Με φίλους συγγενείς σε πάρτυ μνημόσυνα, ο θάνατος στα υπόγεια τρώει και πίνει. Στο διάδρομο μια πόρτα ο άνεμος κλείνει στη γειτονιά μου, σε ένα παγκάκι ο τρελός γελάει μόνος του κι ο παππούς με το οργανάκι να μας τραγουδάει τον πόνο του για ένα κόσμο που για πάντα έχει χαθεί. Στη γειτονιά μου τις νύχτες περνάν ποδήλατα χωρίς αναβάτες, φαντάσματα, χωρίς να θέλεις μια σκύλα γρια σε οδηγεί σε περασμένα χρόνια χαλάσματα. Στον κήπο με τα χίλια περιστέρια μα τώρα πια πέταξαν πίσω στα αστέρια και πάνε χρόνια. Στη γειτονιά μου τα αυτοκίνητα ρημάζουνε και στους κάδους τα σκουπίδια σα λουλούδια μεγαλώνουνε ώσπου τέλος μας κυκλώνουν από παντού. Ορκίζομαι στα αστέρια, στων κήπων τα νερά που ο άνεμος του ανάβει κι η αλήθεια τα κοιτά τα μάγια να σου λύσουν, να είσαι όπως παλιά. Να φέρεις την αγάπη, να δώσεις το φιλί, να θυμηθείς πώς είναι να παίζεις σαν παιδί. Από αριθμούς και λέξεις κουράστηκες πολύ, η μια σου θέλει κι άλλη δεν μπορεί. Εσύ κρατάς το μυστικό, εσύ και το κλειδί. Να φέρεις την αγάπη, να δώσεις το φιλί να θυμηθείς πώς είναι να παιζεις σαν παιδί. Ζητώ την αγκαλιά σου, ζητώ και τη στιγμή και κάθε βράδυ κάνω κρυφά μια προσευχή να ανοίξεις την καρδιά σου να δεις την αλλαγή. Να φέρεις την αγάπη, να δώσεις το φιλί να θυμηθείς πώς είναι να παίζεις σαν παιδί. Η γη στο σύμπαν τριγυρνά κι έχει τον κόσμο αγκαλιά, βουνά, λιμάνια, ωκεανούς, πουλάκια και θηρία, κι ένα λαό Ελληνικό που γράφει ιστορία. Η γη μας είναι στρογγυλή και ποικιλία η ζωή, αλλού είναι μεσάνυχτα κι αλλού είναι μεσημβρία, άλλον η τύχη αγαπά και άλλον η ατυχία. Η γη έχει πλούσια προικιά που έχει τον ήλιο συντροφιά, αλλού είναι χαρούμενοι κι αλλού είναι λυπημένοι και κρίμα αυτοί που αγαπούν να ζούνε χωρισμένοι. Στην ταβέρνα πάλι απόψε, σε είχα ειδεί, βρε Σμυρνιά, που μεθούσες με δυο μάγκες και έσπαγες μαζί νταλγκά, έτσι μου έβαλες και μένα ένα μεράκι στην καρδιά και από τότε, ρε Σμυρνιά μου, έβαλα καρασεβντά. Έλα πια, Σμυρνιά μικρή μου και με μένα μια βραδιά, να χαρούμε αυτά τα νιάτα και τον ψεύτικο ντουνιά, γιατί πια χωρίς εσένα δεν την θέλω τη ζωή, έλα, βρε γλεντζού, Σμυρνιά μου, να πεθάνουμε μαζί. Έφυγες σαν άνεμος και δε σε ξαναείδα κι όλη η ζωή μου προσμονή κι αποσταμένη ελπίδα. Πώς να γυρέψω, ήλιε μου, τη φλόγα σου στο αγιάζι που σκόρπισες στις θάλλασες, στα σκοτεινά πελάγη. Πώς θα ήθελα να μάθαινες τη γλώσσα των πουλιών, για να μου μηνύσεις πως αυτή την άνοιξη μαζί τους θα γυρίσεις. Έφυγες σαν τα πουλιά που η μπόρα τα τρομάζει και χτύπησαν την πόρτα μου βοριάδες και χαλάζι. Πού να γυρέψω, μάτια μου, στα πέλαγα του κόσμου τρικυμία πιότερη από τη ματιά σου, φως μου. Ιδιαίτερα στην αγάπη, σου το λέω εγώ που αγαπώ τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια χωρίς να το ξέρουν. Μεταξύ μας, για μένα τους αγαπώ. Μου κάνει καλό. Όπως η αγάπη μου για σένα, φέρε ειπείν, με κάνει καλύτερο. Καλύτερο κι από σένα. Δώσε μου το χέρι σου να το κοιμίσω, είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα, προβιά σφαγμένου ζωου που ανασαίνει ακόμα. Κοιμήσου, η καρδιά μου ξαγρυπνά, Τι ξέρω εγώ από ξενιτιά εγώ δεν έφυγα ποτέ μου. Δεν ξέρω εγώ από ξενιτιά τι να σου απαντήσω Θεέ μου. Η δική μου ξενιτιά είναι που έρχεται Λαμπρή χωρίς Χριστός Ανέστη. Η δική μου ξενιτιά που δε μυρίζει η γειτονιά βασιλικό κι ασβέστη που για κηδείες μοναχά σημαίνουν οι καμπάνες που δεν προβάλλουν στις αυλές το απομεσήμερο οι μάνες. Να φωνάξουν. Δυνατα. Γιάννη, Σωτήρη. Μαρία. Μαζευτείτε και νύχτωσε πια. Τι ξέρω εγω. Η δική μου ξενιτιά είναι η αβάστακτη σιωπή που κάθεται τις στράτες. Η δική μου ξενιτιά το λεωφορείο που περνά με δίχως επιβάτες. Είναι θρανία αδειανά και έρημες αλάνες πόρτες κλειστές ερμητικά που δεν προβάλλουν πια μάνες. Να φωνάξουν δυνατα Γιάννη, Σωτήρη, Μαρία. Μαζευτείτε και νύχτωσε πια. Τον καιρό των ανέμων σε μιαν άλλη εποχή να πετάς σου είχα δει με φτερά ραγισμένα. Τον καιρό των ανέμων μεθυσμένη βροχή είχες πέσει στη γη για να ζήσεις με εμένα. Τον καιρό των ανέμων σε αγαπούσα πολύ και κανείς μη σου πει πως δεν ήσουν για μένα της ψυχής μου γαλάζιο μεταξένιο πουλί ακριβή μου γιορτή δυο ζωές, σώμα ένα. Η εποχή των ανέμων έχει αλλάξει καιρό μόνο εγώ λαχταρώ το δικό σου σημάδι. Της φυγής σου το χάδι αγκαλιά το κρατώ πεινασμένο μωρό με ξυπνάει κάθε βράδυ. Τον καιρό των ανέμων σε είχε φέρει η σιωπή και κανείς δεν μπορεί να σε πάρει από μένα Φταίει η ερημιά φταίει η έρημος φταίει η τόση αμμουδιά. Που όλο αλλάζει μορφή στα βουνά. Κι όσο περπατώ τόσο πουθενά μόλις πλησιάζω εγώ ότι αγάπησα φεύγει μακριά. Νύχτα, νύχτα πέσε νύχτα να μην βλέπω μες στα μάτια του την ξενιτιά. Νύχτα, νύχτα κείνος που ήτανε δικός μου έγινε του κόσμου. Η ερημιά φταίει η ερημιά φταίει η έρημος. Που όταν φτάνω στο νερό. Δεν έχω δίψα σαν πριν να το πιω. Κι όλο περπατώ. Κι όλο στην αρχή φταίει που μέσα μου η ψυχή. Είναι χωμάτινη, είναι από γη. Σε ένα κλαδί μαγιάτικο πιάστηκε μια εσάρπα την είδε το ροδάκινο και ρόδισε η σάρκα. Σε ποιο λαιμό φτερούγιζε και το άρωμά του ξέρει λαβώθηκε ο άνεμος με αόρατο νυστέρι. Λαβωματιά δίχως πληγή όπως το δέντρο μέσα τη γη θέλω να μου χαράξει. Χτύπα με δύναμη καρδιά σαν την εσάρπα στα κλαδιά ο κήπος μου να αλλάξει. Σε ένα κλαδί μαγιάτικο πιάστηκε το όνειρό μου και πέσαν τα ροδάκινα μπρος στο παράθυρό μου. Λαβωματιά δίχως πληγή όπως το δέντρο μέσα τη γη θέλω να μου χαράξει. Χτύπα με δύναμη καρδιά σαν την εσάρπα στα κλαδιά ο κήπος μου να αλλάξει Η ζήλεια είναι μια κατηφόρα με εσένα όμως είναι γκρεμός, όταν με παίζεις αρχίζει η μπόρα όταν μου λείπεις, κατακλυσμός, μαύρα φεγγάρια ο έρωτάς σου, δένω τα μάτια και προχωρώ, κι όσοι μου λένε πως κάνω λάθος δεν αγαπάνε όπως εγώ. Η αγάπη, πάντα, είναι μια τρέλα που δέκα κλαίει, μία γελά, σαν ποτηράκι σπάει στα χέρια κι ενώ σε κόβει δε σε πονά. Κόκκινο σου έχω, μαύρο σε χάνω κι η μπίλια κάθεται στο λευκό, ήπια τον έρωτα άσπρο πάτο και μεθυσμένη σε ακολουθώ. Μια τα φιλιά σου, μια η ματιά σου έχουν ανάψει παντού φωτιές, κι αν κινδυνεύω να γίνω στάχτη ας γίνω τώρα αφού το θες. Παραδομένη στον έρωτά σου είμαι κλαράκι και θα κοπώ, όλα χαλάλι, όλα δικά σου τι να σου κάνω που σε αγαπώ. Η ζήλεια είναι μια κατηφόρα με εσένα όμως είναι γκρεμός, όταν με παίζεις αρχίζει η μπόρα όταν μου λείπεις, κατακλυσμός, μαύρα φεγγάρια ο έρωτάς σου, δένω τα μάτια και προχωρώ, κι όσοι μου λένε πως κάνω λάθος δεν αγαπάνε όπως εγώ. Η ζήλεια είναι. Η ζήλεια είναι. Η ζήλεια είναι. Η ζήλεια είναι. Θέλεις να σου δείξω θέλεις να νοιαστώ θέλεις και θα προσπαθήσω. Μα τα θέλεις όλα λες και τα έχω εγώ άρχισε κι εγώ θα ακολουθήσω. Έτοιμη αν θες τη συνταγή ξέρω πως καμιά δε θα σου κάνει ξέρω πως περίμενες πολύ μα η ανταμοιβή μας φτάνει. Αν είσαι ελεύθερη το Σάββατο έλα να φύγουμε ως τη Δευτέρα ξέρεις όλα να αλλάξουν μπορεί σε μια μέρα, φτάνει μόνο μια μέρα. Αν είσαι ελεύθερη το Σάββατο έλα να πάμε ένα βήμα πιο πέρα και να δούμε μαζί να ανατέλλει η μέρα όλη μου η ζωή, εκείνη η μέρα. Θέλεις την αλήθεια θες το μυστικό θέλεις την χαρά σου πίσω. Αν τα θέλεις όλα ίσως τα έχω εγώ άσε με λοιπόν να στα χαρίσω. Τράβηξε στο χάρτη μια γραμμή κι άσε την όπου θέλει να μας βγάλει κι αν ο θησαυρός δεν είναι εκεί, θα είναι ο δρόμος κέρδος πάλι. Αν είσαι ελεύθερη το Σάββατο έλα να φύγουμε ως τη Δευτέρα ξέρεις όλα να αλλάξουν μπορεί σε μια μέρα, φτάνει μόνο μια μέρα. Την άκουσα τη θάλασσα. Τα κύματα να λύνει. Δεν είχα φίλους ναυτικούς. Τσιγάρο άναψα για αυτούς. Που το νερό τους πίνει. Τον άκουσα τον άνεμο. Με δέντρα να παλεύει. Να σπάει στο γόνατο κλαδί. Να μετανιώνει σαν παιδί. Τα φύλλα να χαϊδεύει. Τον άκουσα τον κεραυνό. Τα κρίματα να καίει. Με την λεπίδα του γυμνή. Κι έκανα μία προσευχή. Για αυτόν που πρώτος φταίει. Σε άκουσα που έκλαιγες. Κι ήθελες να γυρίσω. Δεν τους γυρνάς τους ποταμούς. Τσιγάρο άναψα για αυτούς. Που πίσω μου θα αφήσω. Σε στρώνω, σε φιλεύω, σε φιλοξενώ, μα μια χάρη αν σου ζητήσω, λες, θα το σκεφτώ. Τα ζητάς όλα για σένα, μα σε συγχωρώ, μόνο να καθίσεις λίγο κι ύστερα να πας για το καλό. Αν πας για αλλού και εγώ για αλλού, το λάθος θα είναι του γυαλού. Η θλίψη η δική μου δέντρο είναι της ερήμου, σύννεφο του Νείλου που με αφήνει μόνο κι ορφανό. Τριγυρίζεις, το μυαλό μου το παρηγορείς ίσα να μπουκάρεις μέσα, μα ξεχνάς να βγεις. Κι αρχινώ τα κύριε ελήσον, τα μάνι, πατμι, χουμ για να ψάξω τη φωλιά σου στου μυαλού μου το αλαλούμ. Καταιγίδα, καταιγίδα θα μου τα σαρώσει όλα, έρωτά μου και πατρίδα, σα σκυλί που τρώει φόλα. Καταιγίδα και βαπόρια, τα είδα όλα με τη μία, ξέμεινα με τα κοκόρια από λάθος γνωριμία. Άιντε φεύγα, άιντε φεύγα, άιντε φεύγα τώρα, άιντε φεύγα, άιντε φεύγα, άιντε φεύγα τώρα. Άιντε φεύγα τώρα, δεν υπάρχει χώρα, αν τη κατοικήσεις, μέσα μου καμιά. Τα έχω κάψει, τα έχω, έφαγα το βράχο κι έμεινε η θλίψη, άχρηστη ζημιά. Ξεπεράστηκες, ξεπεράστηκα, βασανίστηκες, τζάμπα βιαστικά για αυτό σαν την Ινδιάνα, σαν την Ινδιάνα επικαλούμαι τελικά. Καταιγίδα, καταιγίδα θα τα κάνει όλα σκόνη, έρωτά μου και πατρίδα, σίδερο βαρύ κι αμόνι. Άιντε φεύγα, άιντε φεύγα, άιντε φεύγα τώρα, άιντε φεύγα, άιντε φεύγα, άιντε φεύγα τώρα. Άιντε φεύγα τώρα, δεν υπάρχει χώρα, αν τη κατοικήσεις, μέσα μου καμιά. Τα έχω κάψει, τα έχω, έφαγα το βράχο κι έμεινε η θλίψη, άχρηστη ζημιά. Ξεπεράστηκες, ξεπεράστηκα, βασανίστηκες, τζάμπα βιαστικά για αυτό σαν την Ινδιάνα, σαν την Ινδιάνα επικαλούμαι τελικά. Ε ρε κατάρα που είναι αυτή αμάν αμάν και βάσανο μεγάλο, που δεν μπορώ στην τσέπη μου αμάν αμάν φράγκο ποτέ να βάλω. Μόλις αρχίσει σούρουπο αμάν αμάν τρέχω να οικονομίσω, της γκόμενάς μου τα ψιλά αμάν αμάν πάω να τα ακουμπίσω. Και αφού φτάσω στου Ψυρρή σε ένα μικρό σπιτάκι, κόβω τους μάγκες γρήγορα αμάν αμάν με ένα μικρό κολπάκι. Βρε κει τα παίζω τακτικά αμάν αμάν ζαριές και ποτηράκι, τα παίρνω στο κηλάδισμα αμάν αμάν με ένα ξανθό πουλάκι. Εδώ θα είναι ρε παιδιά αμάν και από πάρα πάνω, μέχρις να φτάνω δανεικά αμάν αμάν ως ότου να ρεφάρω. Λόγγος κι ορμάνι γύρω στο παλάτι και το φυλάν αόρατα σπαθιά. Κι εκείνη αποκοιμήθηκε βαθειά και δεν τη βλέπει ανθρώπου μάτι. Συ είσαι η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα πού όλη η Ελλάς, νανούρισμα γλυκό σου στέλνει ένα τραγούδι μυστικό και μια χρυσόχλωρη μυρτούλα. Μάγια κακά της είχαν καμωμένα να μην ξυπνήσει χρόνους εκατό πριν ένα βασιλόπουλο ξακουστό έρθει να την ευρή από τα ξένα. Συ είσαι η Κοιμάμενη Βασιλοπούλα μα δεν κοιμάσαι μοναχή σου συ. Κι άλλος εκεί δεξιά σου τη χρυσή του Έθνους καρτερεί αυγούλα. Σταυρός αστράφτει και σπαθί σιμά του ψυχών κοπάδι φτερουγίζει εκεί. Αγίων μελίσσι γύρω κατοικεί κι Αγγέλοι αμώνουν στο όνομά του. Εκείνος είναι η ελπίς μας, ο Μεσσίας εκείνος του Γένους ο εγδικητής οπού κοιμάται στα υπόγεια της Αγίας του Θεού Σοφίας. Η κοινωνία με κατακρίνει με έχει αδικήσει στα αληθινά και το κορμί μου στιγμή δεν παύει να τυραννιέται και να πονά. Ένιωσα, ένιωσα ποια είναι η κοινωνία ένιωσα του κόσμου την τόση αδικία. ότι αγαπούσα το έχω χάσει χαρά στον κόσμο δεν έχω δει η κοινωνία μου έχει στερήσει ότι ποθούσα μες στη ζωή. Ένιωσα, ένιωσα ποια είναι η κοινωνία ένιωσα του κόσμου την τόση αδικία. Από του κόσμου την αδικία που κάθε τόσο με κυνηγά μες στη ζωή μου την πικραμένη θα τυραννιέμαι παντοτινά. Ένιωσα, ένιωσα ποια είναι η κοινωνία ένιωσα του κόσμου την τόση αδικία. Μια μικρή παράξενη κυρία από την Ικαρία κάθισε να πλέξει ένα ειδύλλιο να φορά από κοκεταρία. Κι ούτε που γεννιόταν στην παράξενη κυρία καν η απορία αν θα ζεσταινόταν ή θα κρύωνε διπλά με την κακοκαιρία, αν θα ζεσταινόταν ή θα κρύωνε διπλά με την κακοκαιρία. Αχ μικρή κυρία, τι περίπλοκη ιστορία. Το πλεκτό θα είναι στενό, το ειδύλλιο θερινό η κλωστή δεμένη, η χαρά χαμένη. Αχ μικρή κυρία, τι περίπλοκη ιστορία. Ότι στα αλήθεια χάνουμε στα ψεύτικα το ζούμε μες στου μυαλού τη θύελλα εκεί στα σκοτεινά. Κόβοντας όλα τα σκοινιά που μας κρατούν στο χώμα που μας κρατούν και στη φωτιά δεν πέσαμε ακόμα. Πίσω από την πόρτα ξεδιψούν με λάβδανο οι ψυχές μας, τις αμαρτίες μια ζωή τις τρέφουν οι πληγές. Αλαφρογέρνοντας γλυκά στου ύπνου το κοπίδι μια ανάσα ξετυλίγεται μες στα στενά μας χείλη. Κι έπειτα λίγο πριν φανεί του ορίζοντα το βάθος στου χρόνου μας την εκπνοή, στη λάθος μοιρασιά, τα χέρια τείνουμε άγκιστρα, τα χέρια που θεριέψαν να ψηλαφίσουν μια στιγμή τη φύτρα που δε δρέψαν. Η λεβεντιά είναι μια πληγή που πάντα αίμα τρέχει. Θεε μου και πώς την εβαστά εκείνος που την έχει. Είχα μια μάνα μάγισσα αληθινή μαγεύτρα, με παρατσούκλι όμορφο του έρωτα πλανεύτρα. Με γύρναγε μες στις φωτιές και στα αντρικά τα μάτια, ακόμα κι όταν γέλαγε στα πρόχειρα κρεβάτια. Τον άνεμο λιβάνιζε κι εκείνος σταματούσε κι όλα τα τρένα φεύγανε για κει που αγαπούσε. Μα δεν αγάπησε ποτέ, θαρρώ ούτε κι εμένα. Ποτέ μη νιώσεις έρωτα όσο αγαπάς εσένα. Μου το έλεγε και τρέχανε καλέ μου τα μάτια της στα αστέρια και το σκοτάδι το έσκιζε σαν δίκοπα μαχαίρια. Μα κείνος που την σκότωσε είχε το βλέμμα ίσιο και ξέχασα τα λόγια της για να τον αγαπήσω. Η μικρή του καμηλιέρη αραπίνα από το Αλγέρι όποιος να τη δει τη θέλει γιαλελέλι. Τραγουδούν οι αραπάδες και χορεύει στους οντάδες το κορμί λυγάει σαν χέλι γιαλελέλι. Στο χορό κρατάει το ντέφι και παντού σκορπάει κέφι η ματιά της στάζει μέλι γιαλελέλι. Φορτωμένη με στολίδια σκουλαρίκια δαχτυλίδια η καρδούλα μου τη θέλει γιαλελέλι. Η καρδούλα μου τη θέλει γιαλελέλι. Τα αστέρια που μετρήσαμε να πέφτουνε στη γη. Είναι οι μύθοι που είδαμε να σβήνουν στο σκοτάδι. Χρόνια πορείες παράλληλες που ζήσαμε μαζί. Σαν στρατιωτάκια τα έστησε η νύχτα στο σημάδι. Όλα αλλιώς περπάτησαν, ποιος να το φανταστεί; Δίχως σενάριο τελικά το έργο αυτού του κόσμου. Κι όσοι σκηνοθετήσαμε μιαν άλλη του εκδοχή. Ο χρόνος μας παράτησε στα απόμερα του δρόμου. Σε ένα ταξίδι αδιάκοπο ο κόσμος προχωρά. Σαν καραβάνια τα όνειρα την έρημο διασχίζουν. Αδύναμα κι ευάλωτα στου χρόνου τη φθορά. Μόνο τα αισθήματα μπορούν βυθούς να καθρεπτίζουν. Η μόνη αλήθεια που ένοιωσα να αντέχει στη βροχή. Αυτή η φιλία, που άπλωσε και γέμισε τα χρόνια. Αυτός ο μύθος που έντυσε των δύο μας την ζωή. Σαν άνοιξη που σώσαμε στον πιο βαρύ χειμώνα. Πώς να κοπάσει ετούτη η τρικυμία τα κύματά της με καταζητούνε φορούν οι φίλοι πορφυρό μανδύα με ρούμι οι βοριάδες με κερνούνε. Στον όλμο εκεί υπνοβάτης βλαστημάει και τρώει ένα κουκούρι σκεφτικός έφυγε από την καρδιά μου ο πανικός και γελαστός την πόρτα μου χτυπάει. Άλογο ατίθασο μακριά με φέρνει στων κυνηγών του χρόνου την αυλή ο πυρετός τους την ζωή μου παίρνει και το άλογό μου τρέπει σε φυγή. Η τρικυμία ποτέ δε θα σβηστεί για μιαν ανεξιχνίαστην αιτία καρφώθηκα σε όμορφη εξορία το πέλαγο καρφί μου και σφυρί Ατέλειωτη νύχτα της Φουέντε Οβεχούνα στου 1470 τη χρονιά πως να χωρέσεις στην καρδιά μας τόσα πολλά που έφερες μαζί σου ακόμα δεν ξημέρωσε. Και το φεγγάρι μήνυμα στέλνει καβαλάρηδες πως μπαίνουν στην κοιλάδα. Και το φεγγάρι μήνυμα στέλνει στρατός του Φερδινάρδου και της Ισαβέλλας. Ατέλειωτη νύχτα της Φουέντε Οβεχούνα στου 1470 τη χρονιά. Τραγούδι θα γενείς μες στην κοιλάδα τραγούδι στην Ισπανία ολάκερη. Ρύζι έχει κει κάτω κοντά στο ποτάμι. Εκεί ψηλά στο βουνό χρειάζουνται ρύζι. Αν το ρύζι το κρύψουμε στις αποθήκες θα ακριβύνει το ρύζι για αυτούς εκεί πάνω. Οι μαούνες του ρυζιού θα έχουν λιγότερο ρύζι και το ρύζι φτηνότερο θα είναι για μένα. Τι είναι στα αλήθεια το ρύζι. Πού να ξέρω το ρύζι τι είναι. Ποιος να το ξέρει τάχα. Δεν ξέρω το ρύζι τι είναι. Ξέρω την τιμή του μονάχα. Φτάνει χειμώνας και χρειάζουνται ρούχα. Πρέπει μπαμπάκι λοιπόν να αγοράσουμε και το μπαμπάκι να μην το πουλήσουμε. Σαν θα έρθει το κρύο, θα ακριβύνουν τα ρούχα. Τα κλωστήρια πληρώνουν πολύ ψηλά μεροκάματα. Κι έπειτα υπάρχει πάρα πολύ μπαμπάκι. Τι είναι στα αλήθεια το μπαμπάκι. Πού να ξέρω το μπαμπάκι τι είναι. Ποιος να το ξέρει τάχα. Δεν ξέρω το μπαμπάκι τι είναι. Ξέρω την τιμή του μονάχα. Κι ο άνθρωπος παρατρώει φαΐ για αυτό κι ο άνθρωπος όλο ακριβαίνει. Για να φτιάξεις φαΐ, χρειάζεσαι ανθρώπους. Οι μάγειροι κάνουν φτηνότερο το φαΐ αλλάοι φαγάδες όλο και το ακριβαίνουν. Κι έπειτα υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι. Τι είναι στα αλήθεια ο άνθρωπος. Πού να ξέρω ο άνθρωπος τι είναι. Ποιος να το ξέρει τάχα. Δεν ξέρω ο άνθρωπος τι είναι. Ξέρω την τιμή του μονάχα. Στο Σαντιάγκο, στης σφαγής τα χρόνια πέσαν πολλοί και πού να βρεις ονόματα και με μια λέξη να ποια είναι η Χιλή. Κάποιος που ταινία γυρίζει τη σκηνή του φόνου του. Αχ! Η δύναμη βγαίνει από τις γροθιές κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα, από στόμια βγαίνει η δύναμη κι όχι από τα στόματα. Σύντροφοι, γνωστό αυτό ήταν, είναι και μένει αληθινό κι αυτή είναι η πικρή αλήθεια της Ουνιδάδ Ποπουλάρ. Αυτό το φιλμ μάθημα ας μας γίνει είδα τη δουλειά των στρατιωτών, το μακέλεμα είδα σκηνές που όλοι γνωρίζουν. Το λαό να τρέχει στο λιθόστρωτο για να σωθεί και τα ντουφέκια να σαρώνουνε τους δρόμους. Και προλετάριους να ξαπλώνονται νεκροί είδα τις σφαίρες να ξεσκίζουνε τα παιδιά και τις γυναίκες να ρίχνονται πάνω στους νεκρούς. Σέρνεις τα βήματα βαριά στις γειτονιές και τα σοκάκια, λόγια, χαράζεις, μαγικά, σε όλα του πάρκου τα παγκάκια, σε αυτή την πόλη μοναχός και το χωριό στενό και ξένο, ταξίδια φτιάχνεις στο νερό και στο ταβάνι σου ένα τραίνο. Ξεκίνησες κατακτητής, λιγάκι ονειροπαρμένος, στη χώρα σου ένας ναυαγός, στην πόλη σου αδικοχαμένος, κρυφοκοιτάς πόρτες κλειστές, ζηλεύεις τα άγνωστα ζευγάρια, οι υποσχεμένες ηδονές γίνονται πρόστυχα παζάρια. Την πύλη ορίζουνε οι ληστές κι ο τεχνοκράτης την κρεμάλα, τη μοίρα σου οι πειρατές κι εσύ ανδρείκελο και μπάλα, σεργιάνι βγήκανε οι Θεοί, πουλιούνται στο μοναστηράκι, τσέπη βαθιά, καρδιά ρηχή, σωτήρες με άψογο μουστάκι. Απατεώνες πειστικοί, ποιοτικά εξελιγμένοι, πουλήσου να αγοράσεις γη από πολύ καιρό χαμένη κι αν κάτι πάει να ανεβεί, κι αν κάτι πάει να πετάξει, έχουνε δόντια και οι ουρανοί και ξόβεργες από μετάξι. Σέρνεις τα βήματα βαριά στις γειτονιές και τα σοκάκια, λόγια, χαράζεις, μαγικά, σε όλα του πάρκου τα παγκάκια, μοναχικέ περπατητή, μοναχικό γερτό αγόρι, χωρίς τη χάρη του ποιητή, μέσα σου κουβαλάς την πόλη. Σε αγάπαγα και έλεγα πως είχες λίγη μπέσα μα εσύ μου την κοπάναγες γιατί ήσουνα μπαμπέσα. Μπαμπέσικα είναι τα μάτια σου μπαμπέσα και η καρδιά σου μπαμπέσικα με κοίμιζες μέσα στην αγκαλιά σου. Καθημερνώς μπαμπέσικα με εμέ συννενογιόσουνα και με είχες και περίμενα και με άλλονε ξηγιόσουνα. Πάψε πλέον τις μπαμπεσιές και βάλε λίγη μπέσα για να σου αλλάξω το όνομα να μη σε λεν μπαμπέσα. Μη μου το λες μπαμπέσικα πες το με την καρδιά σου ξηγήσου μια φορά σπαθί μπαμπέσα στο νταλκά σου. Μπαμπέσικα είναι τα μάτια σου μπαμπέσα και η καρδιά σου μπαμπέσικα με κοίμιζες μέσα στην αγκαλιά σου Μαραίνεται η καρδούλα μου από πικρό μαράζι για κάποια ξαβεριώτισσα που όλο καημούς μου βάζει. Βραδιοξημερώνομαι πάντα στη γειτονιά της να με ανταμώσει δεν μπορεί φοβάται τη μαμά της. Έλα και σου έχω κούκλα μου βοτάνι να σου δώσω να την κοιμήσεις μια βραδιά να έρθεις να σε ανταμώσω. Πόσες φορές θα σου το πω με μια γλυκιά κιθάρα πως έχω αγάπη στην καρδιά για σε κρυφή λαχτάρα Πήγα να σε περιμένω στης Ομόνοιας το σταθμό μέσα στο βράδυ μέσα το κρύο μέσα στο κυνηγητό. Έλεγα πως θα περάσεις, είναι πέρασμα μεγάλο από δω περνούνε όλοι και για το ένα και για το άλλο. Μη μιλάς και μη κουνιέσαι δείξε σοβαρότητα μη μας πάρει κάνα μάτι και ζητούν ταυτότητα. Πολιτσμάνοι κι αστυνόμοι χύμα ανθρώποι που περνούσαν με κοιτάγανε στα μάτια κι άλλοι μου χαμογελούσαν. Μόνη είμαι μέσα το κρύο γύρω μου όλο φαντάροι νοσταλγώ το δημαρχείο και τη πιάτσα στο Βαρδάρη. Μη μιλάς και μη κουνιέσαι δείξε σοβαρότητα μη μας πάρει κάνα μάτι και ζητούν ταυτότητα. Μόνη είμαι μέσα το κρύο γύρω μου όλο φαντάροι νοσταλγώ το δημαρχείο και τη πιάτσα στο Βαρδάρη. Μη μιλάς και μη κουνιέσαι δείξε σοβαρότητα μη μας πάρει κάνα μάτι και ζητούν ταυτότητα Αυτή την πόλη την ξέρω κάθε κρυμμένη γωνιά της. Έχω φλερτάρει με αγνώστους έχω μεθύσει στα μπαρ της. Σε αυτή την πόλη έχω παίξει κι έχω κρυφτεί στις σκιές της. Σε φασαρίες έχω μπλέξει κι έχω χαρεί στις χαρές της. Αυτό το γκρίζο της χρώμα κάθε χορού μου το βήμα γιατί δε σώπασε ακόμα η μουσική στην Αθήνα. Αυτό το γκρίζο της χρώμα είναι μονάχα η βιτρίνα γιατί δεν ξέφτισε ακόμα η ομορφιά στην Αθήνα. Αυτή η πόλη η δόλια σημάδια μου έχει αφήσει. Στους τοίχους διάβασα λόγια που τα έχουν όλα εξηγήσει. Θα της χρωστάω πάντα κάτι γιατί εκεί ζούνε τα αγόρια που με φωνάξαν αγάπη στα πιο μεγάλα που ζόρια. Αυτό το γκρίζο της χρώμα κάθε χορού μου το βήμα γιατί δε σώπασε ακόμα η μουσική στην Αθήνα. Αυτό το γκρίζο της χρώμα είναι μονάχα η βιτρίνα γιατί δεν ξέφτισε ακόμα η ομορφιά στην Αθήνα. Κι αν γκρεμιστεί αυτή η πόλη θα μείνω εγώ στα θεμέλια να της ποτίζω τη ρίζα με των παιδιών μου τα γέλια. Η πιο ζεστή μπαλάντα μου γυρεύει το όνομά σου, την πιο σωστή κουβέντα σου, την πιο καυτή ματιά σου, σου κλαίει και σε ζητάει. Οι πιο μεγάλες μας στιγμές, τα κρύα δάχτυλά σου, είναι στιχάκια κοπελιές φωνές από τα παλιά σου. Ζωές μες στη χαρά σου, φωνές από τα παλιά σου. Η πιο ζεστή ανάσα σου μες στα απαλά χρώματά σου ψάχνει λόγια να εκφραστεί το μωβ, το ροζ, το θαλασσί, το άσπρο που πληγώνει. Το πιο μεγάλο σε αγαπώ μάτια μου στο άρωμά σου, είναι στιχάκι μαγικό, μονάκριβο, αληθινό, έτσι απλά δικό σου. Να γελάσεις από τα βάθη των χρυσών σου ματιών είμαστε μες στο δικό μας κόσμο. Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει. Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα. Τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα. Κι αυτό που θέλω να σου πω το πιο όμορφο από όλα, δε στο έχω πει ακόμα. Έκλαψα, τρελάθηκα ισχυρός ο δεσμός κι από εκεί πιάστηκα. Έγειρα και χάθηκα η αγκαλιά σου φως κι όταν κοιτάχτηκα με είδα αλλιώς. Άρνηση δε δέχομαι, άρνηση αβάσταχτη. Ναι, του κόσμου η πιο ωραία λέξη το ναι. Πες την είτε χιονίσει είτε βρέξει, το ναι. Κοίτα με στα μάτια μου. Ναι φως μου, δες ξανά βρες τα κομμάτια μου. Άφοβα και άχρονα πίστεψέ με βαθιά. Θεέ μου, να σε αντάμωνα θα ανέβω σκαλιά. Άρνηση δε δέχομαι, άρνηση αβάσταχτη. Έριξα όλη τη σιωπή μου σε ένα πηγάδι στην αυλή μου πέταξα αγάπες και φωνές κι ότι είχα αφήσει μες στο χθες μαζί μου. Έφυγες και πας, πίσω δε γυρνάς είναι η καρδιά μου πια γεμάτη από αγάπη. Πέταξα όλη τη σιωπή μου σε ένα τσιγάρο στην αυλή μου άφησα πάθη κι ενοχές κι ότι είχα κλείσει μες στο χθες μαζί μου. Όλοι βρισκόμαστε βαθιά. Εντός του μέλλοντος μας. Κι ο θάνατος που καρτερά. Είναι ο οβολός μας. Για τις χαρές που λάβαμε. Και για τις καταιγίδες. Που είναι κι αυτές πολύτιμες. Που είναι κι αυτές ελπίδες. Και κάθε εμπόδιο για καλό. Και κάθε εμπόδιο σκάλα. Να την ανέβει ο άνθρωπος. Να κάνει 5 ζάλα. Αχ! Ο αετός ο έρημος. Που στα φτερά του νιώθει. Του αέρα την αντίσταση. Και με το νου του κλώθει. Πως θα ήτανε πιο λέφτερος. Σε ένα κενό αέρος. Μα θα έπεφτε ο φουκαράς. Για δεν υπάρχει μέρος. Καλύτερο από αυτό εδώ. Καλύτερο από τώρα. Κι ας φέγγουνε οι ουρανοί. Κι ας μαίνεται η μπόρα. Κι εμείς που ήμασταν οχτροί. Για μέρες, μήνες, χρόνους. Κι ο ένας του αλλού εβάναμε διαόλους και τριβόλους. Φίλοι γεννήκαμε αργά. Με κόπους μα χαλάλι. Και το λουλούδι σαν ανθεί. Έχει αγκαθιού αγκάλη. Έγιναν δυο, οι αγάπες μου, διπλά φιλιά και χάδια. Διπλή ζωή, διπλός καημός, διπλά τα χτυποκάρδια. Πότε εκεί και πότε εδώ, ήρθα και κόπηκα στα δυο. Πίνω σε δυο πηγές νερό, σε δυο φωλιές κοιμάμαι. Μα είναι μονόδρομοι κι οι δυο καρδιά μου που να πάμε. Πίνω σε δυο πηγές νερό, σε δυο φωλιές κοιμάμαι. Η Σκύλλα και η Χάρυβδη, καρδιά μου θα μας φάνε. Η μια είναι τα μάτια μου, η άλλη η ψυχή μου όποια κι αν χάσω απ τις δυο, θα χάσω τη ζωή μου. Πότε εκεί και πότε εδώ, έχω πάθει διχασμό. Πίνω σε δυο πηγές νερό, σε δυο φωλιές κοιμάμαι. Μα είναι μονόδρομοι κι οι δυο καρδιά μου που να πάμε. Πίνω σε δυο πηγές νερό, σε δυο φωλιές κοιμάμαι. Η Σκύλλα και η Χάρυβδη, καρδιά μου θα μας φάνε Όταν βλέπω πόσο λίγα σου έχω δώσει τις κουβέντες τις πικρές που σου έχω πει πόσο θα θελα για μια στιγμή μονάχα να γυρνούσε η ζωή μου στην αρχή. Όσα λάθη έχω κάνει να διορθώσω και να ζήσω ζωή μόνο για σένα κι όσα μείνανε στη μέση να τελειώσω και να σβήσω όσα ήτανε γραμμένα. Αχ, δεν είναι ο θάνατος που με τυραννάει, είναι η στιγμή, είναι η στιγμή που περνάει και χάνεται. Πόσοι μήνες, πόσα χρόνια πεταμένα ότι χάνεται ακόμα με τρομάζει κι η εικόνα σου που φαίνεται στον τοίχο μόνη έξοδος κινδύνου τώρα μοιάζει. Αχ, δεν είναι ο θάνατος που με τυραννάει είναι η στιγμή, είναι η στιγμή που περνάει και χάνεται. Άντρες απου έχουνε ψυχή και που καταλαβαίνουν, γή ζουνε λεύτεροι γή αλλιώς για λευτεριά ποθαίνουν. Άντρες απου έχουνε ψυχή και στην τιμή είναι ντρέτοι τα κόκκαλά ντος τα κρεμούν στση λευτεριάς τον μπέτη. Η λευτεριά δε δίδεται, παίρνεται με το μπράτσο και θέλει μπάλλα και φωθιά και ζόρε και στραπάτσο. Καλλιά στη μαύρη φυλακή ζωή να καταλύσω παρά να αποφασίζουνε άλλοι το πως θα ζήσω. Γιατί απού θέλει λευτεριά και δεν την κυνηγήσει ολάκερή ντου τη ζωη σκλάβος θα τήνε ζήσει. Μα εγώ στο πείσμα των πολλώ τη στράτα που βαδίζω όσο κι αν έχει δυσκολιές δεν την αναγυρίζω. Τα μάτια σου δε γνώρισα χτες βράδυ, τα μάτια μου σαν σίδερα βαριά, φοβήθηκαν το άδειο σου το χάδι και κλείδωσαν, σε αρνήθηκαν ξανά. Χειμώνας κι η ανάσα σου παγώνει, ξεπλένει τα κομμάτια σου η βροχή, καπνίζεις μες στη νύχτα στο μπαλκόνι και λες δε σε χωράει όλη η γη. Άλλα μη λες σκίζει στιγμές η αλήθεια. Άλλο μην κλαις όλα τα καίει η συνήθεια. Κι εγώ να κάνω πως κοιμάμαι κι εγώ να κάνω ότι είμαι εδώ κι ας έχω φύγει από καιρό. Και φόρεσες τα μαύρα σου τα ρούχα μαζί με ένα κόκκινο κασκόλ, μα ξέχασες στο σπίτι τα παπούτσια, η ανάσα σου ποτάμια αλκοόλ. Ξυπόλητος την άνοιξη γυρεύεις, περπάτησες ξανά ως το πρωί, γυρνάς και με το μέσα σου παλεύεις που χάθηκες και χάσαμε μαζί. Από το κακό μου ριζαριό, βράζω βοτάνι στο καιρό, να τον γητέψω να χαρώ. Είναι από φύτεμα γυρτό, που λαχταράει να δει ουρανό, σα κυπαρίσσι στο γκρεμό. Πρωί και βράδυ και πρωί μία σελήνη ακροβατεί κι ένας βλαμμένος ήλιος. Στης μέρας το λεπτό σκοινί στεγνώνουν οι άλλοι μου εαυτοί και παραμένω ίδιος. Σεμνότητα ποιοτητα, η τέλεια παρεξήγηση μια σιωπηλή αφήγηση στα μάτια σου ανασαίνει. Την παίρνω και την τραγουδώ, τη καθρεφτίζω στο κενό, σε ένα επάγγελμα μισό, η ιστορία σου τρέμει. Το πιο θλιμμένο μου σουξέ, που δε με πρόδωσε ποτέ με παίρνει από το χέρι. Με ξεναγεί στο πουθενά, στης Λευκωσίας τα στενά κι όλο με κοροϊδεύει. Πρωί και βράδυ και πρωί μία σελήνη ακροβατεί κι ένας βλαμμένος ήλιος. Στης μέρας το λεπτό σκοινί στεγνώνουν οι άλλοι μου εαυτοί και παραμένω ίδιος. Αγάπες και παινέματα μια σκοτεινή υπόθεση. Μοναδική σου υπόσχεση το φως στο πρόσωπό σου. Κι αν θες να πεις πως με αγαπάς, πες το στον εαυτό σου και πάψε να με τυραννάς με το αγαπητάριό σου. Ήθελε ο αδερφός, η αδερφή του την τιμή του, λέει, να κρατήσει κι όλο της έλεγε, μέρα και νύχτα μη σταθεί κανείς να τη φιλήσει. Κι ότα μοιράζανε το αδερφομοίρι η αδερφή ξεφώνησε το άφι πως την αδίκησε ο αδερφός της πήρε το δικό της το χωράφι. Την πιο μεγάλη ατίμια κάνει ο αδερφός στην αδερφή του δεν έχει ηθικές αξίες καμαρώνει την τιμή του. Τιμή ποτέ το άδικο δεν έχει ποτέ τιμή δεν έχει ο πονηρός όπου πληγώνεται το δίκιο εκεί σταυρώνεται ο Χριστός. Περνάει ένα αυτοκίνητο κι ακούω χειροκροτήματα. Γυρνάω το κεφάλι μου, κανείς. Πως ξέφτισαν τα όνειρα, πως ξέφτισε η άνοιξη. Κι ω, θε μου, πως ξεφτίσαμε κι εμείς. Γελοίοι μαραθώνιοι, μαγείες δίχως άγγιγμα. Που σβήνονται μαζί με τη βροχή. Και ξάφνου οι μελωδίες τους, εφιαλτικά αισιόδοξες. Μας δίνουνε μια λύση στη στιγμή. Αγάπη μου, αγάπη μου, πως μείναμε ολομόναχοι. Έξω από αυτόν τον κόσμο το φτιαχτό. Κρατώντας μόνο πρόσωπα, ιδέες και συνθήματα. Και μιαν αγάπη για ανταλλακτικό. Η αλήθεια στέκει ολόγυμνη μπροστά στα άδεια μάτια μας, Πού είναι οι γλυκές στιγμές των σινεμά; Κράτα γλυκά το χέρι μου με γνώριμο ανατρίχιασμα. Σε αυτού του τραγουδιού την ξενιτιά. Του ήλιου και της μοίρας τα ρολόγια, θολά και σκουριασμένα από τη βροχή, μιας μάνας δεν ακούσανε τα λόγια και σέρνουν κύκλο πάλι από την αρχή. Η ηδονή που είναι γραμμένη με κοντύλι, μες στης ψυχής το πιο βαθύ κιτάπι, μοιάζει με την κόρη που συνάντησες το δείλι, στα μάτια την εκοίταξες κι εντράπη. Είσαι πουλί και θέλεις να πετάξεις και όλο τον ορίζοντα κοιτάς. Στην άκρη του γκρεμού αν δεν κοιτάξεις, ποτέ σου δε θα μάθεις να πετάς. Σφίγγεις τα χείλη και φορτώνεις σε ένα κάρο, στάχυα τα όνειρά σου, σε δεμάτια, τη νιότη σκιάχτρο αφήνεις πίσω για τον Χάρο, και ξεκινάς για ανεύρετα παλάτια. Μέσα από το παράθυρό μου έκλεψες το όνειρό μου ήλιε μου. Πήγες να κρυφτείς, μα σε είδα ξέφυγε μια ηλιαχτίδα ήλιε μου. Είδες κιόλας τόσα μέρη κι είναι ακόμα μεσημέρι ήλιε μου. Μα πού πας, πού βασιλεύεις ποιο βασίλειο γυρεύεις ήλιε μου. Το όνειρο που μου έχεις πάρει θα το φέρει το φεγγάρι ήλιε μου. Ήλιε μου σαν εξώμεινες στση δύσης την αγκάλη ξημέρωμα στα μάθια μου μπλιο ντου δε θα προβάλλει. Στσι στράτες των ονείρων μου το δάκρυ μου στεγνώνω γιατί προβέρνεις ήλιε μου και σε αποκαμαρώνω. Μόνο το όνειρο μπορεί να συγκριθεί μαζί σου να γίνει τόσο όμορφο να πάρει τη μορφή σου Ήλιε όμορφε, ήλιε λαμπερέ, άστρο πυρακτωμένο. Φέξε μου μπροστά, φέξε μου μακριά, πίσω να μην ξομένω. Τα ποδάρια μου, να πατούν βαριά, σαν το βουνίσιο ταύρο. Να πατήσω μια, να πατήσω δυο, ανέφαλο να κάμω. Από τη ρόγα αυτή, τον πλανήτη Γη, να βγάλω το κρασί μου. Να το πιω να ιδώ, να οραματιστώ, τη γέννα τη θανή μου. Γη μου όμορφη, γη μου καρπερή, μάνα μου καλομάνα. Συ με ανάθρεψες, συ με θέριεψες, στου κόρφου σου το θάμα. Και χρωστώ για αυτό, έναν οβολό, κάτι κι εγώ να αφήσω. Το κορμάκι μου, μες το χώμα σου, σαν αποχαιρετήσω. Μέσα από τα άνθη τα πολλά ένας ήλιος μου γελά στρογγυλός σαν πιάτο. Κι ένας άλλος φωτεινός ρίχνει μάτι από το βουνό και χαρές γεμάτο. Κι είναι τώρα τραλαλά ένας ήλιος στα ψηλά κι ένας ήλιος κάτω Η έκτη μέρα άνοιξε. Κι είδε ο θεός τα έργα του. Όλα κατά πως έπρεπε να γίνουν είχαν γίνει. Κι η πλάση μοσκοβόλαγε. Σαν δαγκωμένο μήλο. Κι έγειρε κι έκλαψε ο θεός. Κι ύστερα αποκοιμήθηκε. Και από το όνειρό του μέσα. Οι άνθρωποι περάσανε. Ωραίοι πεισματωμένοι. Κι όπως κοιμότανε ο θεός. Ο ποταμός τον πήρε. Τον πήρε και τον σκόρπισε. Στα πιο λευκά λουλούδια Ημέρα πανσελήνου και στο μυαλό του φίλου χαλάσματα ονείρου μπερδεύουν την ψυχή. Παράθυρα στο χρώμα κλεισμένα με το χώμα απο πεσμένο σώμα που λιώνει στη στιγμή. Σαν σκίτσο που ξεβάφει σε εφημερίδα γράφει με τίτλο σαν μομφή. Λέει για μια χώρα που με τρελό αγώνα γκρεμίζει τη ζωή. Σαν ήλιος η σελήνη φωτίζει και τυλίγει εμένα στο χαρτί. Κορδόνια και κανόνια να βγαίνουν κάθε ώρα να δένουν την ψυχή. Ψηλά να την πηγαίνουν και να τη σημαδεύουν πυροβολούν γιατί. Μου γράφεις μάνα μου γλυκιά στο σπίτι να γυρίσω, να φύγω από την καταστροφή και την παράνομη ζωή για πάντα πια να αφήσω. Ήρθε αργά το γράμμα σου δεν ωφελεί μητέρα, το τέλος μου το θλιβερό θα μάθεις κάποια μέρα. Εγώ πια καταστράφηκα με τη ζωή που κάνω και ξέγραψέ με από παιδί γιατί μια μαύρη χαραυγή στους δρόμους θα πεθάνω. Ήρθε αργά το γράμμα σου δεν ωφελεί μητέρα, το τέλος μου το θλιβερό θα μάθεις κάποια μέρα. Το σφάλμα μου μανούλα μου το έχω μετανιώσει, μα τώρα όμως είναι αργά. Έπεσα τόσο χαμηλά, κανείς δε θα με σώσει. Ήρθε αργά το γράμμα σου δεν ωφελεί μητέρα, το τέλος μου το θλιβερό θα μάθεις κάποια μέρα. Ήρθες σαν μπόρα, σαν καταιγίδα που δυναμώνει ξαφνικά και στη σκεπή του αγάπη βρήκα, αρχίζει τώρα να βροντά. Πες μου πού βρήκες το κλειδί να μπαίνεις στα όνειρά μου, πες μου ποιος σου έδωσε καρφί να μπήξεις στην καρδιά μου. Το παρελθόν σου γερός μαγνήτης που σε τραβάει δυνατά, είσαι αδέσποτος κομήτης μες στη δική μου την τροχιά. Τύχη πώς με κατάντησες, σαν τον τρελό σε κρίση. Λυπήσου την καρδούλα μου και πες της να με αφήσει. Αχ, φωτιά στη στάχτη που έχει σβήσει από παλιά. Αχ, φουρτούνα μες στου λιμανιού μου τα νερά. Είναι μισοσκόταδο και ψάχνω μιαν αιτία και ντελιριάζεται του κόσμου ο σφυγμός, χιλιοτρυπημένη μοιάζει να είναι η ιστορία από τα γεγονότα της κι η φλέβα μου ο καιρός. Γαλιλαίο, αν το Ναζωραίο δεις τι πιο ωραίο, ρώτησέ τον, να χαρείς, να πεθάνω, να αυτοθυσιαστώ, τί να κάνω, σαν κι εσένα να σωθώ. Ήρωας, ξεήρωας, δε θέλω ούτε να ζήσω, σαν δεν μπορώ να πέθαινα για αυτό που θέλω εγώ, σύριγγα η συνήθεια, κουτάλι η ενοχή μου, φλόγα η αλήθεια τους, ζεστό ναρκωτικό. Γαλιλαίο, αν το Ναζωραίο δεις, τι πιο ωραίο, ρώτησέ τον, να χαρείς, να πεθάνω, να αυτοθυσιαστώ, τί να κάνω, σαν κι εσένα να σωθώ. Τραγικοηλίθιοι προς δόξα συστημάτων, θα σβήσουνε τον άνθρωπο με ένα πυρηνικό, άσπρη σκόνη, όνειρα και μαύρη η ελπίδα, η βελόνα ο φόβος μου κι ακούς το ουρλιαχτό. Μαλακωδώς εφησυχασθείς επί μακρόν ο καλλιτέχνης επανεξετάζει την κατάσταση πριν ξεχαστεί εκ νέου. Τα γόνατά μου κάνουν χρίτσι χρίτσι. Μεγαλώνω. Το χάνω κάθε χρόνο το παιχνίδι με το χρόνο. Μετακόμιζα θυμάμαι με ένα αμάξι. Τώρα όλα τα ζητώ για να είμαι εντάξει. Όλα δικά μου κι όλα σε άλλους τα χρωστώ και τα πληρώνω. Ήταν ανάγκη; Ήταν ανάγκη να συμβεί και σε μένα; Όλα μου μοιάζαν παντοτινά, παντοτινά, παντοτινά. Ασπρίζουν τα μαλλιά μου κάθε μέρα. Μεγαλώνω. Τα ίδια είχε πάθει κι ο μπαμπάς μου σε άλλο χρόνο. Τα παιδιά με λένε κύριο Αλκίνοο. Με ενοχλεί μα τελευταίως το καταπίνω. Θα έρθει σε λίγο η καρδιά και τα νεφρά και να μην πίνω. Αααααα. Ήταν ανάγκη; Ήταν ανάγκη να συμβεί και σε μένα; Όλα μου μοιάζαν παντοτινά, παντοτινά, παντοτινά. Αυριανό ραμολιμέντο μου συγχώρα τη σπατάλη συγχώρα με την ώρα που θα δίνεις τη σκυτάλη. Πόσο αφελής θα μοιάζω στα δικά σου μάτια σαν θα σου κόβουν το τσιγάρο και τα αλάτια. Η αθανασία με ξεγέλασε μου πήρε το κεφάλι. Ήταν ανάγκη; Ήταν ανάγκη να συμβεί και σε μένα; Όλα μου μοιάζαν παντοτινά, παντοτινά, παντοτινά. Όταν θα λέω, πώς χάθηκαν όλα στο κάθε μέρα. Κανείς δε ζει να τον θαυμάζω. Ξένος στον αδυσώπητο χαβά της ανθρωπότητας, ο Χατζιδάκις μοιάζει στην προϊστορία κι αντικατάσταση δεν έγινε καμία. Χρόνια μετά τις κηδείες των παλιών, όταν δε θα μπορώ να γράψω ούτε το όνομά μου. Τα τραγουδάκια που άφησα για αργότερα θα με κοιτούν να φεύγω και θα γκρινιάζουν σαν γέροι που δεν έζησαν. Τότε θα ξέρω πως. Ήταν ανάγκη; Ήταν ανάγκη να συμβεί και σε μένα; Όλα μου μοιάζαν παντοτινά, παντοτινά, παντοτινά. Ο γερο Γλάυκος διάβασε σε έναν τοίχο ο χρόνος ο πανδαμάτωρ κι έκλαψε σαν παιδί. Και ήταν παιδί. Μια φορά θυμάμαι ήταν μια χώρα καλή της ώρα που την κατοικούσαν κάποιοι που δε ζούσαν καλή τους ώρα. Σιωπηλοί σαν πεθαμένοι και σαν πρώτα ανδρειωμένοι δεν μιλούσαν. Ες αύριον τα ψέματα κι οι αναμνήσεις αίματα. Μια φορά θυμάμαι που ζούσα σε μια χώρα κακή της ώρα πάνω στα μπαλκόνια χορτασμένα όρνια κακή τους ώρα. Μας φορτώσαν με τα χρόνια σαν τα ζωα στα βαγόνια και γελούσαν. Ες αύριον τα ψέματα κι οι αναμνήσεις αίματα Άλλαξε ο αέρας, το φως καθαρό ήμουνα πέτρα και είμαι νερό γίνομαι ένα με όλους μαζί βλέπω να βγαίνουν οι πρώτοι καπνοί. Θα έρθουν μέρες. Άγριες μέρες που οι αλήθειες θα σκίζουν σαν σφαίρες. Και οι νίκες Άγιες νίκες σαν μαχαίρια θα βγουν από τις θήκες. Πάλι ανοίγει ο καιρός άσπρα ρούχα και ήλιος ζεστός μπαίνω μέσα σε αυτή τη γιορτή φως τα χρόνια και γλύκα η ζωή. Αν από εδώ σε αφήσουν κι αν εκεί σε δεχτούνε, θα αλλάξεις φυλακή. Ανάσα πουθενά του δουλευτή που προσκυνά, ο φτωχός, να βολευτεί! Θα γεννηθώ ξανά όπως θέλω κι όσο μπορώ και θέλω εγώ να μεγαλώσω. Τι τα θέλεις φτερά και πλοία κι οδό; Ο ελεύθερός σου κόσμος είναι εδώ, κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού! Όλα τα έχεις γιατί να πας αλλού! Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω, φτηνά το κρέας πουλιέται το ανθρωπίσο! Ξένοι οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι, χωρίς πατρίδα, πάντα οχτροί και μούλοι! Όπου να πας, ξένος και δούλος, κι όπου σταθείς, θα χάνεις κάθε αξία του ανθρώπου. Αλλού αν γεννηθείς, αλλού κι αν πας, παντού θα σε χτυπούν, αν δε χτυπάς! Πουθενά δε θα μείνεις. Κάθε λίγο θα παίρνεις το δισάκι σου. Θα φύγω! Οι αλυσίδες σου στο ένα το σακί, στο άλλο ο τάφος σου. Κι ώρα σου κακή! Τι τα θέλεις φτερά και πλοία κι οδό; Ο ελεύθερός σου κόσμος είναι εδώ, κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού! Όλα τα έχεις γιατί να πας αλλού! Δ.Α. Θυμάμαι τώρα την ατέλειωτη ώρα κάθε φορά που το σώμα μου μεθούσες. Α.Μ. Υγρά πετράδια, της αγάπης σημάδια παραδομένη τη ζωή μου κατακτούσες. Δ.Α Α.Μ. Θα είσαι πάντα εδώ, μέσα στο σπίτι αυτό να με κρατάς αγκαλιά και να με προστατεύεις, κι αν είσαι τώρα μακριά, έχουμε ζήσει πολλά, τα φώτα σβήσαν, αλλά, τι θέλεις, τι γυρεύεις, αχ! πόσο με παιδεύεις. Δ.Α. Θλιμμένα μάτια, της καρδιάς μου κομμάτια κάθε βραδιά η μορφή σου με ξυπνάει. Α.Μ. Αχ! θάλασσά μου πως πονάει η καρδιά μου που δεν ξεχνά ότι τόσο σε αγαπάει. Δ.Α Α.Μ. Θα είσαι πάντα εδώ, μέσα στο σπίτι αυτό να με κρατάς αγκαλιά και να με προστατεύεις, κι αν είσαι τώρα μακριά, έχουμε ζήσει πολλά, τα φώτα σβήσαν, αλλά, τι θέλεις, τι γυρεύεις, αχ! πόσο με παιδεύεις. Θα με θυμηθείς μια μέρα όταν θα έχεις προδοθεί κι όταν θα σε κάνουν πέρα όλοι οι φίλοι κι οι γνωστοί. Θα κλαις και θα ρωτάς, για μένα θα λυπάσαι, τις νύχτες θα πονάς γιατί θα με θυμάσαι. Θα με θυμηθείς μια μέρα, θα με θυμηθείς. Θα με θυμηθείς μια μέρα όταν θα έχουμε χαθεί, σαν σκιά ο έρωτάς μας όπου πας θα ακολουθεί. Θα κλαις και θα ρωτάς, για μένα θα λυπάσαι, τις νύχτες θα πονάς γιατί θα με θυμάσαι. Θα με θυμηθείς μια μέρα, θα με θυμηθείς. Θα κλαις και θα ρωτάς, για μένα θα λυπάσαι, τις νύχτες θα πονάς γιατί θα με θυμάσαι. Θα με θυμηθείς μια μέρα, θα με θυμηθείς. Η δική μας αγάπη είναι λάθος μεγάλο, κι όλο θέλω να φύγω και διαρκώς το αναβάλλω, θα μπορούσα να φύγω μα δεν έφυγα ακόμα, θέλω να είσαι μαζί μου, να είσαι μες στην ψυχή μου, μια καρδιά, ένα σώμα. Κι αν τον πόνο τον πνίγω με τραγούδια στο στόμα, το αναβάλλω για λίγο, θα μπορούσα να φύγω, μα δεν έφυγα ακόμα. Ένα μόνο σου λέω, πως πολύ με πικραίνεις, κι όμως έχεις τον τρόπο και κοντά σου με δένεις, θα μπορούσα να φύγω μα δεν έφυγα ακόμα, θέλω να είσαι μαζί μου, να είσαι μες στην ψυχή μου, μια καρδιά, ένα σώμα. Κι αν τον πόνο τον πνίγω με τραγούδια στο στόμα, το αναβάλλω για λίγο, θα μπορούσα να φύγω, μα δεν έφυγα ακόμα. Θα μπορούσα να φύγω μα δεν έφυγα ακόμα, θέλω να είσαι μαζί μου, να είσαι μες στην ψυχή μου, μια καρδιά, ένα σώμα. Βρήκα μια δουλειά, να μη δουλεύω πια. Εγώ θα πάρω δυο, έναν γέρο και έναν νιό, τον γέρο για λεφτά, τον νιό για εμορφιά και έτσι θα περνώ πάντα μια χαρά. Αχ, τι ζωή χρυσή, όλο γλέντι και κρασί. Εγώ θα πάρω δυο, έναν γέρο και έναν νιό τον γέρο θα γελώ, λεφτά θα του τραβώ, παρέα με τον νιό πάντα θα γλεντώ. Μη μου λες πολλά τώρα είναι αργά, σβήνω ένα ένα τα φώτα σβήνω και το θυμό. Πάλι θα χαθώ στο παλιό παλτό, με τα χέρια μέσα στις τσέπες θα περιπλανηθώ. Κάτι θα βρω, κάτι θα πιω, ένα πικρό ποτήρι κι ύστερα πια θα ανάψω μια, μια πυρκαγιά στα χείλη. Κάτι θα βρω, κάτι θα πιω, ένα πικρό τσιγάρο κι ύστερα πια στα σοβαρά τον έρωτα θα πάρω. Μη μου λές πολλά, πρώτη μου φορά που γυρίζω από σένα δίχως να σε έχω πια. Πρώτη μου φορά στο κενό ξυστά, να βαδίζω μόνος στους δρόμους που παίρναμε αγκαλιά. Κάτι θα βρω, κάτι θα πιω. Θα πλέξω μενεξέδες και μυρτιές και νάρκισσους και κρίνα γελαστά θα πλέξω. Θα πλέξω υάκινθους και άσπρα τριαντάφυλλα που τόσο αγαπάει εκείνη. Θα πλέξω στεφάνι το μέτωπο να στολίζει και τα ολόχρυσα μαλλιά της. Θα πλέξω μενεξέδες και μυρτιές και νάρκισσους και κρίνα γελαστά θα πλέξω Στη βραδινή μου αναζήτηση είχες την πρώτη ζήτηση, ξέρω πως σίγουρα θα έρθω θα βάλω στο κρασί νερό. Δε θα ζητήσω την αλήθεια θα ζήσω μες στα παραμύθια. Θα σε αγαπώ για πάρτη μου θα σε έχω μες στα λάθη μου. Μακριά σου οι μέρες δεν τελειώνουνε βράδια δεν ξημερώνουνε, στην αγκαλιά σου θέλω να κρυφτώ θα έρθω και λέξη δε θα πω. Δε θα ζητήσω την αλήθεια θα ζήσω μες στα παραμύθια. Θα σε αγαπώ για πάρτη μου θα σε έχω μες στα λάθη μου. Θα φύγω αθόρυβα, όπως φεύγουν τα όνειρα κι οι ώρες μέσα από τα ρολόγια. Θα φύγω δίχως λόγια. Όπως φεύγει το πρόσωπο μέσα από τον καθρέφτη, θα φύγω αθόρυβα όπως έχω έρθει. Κι όταν θα είμαι μακριά σου, με δάκρυα θα κλάψω και θα φωνάξω πως είσαι ο μεγάλος έρωτας, και πώς να σε ξεχάσω. Θα φύγω αθόρυβα, όπως φεύγουν τα σύννεφα μπροστά από το φεγγάρι. Θα φύγω δίχως χνάρι. Όπως φεύγει το λάδι μας μέσα από το λυχνάρι, θα φύγω αθόρυβα δίχως ένα χνάρι. Κι όταν θα είμαι μακριά σου, με δάκρυα θα κλάψω και θα φωνάξω πως είσαι ο μεγάλος έρωτας, και πώς να σε ξεχάσω. Δε με νοιάζουν πια των άλλων οι ματιές ούτε το τι θα πούνε. Ούτε να καταλάβουν τι περνάω ούτε να μου σταθούνε, ούτε να μου σταθούνε. Κι όσα ο χρόνος ξέβαψε σαν τη δική σου αγάπη δε θέλω πια να σκέφτομαι. Δε θέλω να ξανάρθεις, δε θέλω να ξανάρθεις. Εγώ θα φύγω από εδώ κι όλα θα τα ξεγράψω. Με ένα τραγούδι θα μιλώ τις νύχτες μου θα ξελογιάζω. Τα όνειρα μου νόθεψες από την αρχή θα φτιάξω. Δεν ψάχνω άλλο τι να βρω το πλοίο για να χάσω. Όσα φεγγάρια είδαμε στα δύο είναι κομμένα. Εσύ αλλού να διεκδικείς κι εγώ τα έχω χαμένα, κι εγώ τα έχω χαμένα. Εγώ θα φύγω από εδώ κι όλα θα τα ξεγράψω. Με ένα τραγούδι θα μιλώ τις νύχτες μου θα ξελογιάζω. Τα όνειρα μου νόθεψες από την αρχή θα φτιάξω. Δεν ψάχνω άλλο τι να βρω το πλοίο για να χάσω. Θα χαμηλώσω τα βουνά χρυσή φωλιά θα χτίσω, μαζί με σένα που αγαπώ να πάω να κατοικήσω. Τον ουρανό να χεις σκεπή και τα ποτάμια βρύση χίλια λουλούδια και πουλιά η αυλή του να γιομίσει. Να έχεις την πόρτα στο γιαλό, παράθυρο στο αμπέλι και για καλωσορίσματα μήλα, κρασί και μέλι. Θάλασσα για να γεννηθείς του πόνου οι σκλάβοι φταίνε και για να ζεις, να χαίρεσαι πτέπει αυτοί να κλαίνε. Μην καμαρώνεις θάλασσα τα αλμυρά νερά σου γιατί είναι από τα μάτια μου και τα έκαμες δικά σου. Θάλασσά μου εσύ, μήλο και κρασί τα χλωμά μου χείλια τα δικά σου θέλουν. Θάλασσά μου εσύ, μαχαίρι πειρατή κόβει τη καρδιά μου, σκέψεις μ αρρωσταίνουν. Σαν κλαράκι τσακισμένο σαν ναυάγιο στον αφρό, επιπλέει η ελπίδα πως κι εγώ θα αγαπηθώ. Ηλιε μου εσύ, χρώμα και γιορτή δώσε στο κορμί μου το καυτό σου χάδι. Ηλιε μου εσύ, ανάσα και ζωή αν δε μ αγαπήσεις θα βρεθώ στον Αδη. Σαν κλαράκι τσακισμένο σαν ναυάγιο στον αφρό, επιπλέει η ελπίδα πως κι εγώ θα αγαπηθώ. Σπίτι σας θα έρθω ένα βράδυ μέσα στους Ποδαράδες να σε βρω και τη μάνα σου να πιάσω, να της πω πως σε αγαπώ, σπίτι σας θα έρθω ένα βράδυ. Μέσα στους Ποδαράδες να σε βρω και τη μάνα σου να πιάσω, να της πω πως σε αγαπώ, να της πω πως χάθηκα. Κούκλα μου γλυκιά, στον σεβντά σου βάλθηκα, να της πω πως χάθηκα, δεν αντέχω πια, στον σεβντά σου βάλθηκα. Κι αν η μάνα σου η πανούκλα θέλει να μου κάνει τον βαρύ. Και αν η μάνα σου η πανούκλα θέλει να μου κάνει τον βαρύ, πες της, όμορφη μου κούκλα, τον μπελά της πως θα βρει, πες της, όμορφη μου κούκλα, τον μπελά της πως θα βρει. Θε να έρθω στους Ποδαράδες, να σε κλέψω, φως μου μια βραδιά, για της μάνας σου το πείσμα να της κάψω την καρδιά. Θε να έρθω στους Ποδαράδες, να σε κλέψω, φως μου μια βραδιά, για της μάνας σου το πείσμα να της κάψω την καρδιά. Και θα γίνω άντρας σου, αχ, κούκλα μου γλυκιά. Και ας πεθάνει η μάνα σου και θα γίνω άντρας σου, αχ, κούκλα μου γλυκιά, δεν αντέχω πια. Κι ας πεθάνει η μάνα σου. Τότε δίχως φασαριές θα μου δώσει όλα τα λεφτά, τότε δίχως φασαριές θα μου δώσει όλα τα λεφτά. Κι όλες τις ομολογιές κι άλλα τόσα μετρητά κι όλες τις ομολογιές κι άλλα τόσα μετρητά. Λαγοκοιμάται το όνειρο κοίτα μην το ξυπνήσεις και σου θυμίσει τη ζωή που ξέχασες να ζήσεις. Λέγε τα ψέματα ζωή και την αγάπη λάθος δε σου έλειψαν τα όνειρα μα σου έλειψε το πάθος. Χρόνια γυρίζεις θεατής στου κόσμου τις κερκίδες μα πες μου τι αγκάλιασες σφιχτά από όσα είδες. Χρόνια γυρίζεις θεατής μα τούτο το παιχνίδι όποιος από έξω το κοιτά το έχει χαμένο ήδη. Πέθανες ή σε σκότωσαν υπάρχει αμφιβολία σκυμμένος στην οθόνη σου κοιτάς τη νεκροψία. Από μακριά χειροκροτάς γιουχάρεις κάνεις πλάκα μα αυτό δεν είναι θέαμα είναι η ζωή σου βλάκα. Επήρες την κληρονομιά κι αλλάξες τώρα γνώμη δε σου γουστάρω φαίνεται φαίνεται θέλεις να ζήσεις μόνη. Θυμήσου που μου έλεγες άλλον δε θα αγαπήσεις δίχως εμένα δίπλα σου δίπλα σου δε θα μπορείς να ζήσεις. Μα πήρες την κληρονομιά κι όλα τα έχεις ξεχάσει την πάρτη σου εκοίταξες εκοίταξες και με έχεις πια πετάξει. Θέλω ακόμα μια βόλτα, έχουμε ζήσει τόσα μαζί. Θέλω ακόμα μια βόλτα στου. Αιγαίου το γλυκό θαλασσί. Θέλω ακόμα μια βόλτα στης ζωής μας τα μεγάλα γιατί. Θέλω ακόμα μια βόλτα να κάνουμε μαζί. Θέλω ακόμα μια στροφή να χορέψουμε μαζί. Θέλω ακόμα ένα καφέ στο ξημέρωμα στο μπλε. Θέλω ακόμα μια βόλτα έχουμε ζήσει τόσα μαζί. Θέλω ακόμα μια βόλτα, να φεύγω μόνη να γυρνάμε μαζί. Θέλω ακόμα μια βόλτα στα μεγάλα μας γιατί. Θέλω ακόμα μια στροφή να χορέψουμε μαζί. Θέλω ακόμα ένα καφέ στο ξημέρωμα στο μπλε. θέλω να πάγω στην Φραγκια να φέρω ένα φραγκάκι ελά βαριά βαριά βαριά βαριά το πόδι σου να τρέξω κατά πόδι σου βαριά βαριά και ταπεινά να με αγαπάς αληθινά. Να το ρωτήξω να με πει πώς πιάνεται η αγάπη ελά βαριά βαριά βαριά βαριά το. Από τα μάθια πιάνεται στα χείλη καταβαίνει ελά βαριά βαριά βαριά βαριά το. Κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει κι απομένει ελά βαριά βαριά βαριά βαριά το. Θέλω να σε δω να με αναζητάς σε κάθε οδό και δω στα λίγα που ζητάς. Θέλω να σε δω με έρωτα βαρύ να μην μπορεί κανείς να διώξει αυτόν το θάνατο. Καμιά φορά φοράω τα λόγια μιας πληγής καμιά φορά ξεχνιέμαι αλλιώς κι από όλους κρύβομαι. Τη χαρά μου λες γιατί στην κάνω συμφορά και δε χωράει η ζωή να μπει στο γλέντι ούτε μια φορά. Θέλω να σε δω να με εκδικηθείς να πιω νερό κρυφά εκεί που θα πλυθείς. Θέλω να σε δω να είμαστε αγκαλιά και μία θηλιά γερή το χθες να κάνει αθάνατο Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή. Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα. Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ. Ξέρω στὴ χώρα τὴ μεγάλη τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ, μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους. Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ. Ξέρω τὸ πρόσχαρο ἀκρογιάλι, ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ, κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του. Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ. Ἀτέλειωτη τραβάει μιὰ στράτα, σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά, σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ. Μιὰ στράτα χιλιοπατημένη, τὸν καβαλλάρη νηστικό, τὸν πεζοδρόμο διψασμένο θάφτει στὸν κουρνιαχτό. Ἐκεῖ τὸ σπίτι μου θὰ χτίσω μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή, πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνίζει κι ἡ θύρα του θἆναι ἀνοιχτή. Νύχτα θολή, νύχτα χλωμή με χρώμα κέρινο. Αυτή τη νύχτα μια ζωή θα τη θυμάμαι. Ένα σου γράμμα θλιβερό πως φεύγεις, έλεγε. Ο ίσκιος που σε ακολουθεί είναι η ψυχή μου. Με ένα φεύγω, φονικό έκοψες την αναπνοή μου. Θέλω πίσω τη ζωή μου. Τα δυο σου χείλη, αναζητώ να με αναστήσουνε. Μόνο στα όνειρα, είσαι εδώ να σε αγκαλιάζω. Μα όταν έρθει το πρωί σβήνω και χάνομαι. Ο ίσκιος που σε ακολουθεί είναι η ψυχή μου. Με ένα φεύγω, φονικό έκοψες την αναπνοή μου. Θέλω πίσω τη ζωή μου Και τι μπορώ να πω για σένα που να είναι εσύ λέξεις με δέρμα και μαλλιά γραμματικές για την αφή χέρια πλεγμένα. Θέλω τη μέρα που θα φύγεις από το πρωί να μου γελάς κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις να είναι σαν να με αγαπάς. Και πώς μπορώ να σε θυμάμαι και να είσαι εσύ τα γέλια σου σαν τα νερά μια ήσυχη λέξη στο αυτί και να νικάμε Θες έναν κόσμο πιο μεγάλο, Και μες στο φόβο κλείνεσαι. Λες δε θα πολεμήσεις άλλο, σαν φύλλο στο ποτάμι αφήνεσαι. Έσβησες όλα σου τα φώτα νομίζεις πως δε θα σε βρουν. Μα όλα τα τότε και τα πρώτα όπου κρυφτείς εκεί θα έρθουν. Όλος ο κόσμος να γυρίσει, δεν έχεις άλλη επιλογή. Είσαι το πρόβλημα και η λύση και το μαχαίρι και η πληγή. Είπες πολλά κι ένιωσες λίγα, πίστεψες λέξεις κι εποχές. Τώρα απλά γυρνάς σελίδα, δε θα ξεμπλέξεις με ευχές. Τώρα κατέβασες τα χέρια, άλλοι το μέλλον αναγγέλουν. Λες δε θα πάμε και στα αστέρια ας γίνουν όλα όπως θέλουν Μέρες είκοσι και δυο στη Σαλονίκη, διπλανά δωμάτια υπόγεια χρόνια. Με τις ώρες έπαιζες σκάλες στην κιθάρα κι εγώ λύσεις έψαχνα να βρω σε μια γυάλα. Μάγοι δίχως μαγικά σκοτεινοί και μόνοι χώρεσαν σε έξι χορδές οι χαμένοι χρόνοι. Μοναχός αργά στην παραλία σε μια αόρατη χαμένος συναυλία όργανα τρελά, γλυκά ήχους των αγγέλων. Κι έπαιζες ως το πρωί ήλιος ανατέλλων. Μέρες είκοσι και δυο στη Σαλονίκη ένας ήχος μυστικός σαν θησαυρός. Μαγικές έξι χορδές μαγικά τα δάκτυλα μαγική είναι η μουσική θέλει μάγια για να βγει Είμαστε βαθιά ωραίοι κι ας βουτάμε στα ρηχά γύρω από κάτι ερείπια γράφουμε τροχιά. Κυκλοθυμικά τραγούδια κι αργοφάγωμα ψυχής όνειρό μου σε σοκάκι θα ξημερωθείς. Την πορφύρα μην την κρύβεις πόλη της αιώνιας ήβης τα φιλιά σου ανάστησέ τα τα Βυζαντινά για το διώκτη του θανάτου που σκιρτάει στα άδυτά του και για έρωτα χαμένο, κλαίει και πονά. Το ζεϊμπέκικο μας μένει για την ώρα την κακιά που τα βάσανα μας πνίγουν ετσιθελικά. Στο βοριά και στο σκοτάδι σπίρτο ξόδεμα για φως να ξεχνάει που τον ξεχάσαν τα ήπιε κι ο Θεός. Κι εγώ αρχίζω τον χορό.Θρεττανελό τού Κύκλωπα, κρατώ το βήμα, ελεύθερο κι εσείς ακολουθάτε με. Ελάτε, σκατουλάκια μου, μαζί μου επαναλάβατε. Βελάζουμε σαν προβατάκια, σαν τράγοι αρωματισμένοι. Έξω οι φαλλοί βγαλμένοι, άιντε, καλά θα φάμε. Κι εμείς θα ακολουθήσουμε, Θρεττανελό, τον Κύκλωπα βελάζοντας χαρούμενα στην φρικαλέα θέα του. Τραβάς μασώντας λάχανα μέσα στο τρελό μεθύσι σου κι έχοντάς μας από πίσω, μόλις σωριαστείς στο στρώμα θα σού πεταχτεί το όμμα με ένα καυτό παλούκι. Θα γίνω η Κίρκη που έβραζε. Θρεττανελό, τα βότανα και τους συντρόφους έπειθε να γίνουν γουρουνόπουλα. Με κοπριές τους τάιζε και ζύμωνε και έλεγε. Αυτόν το ρόλο εγώ διαλέγω κι εσείς, γρυλίζοντας, κοντά μου ελάτε, γουρουνόπουλά μου, πίσω από τη μαμά σας. Αφού την Κίρκη διάλεξες, Θρεττανελό, τη μάγισσα κι εμείς τον Οδυσσέα αντιγράφοντας σε αδράχνουμε. Από τα αχαμνά κρεμώντας σε, τελείως καλοπροαίρετα, σού τρίβουμε κοπριά στη μύτη, σού τρεμουλιάζει το πιγούνι και ξεφωνίζεις σαν γουρούνι πίσω από τη μαμά του. Ελάτε και στο δούλεμα ας μπει τελεία και παύλα. Έχετε άλλο έργο εσείς, εγώ, πηγαίνω λάθρα. Τσιμπώ από τον αφέντη μου λίγο ψωμί και κρέας. Έργο μάς αναθέσανε, μασώντας συμμετέχω. Πριν κουβεντιάσουμε Πριν να τα φτιάσουμε Πριν περπατήσουμε οι δυο. Θέλω προσήλωση. Κι άκου την δήλωση. Αν θες να κάνουμε χωριό. Θυμώνω εύκολα θυμώνω. Για αυτό εγκαίρως το δηλώνω. Κοίτα πως θα φερθείς μαζί μου. Τις πονηριές δεν τις σηκώνω. Θυμώνω εύκολα παιδί μου. Με το παραμικρό θυμώνω. Αν συμφωνήσουμε. Μαζί θα ζήσουμε θα σε αγαπώ θα με αγαπάς. Θα σεργιανίσουμε. Και θα γλεντήσουμε. Μονάχα κόντρα μη μου πας. Σκιρτηταί Κουρήτες, ενόπλια βήματα θέντες, ποσσίκροτοι, ρομβηταί, ορέστεροι, ευαστήρες, κρουσιλύραι, παράρυθμοι, επεμβάται, ίχνεσι κούφοι, οπλοφόροι, φύλακες, κοσμήτορες, αγλαόφημοι, μητρός ορειομανούς συνοπάονες, οργιοφάνται. Έλθοιται ευμενέοντες επί ευφήμοισι λόγοισι, βουκόλωι ευάντητοι αεί κεχαρηότι θυμώι. Σκιρτηταί Κουρήτες, ενόπλια βήματα θέντες. Παιδιά που τρέχουν και καπνοί και πυροβολισμοί κι οσμή από λιβάνι του αφέντη που την κυβερνάει χορεύει κι ύστερα ζητάει την κεφαλή του Άη Γιάννη. Όλα κρυφά και μυστικά τα πάθη σου που ανάβουν κι αργοκαίγεσαι Ιερουσαλήμ, στον Γολγοθά με τους λαούς σου σταυρωμένους. Ανασταίνεσαι. Στο σούρουπο που λειώνει τη φωνή του μουεζίνη. Στο τείχος που βουλιάζει ο θρήνος του ραββί στο αεράκι που μύρωσε το σήμαντρο Ναΐτες που ακονίζουν τα μαχαίρια τους. Εκεί σε γνώρισα. Κι οι τοίχοι της είναι φτενοί και ακούγετε όποιος μπει και φαίνεται όποιος βγαίνει και τρέμουν όλα σαν πονάει ματώνει, σέρνεται, βογγάει γεννάει την Οικουμένη. Ίντα έχετε γύρου γύρου κι είναι βαριά η καρδιά σας δεν τρώτε και δεν πίνετε και δε χαροκοπάτε πριν να έρθει ο χάρος να μας βρει να μας σε διαγουμίσει. Να διαγουμίσει τσι γενιές και να διαλέξει τους άνδρες και πάρει νέους για τα άρματα. Ιντά έχεις γιασεμάκι μου και μάδησε ο ανθός σου η γλάστρα σου έπεσε μικρή γή λίγο το νερό σου. Δεν είναι η γλάστρα μου μικρή και το νερό είναι πολύ μου μόνο άργες να έρθεις να με βρεις κι αρρώστησα πουλί μου Φοράει νύχτα στα μαλλιά, του φεγγαριού την άλω να γίνει η αγάπη διάφανη, γυναίκα ποθητή από το κάστρο της Ωριάς στέλνει στερνό σινιάλο και περιμένει τρέμοντας Ιούλιο πορθητή. Με της φωτιάς τα άλογα ο ήλιος ταξιδεύει σε πάει όνειρο χρυσό στους δρόμους του ουρανού και μια ψυχή που καίγεται τον άνεμο αγναντεύει και χάνεται στα σύννεφα τσιγάρου πρωινού. Ένα τσαμπάκι μέλισσες και λιάτικο σταφύλι είναι του μήνα Καίσαρα το βιος το αληθινό κι ο ποιητής που έψαχνε θαλασσινό τριφύλλι έγινε άσπρο ανέσπερο και φως εωθινό Ίσως ο πόνος της ακτής να ναι ο πόνος της ψυχής φυλακισμένη όπως ζει μέσα στο σώμα. Κι ίσως το αθάνατο νερό που ακόμα θα ήθελα να πιω να ναι η ανάσα που παντρεύεται το χώμα. Θα σου μιλήσω για όλα αυτά σαν έρθει η ώρα πως ψάχνω αλήθειες δηλαδή κι όλο χάνομαι γιατί περιπλανιέμαι μοναχή σε αυτή τη χώρα. Κι αν πολιτεία αναρχική νομίζεις ξέρεις τι θα πει τι με κοιτάς με αυτό το βλέμμα το θλιμμένο. Εγώ την ψάχνω από παιδί το ραντεβού μας είναι εκεί κι αν φτάσω πρώτη ξέρεις θα σε περιμένω Του Στρυμόνα φυσούν ξεροβόρια, οι ναύτες αλητεύουν στο λιμάνι, κατσούφηδες και δύστυχοι. Αρμύρα τρώει τα σκαριά, νερό τα παλαμάρια, το χασομέρι το πολύ, εμάρανε τα παλληκάρια. Πικρός καιρός μα πιο πικρό, το γιατρικό, που λάλησεν μάντης, βρήκε μεγάλο πρόσχημα την Άρτεμη, τα σκήπτρα καταγής βρόντηξαν οι Ατρείδες, και δε βαστούν τα δάκρυα. Ο μέγας βασιλιάς φωνάζει, κρίμα βαρύ να μη λυγίσω, βαρύτερο να σφάξω το παιδί, καμάτι του σπιτιού μου, το πατρικό να μαρκαρίσω χέρι μου, βάφοντας στο βωμό, το αίμα της παρθένας. Ολόγυρα με ζωνουν συμφορές, λιποτάχτης να γίνω, κι ορκομάτης φριχτός. Αν όλοι πεθυμούν από καρδιάς, το αίμα της παρθένας να χυθεί, για να κοπάσει το μεροβόρι, κρίμα δεν είναι και σε καλό να βγει. Και μπήκε στης ανάγκης το ζυγό, κακός αέρας φύσηξε στο νου του, ανόσια κι ανίερη γονάτισε, αποκοτιά τα έρμα, λογικά του. Αισχρός συγκάτοικος το πρώτο λάθος, ξεχαλινώμοι των ανθρώπων τα μυαλά, κι έτσι να σφάξει τόλμησε τη θυγατέρα, συντρέχοντας στον πόλεμο για μια γυναίκα, ξορκίζοντας τον άνεμο για τα καράβια. Ο πατέρας διατάζει τους δούλους, σαν τραγί μετά την ευχή, σηκωτή στο βωμό να τη σύρουν, με το ζόρι ζωσμένη στο πέπλο. Με τον έπτωτο πάνω το χώμα, το καλλίγραμμο στόμα να φράξουν, μη και βγάλει κατάρας φωνή, χαλινωμένη στεκόταν βουβή, και κυλιόταν στη γη το φόρεμά της. Με βλέμμα παρακλητικό, σαΐτευε των κάθε φονιά της, μούμια σε ζωγραφιά, που θέλει να λαλήσει, κι όμως πολλές φορές τραγούδησε. Στο πατρικό τραπέζι, που γλεντούσαν, μαγνητοθεϊκοί φωνούνε, τον καλορίζικο τραγούδησε σκοπό, για χάρη του πατέρα, που αγαπούσε. Καημό μες στην καρδούλα μου απόκτησα και πόνο από τον καιρό που έμπλεξα με σένανε και λιώνω. Κάθε βραδάκι με γελάς γιατί Θεό δεν έχεις σε περιμένω, άπονη, μα εσύ με άλλον τρέχεις. Αλήθεια δε μου λες ποτέ αν με αγαπάς δεν ξέρω. Σε βλέπω με άλλον και μιλάς και μέσα μου υποφέρω. Αφού για μένα δεν πονάς και άλλονε λατρεύεις δε θέλω να με ξαναϊδείς και να με κοροϊδεύεις Μια με τις ψείρες πιάνεσαι μια τις βελόνες φτιάνεις κι από το γλυκοχάραμα, αγάπη μου την καθαρίστρα κάνεις. Από τον πέμπτο έφυγες σε ισόγειο τώρα μένεις της κοινωνίας τα σκαλιά αγάπη μου ολοταχώς διαβαίνεις. Μα ότι κι αν κάνεις στη ζωή η καθαριότης μένει εδώ που με έριξε η βρωμιά, αγάπη μου κανένας δεν αντέχει. Σήμερα που πληθύνανε τα βάσανα εξαίφνης παίρνεις το πούλμαν των εννιά, αγάπη μου και στην Αθήνα φεύγεις. Μη το ξεχάσεις αύριο τηλέφωνο να πάρεις. Αφού όμως το σώμα σου, αγάπη μου πρώτα καλά ξεβγάλεις. Και του Θανάση πέστονα όσο κι αν καθαρίσει. Ψείρες, τσιμπούρια και κοριοί, Θανάση μου θα ξαναρθούν στο σπίτι. Κι ο Κύριλλος, Θανάση μου αν είναι ζευγάρι ακόμη η αιτία είναι μόνο μια, Θανάση μου η αντικαθαριότης Κάθε φορά που φεύγεις για πάντα φεύγεις για χώρες μακρινές κι όλο μου λες τις λέξεις που δε θα αντέξεις να βγουν αληθινές. Κάθε φορά που φεύγεις για πάντα φεύγεις και με αποχαιρετάς και εγώ τις πόρτες κλείνω τα φώτα σβήνω καθώς εσύ πετάς. Κάθε φορά που φεύγεις στα χέρια παίρνεις τα αστέρια μιας ζωής το ξέρω κοροϊδεύεις και δήθεν φεύγεις γελάς, μα τι να πεις. Ψέματα λένε οι λεπτοδείκτες στο ανυπόμονό μου σώμα αφού από μέσα μου δε βγήκες κι ας μην εφάνηκες ακόμα. Αν με αγαπάς μια σταλίτσα έλα προτού να στο ζητήσω σου έχω ζεστάνει μια γωνίτσα που ήσουνα δε θα ρωτήσω. Κακός καιρός, βαρύς χειμώνας και τρέμω μήπως και μουσκέψεις γίνεται ο άνεμος τυφώνας ξάφνου και δε θα το πιστέψεις. Και περνούσαν οι μέρες και περνούσε ο καιρός και στα αστέρια ζητούσα των ματιών σου το φως. Πως τελειώσανε όλα ξαφνικά μου είχες πει. Κι είναι τόση η χαρά μου που σε βλέπω μπροστά μου. Καρδιά μου ζούσα μόνο για αυτό μια στιγμή. Να σε δω να μου πεις σε αγαπώ να έρθεις πάλι κοντά μου. Ζούσα μόνο για αυτό πως θα ερχόσουν εδώ σαν παιδί να κρυφτείς μέσα στην αγκαλιά μου και περνούσε ο καιρός. Κυριακές μεσημέρι στου σπιτιού την αυλή σε περίμενα να έρθεις κι ήρθε μόνο η σιωπή. Πώς χωρίσαμε πες μου λίγες μέρες μετά. Κι είναι τόση η χαρά μου που σε βλέπω μπροστά μου. Καρδιά μου ζούσα μόνο γι αυτό μια στιγμή να σε δω να μου πεις σε αγαπώ, να έρθεις πάλι κοντά μου. Ζούσα μόνο γι αυτό πως θα ερχόσουν εδώ σαν παιδί να κρυφτείς μέσα στην αγκαλιά μου και περνούσε ο καιρός. Ζούσα μόνο για αυτό μια στιγμή να σε δω να μου πεις σε αγαπώ να έρθεις πάλι κοντά μου. Ζούσα μόνο για αυτό πως θα ερχόσουν εδώ σαν παιδί να κρυφτείς μέσα στην αγκαλιά μου κι ήρθες πάλι καρδιά μου. Στη ζωή σου είμαι κέντρο και σημάδι έρχομαι το βράδυ χώμα άνυδρο φτιάχνω τι μορφή σου γίνομαι αρχή σου και χανόμαστε στο άπειρο. Και στο εξής μη μου πεις πως δεν υπάρχω για σένα με λογική δεν μπορείς να μεταφράσεις το βλέμμα και στο εξής οι καρδιές θα κάνουν μέρα τι νύχτα στον κάθε χτύπο θα ζουν τη μια και μόνη αλήθεια. Στην ψυχή σου μέσα είμαι εγώ ο λόγος η χαρά και ο πόνος που σε τρέφουνε σα παιδιά στους δρόμους με φτερά στους ώμους τους κανόνες ανατρέπουμε Όταν γεννιέται ο άνθρωπος ένας καημός γεννιέται όταν φουντώνει ο πόλεμος το αίμα δε μετριέται. Καίγομαι καίγομαι ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά πνίγομαι πνίγομαι πέτα με σε θάλασσα βαθιά. Ορκίστηκα στα μάτια σου που τα είχα σαν βαγγέλιο τη μαχαιριά που μου έδωκες να σου την κάμω γέλιο. Καίγομαι καίγομαι ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά πνίγομαι πνίγομαι πέτα με σε θάλασσα βαθιά. Μα συ βαθιά στην κόλαση την αλυσίδα σπάσε κι αν με τραβήξεις δίπλα σου ευλογημένος να είσαι. Καίγομαι καίγομαι ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά πνίγομαι πνίγομαι πέτα με σε θάλασσα βαθιά Φιλάει τα μάτια μου το φως, καινούρια μέρα Και ένας ήλιος σαν μαγνήτης με τραβά. Κράτα το χέρι μου μη φύγω στον αέρα. Πες μου αν μείνω πως θα πάνε όλα καλά. Βόλτα στη θάλασσα κι ένας καφές στο κέντρο. Γεμάτη μέρα με όση χώρεσε ζωή. Ξαπλώνω δίπλα σου γυμνός, πεσμένο δέντρο. Δώσε μου ανάσες για να φτάσω ως το πρωί. Πάμε όπου θέλεις, μόνο πίσω δε γυρίζω. Η νοσταλγία είναι πέτρα στο λαιμό. ότι ξεχνάω, με κρατάει να συνεχίζω. Δεν είμαι φύλλο, είμαι το ίδιο το νερό. Τρώει κομμάτια η χαρά απο την λύπη. Κόντρα στο φως, το σώμα γίνεται σκιά. Μέσα στα χέρια σου ότι έχεις κι ότι λείπει. Φόβος κι ελπίδα απο τα ίδια υλικά Κοντά σου θα έρθω κάποιο πρωί φαντάσου τη νέα μας ζωή στοχάσου πως είμαι δίπλα σου και πάλι πως σου χαϊδεύω το κεφάλι και πως σου λέω σιγανά. Καινούρια τώρα ζωή ας ξαναρχίσουμε οι δυο μας κι ας πούμε πως με πρωτόειδες αυτό το πρωί. Ας ξεχαστούν τα παλιά κι ας ξανακτίσουμε πάλι τη γκρεμισμένη από χρόνια μικρή μας φωλιά κι ας βάλουμε στο νου μας πως έτσι ήταν γραφτό κι ας πούμε ότι είναι αυτό το πρώτο ραντεβού μας. Καινούρια τώρα ζωή ας ξαναρχίσουμε οι δυο μας κι ας πούμε πως με πρωτόειδες αυτό το πρωί Στους κήπους της Καισαριανής σε έβγαζα για σεργιάνι, όμως μας χώρισε η ζωή νύχτα στου Μακρυγιάννη. Σε μια αίθουσα σκοτεινή φοιτητές δικάζουν. Την πατρίδα μου κλαίω εγώ. Ωωω!! Στα πεζοδρόμια περνά κόσμος και μας κοιτάζει, μια φυλακή ο τόπος μας και μας καταδικάζει. Εγώ, γράφει το ένθετο με τους στίχους. Αντίθετα, σύμφωνα με το βιβλίο. Τα σπίτια είναι χαμηλά σαν έρημοι στρατώνες η λέξη είναι εδώ. Καλή μου τριπλά σκλαβωμένη δεν έχω άλλο από τη μοναξιά μου κι εσύ όλο κρυώνεις αλήθεια για να σε ζεστάνω ότι μου αφήσαν από την καρδιά μου μην κλαις και μη με διώχνεις. Πέτρα και ανέμοι σε έχουν σμιλεμένη κι αιχμαλωτισμένη χρόνοι αρσενικοί φόβε του θανάτου μάννα ευλογημένη, στο κενό του κόσμου πόθοι ερωτικοί. Καλή σου νύχτα ας τραγουδήσουμε όλοι μας για αυτούς που θέλαμε να ήτανε εδώ γιατί η φωτογραφία στο πορτοφόλι μας είναι από μέσα στο τσεπάκι το κρυφό. Για αυτούς που λάμπουν με την απουσία τους και αφηρημένους μας αφήνουν μια στιγμή. Η σκέψη συναντά τη φαντασία τους σε κάποια υπόσχεση ζωής παντοτινή. Καληνύχτα λοιπόν θα είναι πια παρελθόν η γιορτή κι η αυλαία θα πέσει. Καληνύχτα λοιπόν και ας είσαι απών καληνύχτα, σου κράτησα θέση Πουλί μου το απεφάσισες για μακρινό ταξίδι, που σε είχα στην καρδούλα μου μονάκριβο στολίδι. Καλό ταξίδι, μάτια μου, γαλήνη στα νερά σου κι όπου κι αν πας κι όπου σταθείς, η Παναγιά μπροστά σου. Άγιε Νικόλα σου έταξα να φέρω τρεις λαμπάδες, να λυπηθείς εμένανε και όλες τις μανάδες. Κι όσες μανούλες έχουνε παιδιά ξενιτεμένα, να τα βοηθήσεις γρήγορα να έρθουν από τα ξένα. Το καλοκαίρι έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ να το προϋπαντήσουμε παιδιά με Ι.Χ. Σταμάτησα σε μια ΒΡ και πήρα 2 μπουκάλια που κάνουν άγριο μαύρισμα και πια δεν είσαι χάλια. Καλοκαίρι, καλοκαίρι σου έρχομαι ακράτητος. Καλοκαίρι, καλοκαίρι. Είμαι ασυγκράτητος. Με πιάνει μία κίνηση σαν βγήκα από την Αθήνα 7 γρανίτες τσάκισα μέχρι την Ελευσίνα. Ανοίγω τα παράθυρο, αέρα φρέσκο θέλω. Μα μύριζε ο Σαρωνικός, υπαίθριο μπουρδέλο. Καλοκαίρι, καλοκαίρι βότσαλα και κύματα. Καλοκαίρι, καλοκαίρι μπόχα κι απορρίμματα. Στην παραλία ψήθηκα σαν άγρια τηγανίτα. Μα με έκοψε ένα πιάσιμο να δεις, από την γρανίτα. Οι πόνοι είναι αφόρητοι, με κόβουν σαν στιλέτα. Αδίκως όμως πάσχιζα να βρω μια τουαλέτα. Καλοκαίρι, καλοκαίρι, σου έρχομαι ακράτητος. Μια λύση μόνο έμεινε και να μην γίνει λόγος. Στην θάλασσα ξαλάφρωσα σαν γνήσιος οικολόγος. Όταν θα πας στην εξοχή θα πρέπει να έχεις σχέση. Με κάποιο σπίτι εξοχικό να σου κρατούν μια θέση. Καλοκαίρι, καλοκαίρι φιλελεύθερη λαλιά. Το ένα εχτύπαε το άλλο χέρι. Από την απελπισιά. Θες να χαθεί κι αυτή η μέρα; Θέλεις να μείνουμε σε αυτά που σε χαλάνε; Δε θες να μάθουμε τι έχει παραπέρα; Δε θες να δούμε αυτοί οι δρόμοι ως πού πάνε; Θες να κολλήσουμε στα ίδια; Σε μια κουβέντα παραπάνω, μισό χάδι; Να τρέξουν πάλι μες στα πόδια μας τα φίδια; Με δηλητήρια θα το βγάλουμε το βράδυ; Αν η ζωή μου είναι μια μέρα. Είναι ακόμα μεσημέρι. Δε θέλω πόρτα για χειμώνα. Θέλω να βγω στο καλοκαίρι. Θες να ματώσουμε στο αγκάθι; Να ανοίξουμε άλλες δυο πληγές για το ποιος φταίει; Όσο εμείς θα ψάχνουμε τα λάθη. Έξω η ζωή, σαν ήλιος κόκκινος θα καίει. Δεν έχεις σκεφτεί δεν έχεις αισθανθεί καμένο χαρτί δεν μπορεί να γραφτεί. Δόξα και πλούτη κρυψώνα καλή μυαλό που δουλεύει για φήμη πολύ. Φυσά ο αέρας πετά τα καμένα και ψάχνεις καθρέφτες να δεις τον κανένα. Καμένο χαρτί χωρίς λόγια και πνεύμα καμένο χαρτί διαλυμένο στο ψέμα. Βλέπω τον εαυτό μου μέσα την ταινία τρόμου που έφτιαξες εσύ με πόση αντοχή και με μεγάλη οργή. Εγώ να παίζω εκεί εκεί μέσα στους δρόμους με άγραφους τους νόμους. Με δάκρυ και φωνή να πέφτω μέσα το ψέμα και με ορμή στο ρέμα. Να γέρνω το κορμί μα φεύγω απο τη φρίκη και δίνω με μια πίστη το τέλος στην σκηνή. Καναρίνι μου γλυκό συ μου πήρες το μυαλό, το πρωί που με ξυπνάς όταν γλυκοκελαηδας. Έλα κοντά μου στην αγκαλιά μου αχ ένα βράδυ στη κάμαρα μου. Έλα κοντά μου στην αγκαλιά μου να σε χορτάσω με τα φιλιά μου. Αχ βρε ζηλιάρικο πουλί συ θα με τρελάνεις, με την γλυκιά σου τη λαλιά σκλάβο σου θα με κάνεις. Έλα κοντά μου στην αγκαλιά μου αχ ένα βράδυ στη κάμαρα μου. Έλα κοντά μου στην αγκαλιά μου να σε χορτάσω με τα φιλιά μου. Κάνε κουράγιο καρδιά μου μην τυχόν και με αρρωστήσεις έχεις πολλά υποφέρει φοβάμαι μη τσακίσεις. Έπεσες θύμα το ξέρω σου είχα πει να προσέχεις με καρδιοκλέφτρες γυναίκες άλλη φορά να μη μπλέκεις. Κρύψε τον πόνο σου τώρα κι να μην παραπονιέσαι τα ίδια θα υποφέρεις αν δε με ακούς και τραβιέσαι Κάνε λίγο το κορόιδο, αφού την καλοπερνάς, αρκετά μέσα στη ζωή σου τιμωρήθηκες, ω, ω, στο κουρμπέτι και στη φτώχεια βασανίστηκες. Είναι δύσκολα τα χρόνια και τα φράγκα λιγοστά, μια και βρέθηκες μπροστά μου και σε αγάπησα, κανε λίγο το κορόιδο, βρε σατράπισσα. Ευκαιρία στη ζωή σου βρήκες, να συμμαζευτείς, κανε λίγο το κορόιδο ψηλομύτισσα και παράτα τη ζωή σου την αλήτικια. Πάλι δε βγαίνει η φωνή και μες στα φώτα περισσεύω νιώθω καλά μες στη σιωπή στην ευτυχία κινδυνεύω. Βλέπω μονάχα μια πλευρά κι αυτή μου κόβει τον αέρα πες μου πώς φτάνουν στη χαρά πώς πάνε απόεδώ πιο πέρα. Κάνε με πάλι να μπορώ δείξε μου πάλι πώς να θέλω μη μου μαθαίνεις το σωστό θέλω να θέλω, όχι να ξέρω. Έζησα μόνο μια εκδοχή κι όλα μισά τα έχω μάθει αξίζω άλλη μια αρχή αξίζω πάλι τα ίδια λάθη. Κρυμμένα λόγια στη σιωπή σου τα όνειρά μας θα γκρεμίσουν και ότι ζήσαμε μαζί δε σε αφορά. Για να μη δω τα μάτια σου να με μισήσουν απόψε κράτα με για τελευταία φορά. Κανείς δεν παίζει για να χάσει, μα όταν η αγάπη προσπεράσει δεν έχει νόημα κανένα να ζει συνέχεια μες στο ψέμα. Κανείς δεν παίζει για να χάσει μα όταν ο έρωτας αλλού πετάξει, παίρνεις κομμάτια κι αναμνήσεις και προσπαθείς να ξαναζήσεις. Θα τις δεχτώ τις αποφάσεις για τη ζωή μας, που έχεις πάρει και στο τραπέζι θα σε αφήσω τα κλειδιά. Με την καρδιά μου σα μια νύχτα του Γενάρη θα φύγω αφού το θες και μη με ψάξεις πουθενά. Κανείς δεν παίζει για να χάσει. Κάνεις κύκλους συνεχώς, πεινασμένος αετός, με τα χέρια ανοίγεις δρόμο για να φύγεις. Δεν υπάρχει άλλος τόπος, ο δικός σου μόνο τρόπος ότι έχασες εδώ θα το κερδίσεις. Από σένα ο φόβος τρώει και μεγαλώνει και στις φλέβες τρέχει τώρα μόνο χιόνι. Ή θα βλέπεις το ποτάμι να κυλάει ή θα πιάσεις ένα κύμα κι όπου πάει. Είναι θάλασσα η ζωή, ούτε τέλος ούτε αρχή και πηγάδια με νερό για να μεθύσεις. Δεν υπάρχει αλλού σφυγμός, ούτε άλλος ουρανός ότι κέρδισες εδώ θα το αφήσεις. Μου έλεγες σε αγαπώ και εγώ ονειρευόμουνα πως μια ζωή στο πλάι σου αγάπη θα χαιρόμουνα. Μου έλεγες αγόρι μου πως δεν υπάρχει άλλη από όλες τις αγάπες σου πως είμαι η πιο μεγάλη. Κι έκανα όνειρα όνειρα όνειρα για μας. Όνειρα, όνειρα που απόψε τα. Μου έλεγες αγάπη μου πως είναι η ζωή σου μεγάλο και αχώριστο κομμάτι από την ψυχή σου. Μου έλεγες αγόρι μου πως δεν υπάρχει άλλη από όλες τις αγάπες σου πως είμαι η πιο μεγάλη. Κι έκανα όνειρα όνειρα όνειρα για μας. Όνειρα, όνειρα που απόψε τα σκορπάς. Μου έταζες αγάπη μου πως θα μουνα η μόνη και της καρδιάς αγάπη μου θα είχα το τιμόνι. Μου έλεγες αγόρι μου πως δεν υπάρχει άλλη από όλες τις αγάπες σου πως είμαι η πιο μεγάλη. Κι έκανα όνειρα όνειρα όνειρα για μας. Όνειρα, όνειρα που απόψε τα σκορπάς Έσβησαν οι λέξεις μου μέσα από το χαρτί ποιος μαζί σου ήμουνα τι είχα μοιραστεί; Πως η αγάπη άνθισε και πως μαράθηκε. Κάποιος άλλος ήμουνα, κάποιος που για πάντα χάθηκε. Τώρα μες στα χέρια σου νιώθω ξένος πια την καρδιά μου άκου πως, τώρα αλλιώς χτυπά κι όλα μες στη σκέψη μου αλλιώς φαντάζουνε ίδιους δρόμους περπατώ, όμως πια αλλού με βγάζουνε. Κάποιος άλλος ήμουνα, ήμουνα παιδί θα με πήρε η άνοιξη και ίσως να σε πίστεψα μπορεί να έκλαψα, πίσω σου να έτρεξα μπορεί όσο και να πόνεσα, τόσο σε συγχώρεσα κάποιος άλλος ήμουνα μπορεί. Τι περνάει από το χέρι μου, τι μπορώ να αλλάξω τι θα βγει από την αρχή, αν τα λογαριάσω ποιος κοντά μου στάθηκε ποιος στα αλήθεια με ένοιωσε ποιος τα δώρα μου άρπαξε κι έπειτα μακριά μου έτρεξε. Κάποιος άλλος ήμουνα κάποιος, κάπου, κάποτε μπορεί. Κάτω από το φως του φεγγαριού με μια μικρή Νεράίδα, έκατσα και κουβέντιασα κι άνοιξα την καρδιά μου και μονομιάς μου φάνηκε πιο όμορφη η ζωή. Κι εγώ που όλα μου φαίνονταν μονότονα και άδεια, κάτω από το φως του φεγκαριού τον κόσμο ξανακοίταξα κι η νεραϊδοματιά μου, τον βρήκε συναρπαστικό κι ωραίο σαν πειρατή. Είναι ωραία η ζωή μας όταν έχουμε μαζί μας κάποιον που μας αγαπά και το χέρι μας κρατά. Είναι ωραίο το φεγγάρι κι ήρθε απόψε να μας πάρει, σαν καράβι του ουρανού, να μας πάει πέρα από το νου. Είναι ωραία η ζωή μας κι άμα θες να έρθεις μαζί μας σε ένα κόσμο μαγικό, άκου αυτό το μυστικό. Για να ανοίξουν τα φτερά σου άκου πάντα την καρδιά σου. Όσο πιο πολύ αγαπάς, τόσο πιο ψηλά πετάς. Μια σελίδα λευκή πώς να φτάσω εκεί με τι λέξεις να είχα χίλιες φωνές να ακούς, κι όποια θες να διαλέξεις. Δυο σελίδες λευκές σου έχω κι άλλες να καις είμαι ανήμπορη, κοίτα δε σε φτάνει καμιά καραβάκι η μια και η άλλη σαΐτα. Καραβάκια και σαΐτες για ταξίδι ξεκινούν όσες νίκες, τόσες ήττες αν αντέξεις θα σε βρουν. Κι αν μαθαίνεις την αλήθεια σε όσα λένε τα παιδιά αν σε φτάσει μια σαΐτα κάρφωσέ τη στην καρδιά. Μια σελίδα χαρτί ποιος σου λείπει και τι να σου στείλω τι ζητάς στη ζωή για να δω αν θα μπει σε ένα φύλλο. Καραβάκια και σαΐτες για ταξίδι ξεκινούν όσες νίκες, τόσες ήττες αν αντέξεις θα σε βρουν. Κι αν μαθαίνεις την αγάπη στα ταξίδια που θα πας μέσα σε ένα καραβάκι μπες και μάθε να αγαπάς Καράβι μου, καραβάκι τι φέρνεις στο κοριτσάκι; τι φέρνεις στο κοριτσάκι; Προίκα της φέρνω για να παντρευτεί. Και ποιο να πάρει γαμπρό της; αχ! τον κακό τον καιρό της! αχ! τον κακό τον καιρό της! τόσο που βιάζεται να παντρευτεί. Λέω να πάρει τον ράφτη, το γιο του καντηλανάφτη το γιο του καντηλανάφτη, μια και βιάζεται να παντρευτεί. Άμα της δώσουμε ράφτη, πάει η νυφούλα μας, κλάψε τη! πάει η νυφούλα μας κλάψε τη! βρες της άλλον για να παντρευτεί! Λέω να πάρει ένα ναύτη, που όλο μύγες να χάφτει! που όλο μύγες να χάφτει! μια και βιάζεται να παντρευτεί. Άμα της δώσουμε ναύτη, πάει η νυφούλα μας, κλάψε τη! πάει η νυφούλα μας, κλάψε τη! βρες της άλλον για να παντρευτεί. Ξέρω ποιον θέλει να πάρει! τον έχω κλείσει στο αμπάρι! τον έχω κλείσει στο αμπάρι! κι αυτός μου ζήταγε να παντρευτεί! Θέλει τον καπετάνιο που τώρα κάνει μπάνιο! που τώρα κάνει μπάνιο! φρεσκοπλυμένος να την παντρευτεί. Καράβια πάνε στο γυαλό και γλάροι στον αέρα μα δεν μπορώ αγάπη μου να έρχομαι κάθα μέρα. Άκου ρε γιε της Καλογραιάς, ο φίλος σου είμαι ο Πανουργιάς και το δεξί σου χέρι κι εκείνος που καλύτερα από ολουνούς σε ξέρει. Λένε πως παίζεις με χανουμάκια, με τουρκοπούλες και Καλογραιές και σου αραδιάζουνε βρισιές. Πως μπαινοβγαίνεις στους μαχαλάδες, με ντερβησάδες στήνεις χορό και με ρωτάν και τι να πω; Λένε πως έχεις αλισβερίσι, με Αλή Πασάδες κάνεις χωριό και σε ρωτάω τι να τους πω. Πες τους ρε φίλε Πανουργιά, ορέ έχω στον πούτσο μου βιολιά, έχω και τουμπερλέκια κι όπως γουστάρω τα βαρώ και σπάω τα ζεμπερέκια. Όταν γυρίσω θα τους γαμήσω και αν αργήσω δώσε τους κι αυτό, είναι τα αρχίδια μου τα δυο. Όπως στα λέω να τους τα γράψεις, όπως στα λέω να τους τα πεις, Καραϊσκάκης σεβνταλής, Καραϊσκάκης μπεσαλής. Καραϊσκάκης γεια χαρά, γεια σου ρε γέρο του Μοριά και γεια που σε αγαπάνε. Γεια τους που δε λυγίζουνε και που δεν προσκυνάνε. Λένε για μένα τα καρακόλια, άκου τι λένε να μη γαμεί, μίλα κι εσύ ρε Θοδωρή. Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις, όπως τα λέμε να τους τα πεις, Καραϊσκάκης, Θοδωρής. Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις, όπως τα λέμε να τους τα πεις, Κολοκοτρώνης και Γιωργής, Καραϊσκάκης, Θοδωρής. Γεια σου Ανδρούτσο, γεια χαρά, γεια σας παιδιά μου αητόπουλα, που έχετε αητό πατέρα κι όποιος δε με κατάλαβε, τότε ας μας κάνει αέρα. Όπως τα λέμε να τους τα γράψεις, όπως τα λέμε να τους τα πεις, Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής. Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω, έτσι μου είπαν λόγω τιμής, Ανδρούτσος, Γιώργης, Θοδωρής. Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω, έτσι μου είπαν λόγω τιμής, μαζί τους είμαστε κι εμείς μαζί σας είμαστε κι εμείς. Καρδιά μου πάψε να πονάς και να παραπονιέσαι, ρίξε τον καημό σου στο κρασί και μη τη συλλογιέσαι, καρδιά μου πάψε να πονάς και να παραπονιέσαι. Καρδιά, στην άστατη καρδιά ποτέ μη δίνεις βάση γιατί θε να έρθει μια βραδιά που θα σε ξεγελάσει, καρδιά στην άπιστη καρδιά ποτέ μη δίνεις βάση. Καρδιά μου πάψε να πονάς για μια γυναίκα σκάρτη, ρίξε τον καημό σου στο κρασί και σβήσε την από τον χάρτη, καρδιά μου πάψε να πονάς για μια γυναίκα σκάρτη. Καρφωτή στο νερό σε ένα μπλε που όλο σπάει, καρφωτή στον καθρέφτη που σπάει, καρφωτή σε ένα μπλε που με κόβει, στα δύο με κόβει. Με τα μάτια ανοιχτά πόντο, πόντο μετράω τη βουτιά. Στη ζωή σου χωράω. Στριμωχτά. Καρφωτή στον βυθό και το ρούχο να πλέει, καρφωτή εδώ κάτω αχ! ποιος αναπνέει, μια βουτιά καρφωτή στον βυθό, απλωτή στο κενό. Με τα μάτια ανοιχτά πόντο, πόντο μετράω τη βουτιά. Στη ζωή σου χωράω. Στριμωχτά. Καρφωτή μια ζωή και ο τοίχος κρατάει. Η ταχύτητα αυτή που με πάει με τραβάει και με πάει. Καρφωτή στον γκρεμό μια ζωή στο φτερό. Έκανα μια κατάδυση στο κέντρο της Αθήνας, καβάλα σε μια μηχανή. Πήρα μια ανάσα στη Βουλή. Δεύτερη Ακαδημίας Ομόνοια τη τρίτη. Πνοές λυποθημίας σαν το δύτη. Και όμως βγαίνουνε καινούργιες, κάθε τόσο εφημερίδες. Μάρκες καινούργιων σιγαρέττων. Γεννιούνται ελπίδες. Κι όμως γίνονται νέες κάθε μέρα συμφωνίες. Νέα μοντέλα αυτοκινήτων, συναυλίες. Κι όλα σε πείθουν, ότι ακόμα προχωράμε. Ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί και κάπου πάμε. Μιας νύχτας οικοδόμημα παράνομο η Αθήνα, σταματημένη ανασκαφή. Θερμοπληξίας συγκοπή. Και η αρχαία πόλη. Θαμένη, γκρι και μόνη. Θα περιμένει τους κληρονόμους ακόμη. Και όμως βγαίνουνε καινούργιες, κάθε τόσο εφημερίδες. Μάρκες καινούργιων σιγαρέττων. Γεννιούνται ελπίδες. Κι όμως γίνονται νέες κάθε μέρα συμφωνίες. Νέα μοντέλα αυτοκινήτων, συναυλίες. Κι όλα σε πείθουν, ότι ακόμα προχωράμε. Ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί και κάπου πάμε. Κι όλα σε πείθουν, ότι ακόμα προχωράμε. Ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί και κάπου πάμε. Θέλω μια μέρα απο τη λήθη αυτή να βγω με μια να σβήσω τη μιζέρια από το καθρέφτη χρόνια περάσαν που ξεχάστηκα εδώ που στάλα φως δεν πέφτει. Μπροστά μου δρόμοι που όλοι τρέχουν σαν τρελοί μόνη τους έννοια να στολίσουν το κελί τους κι όχι το πώς θα δραπετεύσουν απο εκεί που όλα έχουν τη τιμή τους. Σε ένα παράθυρο το βράδυ στις οχτώ εκπτώσεις έχει αυτό το μαγαζί του τρόμου. Πουλάει το διπλανό μου πουλάει το διπλανό μου. Σε ένα γραφείο κυνηγάνε αριθμούς κάτι αδίστακτα ανθρωπάκια φοβισμένα η κατανάλωση εκπαίδευσε στρατούς να πολεμούν με εμένα. Φεύγει και χάνεται η μέρα, κερνάει ο ήλιος τα στερνά, στην άλλη όχθη την περνά Της μοναξιάς μου η φοβέρα, μες στης οθόνης το γυαλί, αλλάζει χρώματα κι αυτή. Κι όσο για σένα, σε θυμάμαι ακόμα, μα όχι όπως θα ήθελες ίσως εσύ. Μια εικόνα έγινες θολή, κάτι σαν πίκρα μες στο στόμα. Μέσα σε υπόγεια και λέξεις βρίσκω αυτά που έχουν χαθεί, κύκλους γυρίζω τη ζωή. Βάζω σε τάξη όλες τις σκέψεις, σπρώχνω τη μνήμη να απλωθεί, στρέφω το βλέμμα στην αρχή. Κι όσο για σένα, σε θυμάμαι ακόμα, μα όχι όπως θα ήθελες ίσως εσύ. Μια εικόνα έγινες θολή, κάτι σαν πίκρα μες στο στόμα Δε μου λες, αχ, τι σου φταίγω, Κατινάκι μου, να κλαίγω, αφού, ξέρεις πως πονώ, κούκλα μου, να σε χαρώ. Γιατί πια, δε με λυπάσαι, ούτε τον Θεό φοβάσαι, όλο λες πως με αγαπάς και με άλλονε γλεντάς. Όλη νύχτα ξενυχτάω, στις ταβέρνες και μεθάω, πίνω το κατοσταράκι, να μου φύγει το μεράκι. Όμορφό μου Κατινάκι, αχ, λυπήσου με λιγάκι, την καρδιά σου, έλα δωσε μου, να μου φύγει, ο καημός μου. Κάτσε στον καναπέ μου και φίλησέ με φέρε το χέρι βόλτα κι αγκάλιασέ με έλα και πες μου λόγια για την αγάπη αφέντρα της καρδιάς μου, γλυκέ σατράπη. Πάρε με κοντά σου, πάρε με κοντά σου το ξημέρωμα σαν θα έρθει να με βρει στην αγκαλιά σου. Δώσε μου τα δυο σου χείλη τα φλογισμένα, απόψε ο κόσμος όλος είναι για μένα, έτσι που με αγκαλιάζεις έχω μεθύσει, η φλόγα της καρδιάς μου, αχ, πώς θα σβήσει. Πάρε με κοντά σου, πάρε με κοντά σου το ξημέρωμα σαν θα έρθει να με βρει στην αγκαλιά σου. Καυσαεριώδεις θυμιάσεις. Νες καφέ, καλσόν και προσπελάσεις. Βάλανε και φίλτρο στα τσιγάρα. Τρομάρα σε φιλτράρουν. Σύγχρονοι οι σταύλοι του Αυγία. Κι εγώ καθαρή ακαθαρσία. Μεταμφιεσμένος σε αρκούδα. Φαγούρα θα σας πιάσει. Κι όμως δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν ξέρω. Αν με φοβάσαι ή τρέμεις. Γι αυτό το ύφος σου είναι πάντα το ίδιο. Όπως προβάτου και χοίρου και κότας και βόειδου. Κουβαλώ τον κόσμο σαν μουλάρι. Πα να μου φορέσουν και σαμάρι. Μεταμφιεσμένος σε φαγούρα. Αρκούδα θα σε πιάσω. Όπως έρχεσαι από την πόρτα άρχισε να γδύνεσαι να είσαι σκέτη αμαρτία έτσι να μου δίνεσαι από τα στόματα οι λέξεις σαν φωτιές να πέφτουνε δεν θα αντέξουν οι καθρέφτες πυρκαγιές να βλέπουνε. Κάψε με κάψε με με το στόμα με το σώμα ένα πόλεμο ακόμα κάψε με το κορμί μου σου φωνάζει και το αίμα μου καλπάζει κάψε με. Όπως έρχεσαι από την πόρτα άρχισε να γδύνεσαι να σε βλέπω να φωτίζεις ύστερα να σβήνεσαι λόγια ρούχα στον αέρα φλόγες που σκορπίζουνε τα μαλλιά σου κι η καρδιά σου θέλω να με αγγίζουνε. Κάψε με κάψε με με το στόμα με το σώμα ένα πόλεμο ακόμα κάψε με το κορμί μου σου φωνάζει και το αίμα μου καλπάζει κάψε με Κερί να ανάψω δεν μπορώ γιατί θαρρώ πως μοιάζει με δάκρυα των αμαθιών κάθε φορά που στάζει. Η κάθε θύελλα περνά και λιώνει και το χιόνι μόνο στα μάτια μου τα δυο ο τόπος δε στεγνώνει. Κερύνεια στα μπαλκόνια σου, ψηλά στα αρχοντικά σου, να ήμουν πουλί να αγροίκαγα, το θρήνο της καρδιάς σου. Γλάρος να αλαφροπέταγα, να σμίγω στον αφρό σου, τον ήλιο σου να χαιρετώ, να λιώνω στο άγιο φως σου. Στο όμορφο λιμανάκι σου, ψαρόβαρκα για να ήμουν, να γέρνω, να λικνίζομαι, στο φλοίσβο του πελάγου. Και δίχτυα ομορφοπλέξουδα, να έριχνα στα βυθά σου, ψάρια χρυσά να απίθωνα, μες την ξανθή αμμουδιά σου. Να ήμουν μπαξές στις ρούγες σου, τουλίπα στις αυλές σου, για να ρουφώ από την πάστρα σου, να ανθώ στις ευωδιές σου. Να πνίγω ανάσα της σκλαβιάς και του άδικου τη ζήση, για να σβηστεί συθέμελα κι αυγή για να ροδίσει. Κι αν έσβησε σαν ίσκιος το όνειρό μου, κι αν έχασα για πάντα τη χαρά, κι αν σέρνομαι στα ακάθαρτα του δρόμου, πουλάκι με σπασμένα τα φτερά. Κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί, το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί. Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ, καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου σα βλέπω το μεγάλο ουρανό. Η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη, και ογραίνοντας την άμμο το πρωί, μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι, μου λέει για κάποια που έζησα ζωή! Κι αν ο αγέρας φυσά, δε μας δροσίζει κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω από τα κυπαρίσσια κι όλο τριγύρω ανηφόρι στα βουνά. Μας βαραίνουν οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πως να πεθάνουν. Κι αν ο αγέρας φυσά, δε μας δροσίζει κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω από τα κυπαρίσσια κι όλο τριγύρω ανηφόρι στα βουνά Της μοναξιάς μου το αδειανό, το άψυχο σώμα φόρεσε απόψε του παράδεισου το χρώμα. Σε αγγίζω πάλι, στο όνειρό σου περπατώ, την παγωνιά μέσα από τα χέρια μου πετώ κι από του πόνου δραπετεύω την κρυψώνα, κι από του πόνου δραπετεύω την κρυψώνα. Κι ανοίγω το παράθυρο να μπεις, σαν ήλιος το δωμάτιο να φωτίσεις, ατέλειωτες στιγμές αναμονής κι αμέτρητα παράπονα να σβήσεις. Της απουσίας το κενό θα συμπληρώσω, τα δάκρυά μου στο συρτάρι θα κλειδώσω. Θα σε γεμίσω με φιλιά και θα σου πω το πιο βαθύ, το πιο μεγάλο σε αγαπώ. Κι όποιο το τίμημα κι αν είναι θα πληρώσω, κι όποιο το τίμημα κι αν είναι θα πληρώσω. Σαν μια χορδή που χτυπάει δυνατά μέσα στο στήθος σου σαν άστρο που σβήνει και μια μελωδία που πίσω σε αφήνει ημέρα μου, φως μου, ζωή μου, ψυχή μου. Και πάθος και λάθος και τέλος και αρχή μου μικρή μου, πληγή μου. Κι αφού οι καλοί σου λένε πάντα την αλήθεια και νικούν και σε παίρνουν μακριά γιατί εσύ μου σφυρίζεις κι αφού θες να βγεις στη βροχή και να χορέψεις με ένα άσπρο μαντίλι εγώ σε ακολουθώ. Κι έμεινα εδώ να προχωρώ να προσπαθώ να σε κάνω να φύγεις και το μυαλό μου να μη λέει σε αγαπώ. Κι έμεινα εδώ να αναζητώ και να χαζεύω τις ώρες που λείπεις κι η μουσική μου να μη βρίσκει σκοπό. Είναι οι λέξεις, οι στιγμές είναι οι φίλοι που θα δεις, είναι οι γνωστοί και θα χορτάσεις μικρές χαρές και λύπες θα περάσεις. Κι είναι οι εικόνες, οι μαμάδες, οι μπαμπάδες τα πτυχία, τα λουλούδια τα παιδιά στα χειρουργεία τα φύλλα που μυρίζουν στην αυλή κι ένα φιλί. Κι όπως είναι οι κρύες νύχτες που δεν έχουν τελειωμό σαν τα σεντόνια που μας πνίγουν σαν τα τσιγάρα που μας ρίχνουν. Είναι οι σκέψεις που πια μόνες τους γελάνε και που μας βλέπουν στην αρένα κι όμως δε μας ακουμπάνε. Γιατί; Και εσύ με τα παράσημα και εκείνος μέσα στο μνήμα μακάρι να μαθαίναμε ποιος ήτανε το θύμα. Τον ξεχάσαμε το φίλο που πεινάει στην αυλή, είναι σε ένα δέντρο φύλλο και θα ανθίσει την αυγή. Και εσύ με τα άστρα του ουρανού και εσύ φεγγάρι μαύρο μου κόψατε το όνειρο μα εγώ καινούριο θα βρω. Τον ξεχάσαμε το φίλο που πεινάει στην αυλή, είναι σε ένα δέντρο φύλλο και θα ανθίσει την αυγή. Είναι σε ένα δέντρο φύλλο και θα ανθίσει την αυγή. Αυτή τη θάλασσα να δω κι άλλη μια μέρα τα χίλια χρώματα, την πέτρα τον βυθό. Να δω τα δέντρα το πρωί που σμίγουν στον αέρα πριν με τα φύλλα τους κι εγώ εξαιρεθώ. Κι εσύ φεγγάρι μου με κάθε που νυχτώνει ρωτάς την χάρη μου γιατί να ζούμε μόνοι. Κι εσύ φεγγάρι μου με κάθε που νυχτώνει ρωτάς την χάρη μου γιατί να ζούμε μόνοι. Μια νύχτα μόνο με ένα αστέρι να αρμενίσω και μες το φως το πρωινό στιγμές να κρατηθώ. Με δυο σταγόνες την βροχής να έρθω να λουλουδίσω πριν με ένα σύννεφο κι εγώ ξενιτευτώ. Κι εσύ φεγγάρι μου με κάθε που νυχτώνει ρωτάς την χάρη μου γιατί να ζούμε μόνοι. Κι εσύ φεγγάρι μου με κάθε που νυχτώνει ρωτάς την χάρη μου γιατί να ζούμε μόνοι. Αχ, ξέρω τον πόνο που θα βρω προτού να σε αγαπήσω και πριν να έρθει η ανατολή τη δύση θα ζητήσω. Λαχταρώ και τρέχω να σε φτάσω να σε βρω προτού να προσπεράσω σε άλλη μοίρα την ψυχή μου δίνω κι ότι ψάχνω πίσω μου τα αφήνω. Αχ, ξέρω και τη γλυκιά χαρά που πλάι σου θα νιώσω κι όταν θα φεύγω μακριά για αυτήν θα μετανιώσω Άφησες μόνον το χαμόγελό σου και χάθηκες στο βάθος είναι η ψυχή μου νύχτα πολική και η ζωή μου λάθος. Είναι σκληρό και πες μου πώς να αντέξω μια τέτοια απουσία σε ψάχνω τώρα μες στο παρελθόν χαμένη ευκαιρία. Κι όλο μεγαλώνω κι η ζωή σκληρά αλλάζει με κοιτάζει πονηρά με σκέρτσο και με νάζι. Η νύχτα λέει το παράπονό της κι εγώ τη σιγοντάρω με παίρνει μέσα στον τρελό ρυθμό της και με κερνάει τσιγάρο. Γυρίζω άσκοπα στις λεωφόρους χαμένες αναμνήσεις θα σου πληρώνω της καρδιάς τον φόρο αν θα ξαναγυρίσεις. Κι όλο μεγαλώνω κι η ζωή σκληρά αλλάζει με κοιτάζει πονηρά με σκέρτσο και με νάζι Το τοπίο γερασμένο και αλλήθωρο κι εσύ άραξες για πάντα στο Κιλκίς σαν παλιό λεωφορείο σε ανήφορο εφιάλτες Ευριπίδη κάποιας άλλης φυλακής. Ένα όνειρο είναι όλα, μια απάτη αδιέξοδο κι αυτό το μονοπάτι. Έξι ώρες τα νερά τρέχουν απάνω κι άλλες τόσες κατεβαίνουνε αλλιώς στη Χαλκίδα μια σε βρίσκω, μια σε χάνω με βαραίνει ένας άνεμος παλιός. Αδιέξοδο κι αυτό το μονοπάτι ένα όνειρο είναι όλα, μια απάτη. Αρμενίζουμε στραβά κι ολοταχώς σε καράβια με σημαίες ευκαιρίας μοναχοί και ρέστοι πάντα δυστυχώς στα κατάρτια μιας χαμένης ιστορίας. Αδιέξοδο κι αυτό το μονοπάτι ένα όνειρο είναι όλα, μια απάτη. Κι αν χωρίσαν στη ζωή πολλές καρδιές δε χωρίζουμε εμείς, μην κλαις. Έλα, γέλασε γλυκά, πες μου λόγια ερωτικά, στα φιλιά μου ότι ποθείς, θα βρεις. Κλαις σαν το σκεφτείς ότι μπορεί να έρθει στιγμή να μην πονώ για σένα. Κλαις κι όσο γλυκά κι αν σε φιλώ δεν μου μιλάς και με κοιτάς θλιμμένα. Μην πονάς για σκέψεις άδικες, κουτές, σου το έχω πει πως σε αγαπώ τόσες φορές. Κλαις σαν το σκεφτείς ότι μπορεί να έρθει στιγμή να μην πονώ για σένα. Κλαις σαν το σκεφτείς ότι μπορεί να έρθει στιγμή να μην πονώ για σένα. Κλαις κι όσο γλυκά κι αν σε φιλώ δεν μου μιλάς και με κοιτάς θλιμμένα. Δώσε μου τον ουρανό τα αστέρια και τίποτα απόψε μη μου πεις. Σου φιλώ τα δυο σου χέρια όλα είναι τώρα ότι δεις. Έρωτα, έρωτα, κλέφτη έρωτα. Έρωτα, έρωτα, κλέφτη έρωτα. Κι όταν θα παίρνει να χαράζει λόγια της άμμου μυστικά θα είναι ο βοριάς, θα είναι το αγιάζι θα φύγουν πέρα μακριά. Έρωτα, έρωτα, κλέφτη έρωτα. Έρωτα, έρωτα, κλέφτη έρωτα. Έρωτα, έρωτα, κλέφτη έρωτα. Έρωτα έρωτα, κλέφτη έρωτα. Κοιμάσαι κι ονειρεύεσαι φτερά και καλοκαίρια, κοιμάσαι κι ονειρεύεσαι κοπάδια μαργαρίτες, που σαλαγάει ο άνεμος, που σαλαγάει ο άνεμος. Όλη τη νύχτα ο μικρός, έκλαιγε, ο Απρίλης και τον εμάλωνε η ροδιά, από έξω από την αυλή της κι εσύ δεν ξέρεις τίποτα, κι εσύ δεν ξέρεις τίποτα. Όλη την νύχτα βούιζαν τριγύρω από την καρδιά μου κι αγγίζαν και καιγόντουσταν τα λόγια που δε σου είπα και τίποτα δεν άκουσες, και τίποτα δεν άκουσες. Κοιμάσαι και στον ύπνο σου, τα φύλλα μεγαλώνουν, κοιμάσαι και στον ύπνο σου, χαμογελάς κι ανθίζεις και κλαίω από την αγάπη μου, και κλαίω από την αγάπη μου. Κοιμήσου αγοράκι μου κι όσο στον ύπνο θα είσαι πέρα στον Αμαζόνιο να πας, να μη φοβάσαι. Σπάνιες εικόνες, ζωγραφιές, θα δεις και θα θαυμάσεις κι άμα θα βρεις κι ιθαγενείς κουβέντα να τους πιάσεις. Νάνι, νάνι, νάνι, νάνι, να το αγόρι μου κοιμάται θα του χαϊδέψω τα μαλλιά και μη μου το ξυπνάτε. Κοιμήσου κι όταν σηκωθείς θα δεις θα είναι όλα εντάξει, το όμορφο διαστημίπλοιο που εσύ το έχεις φτιάξει. Κι εγώ θα είμαι δίπλα σου και θα σε καμαρώνω κι αν θες μαζί σου πάρε με στον Άρη και στον Κρόνο. Κονιάκ, φαρμάκι και τσιγάρο στα καφενεία που γυρνάς χρόνια σε σένανε ποντάρω σε χάνω πάλι και γελάς. Κόκκινη βγαίνει η πεταλούδα μες στα παλιά προσφυγικά μου λέει τα πάθη μας τραγούδα με δυο τραγούδια λαϊκά. Παλιό καρφί το Κερατσίνι όπου κι αν πας θα σε πονά όπως στο πεύκο το ρετσίνι θα ταριχεύεις τη φωτιά. Παλιό καρφί το Κερατσίνι. Λόγια βαριά και λυπημένα και στη μιλιά μας άλλη μια έχεις στις χούφτες σου κρυμμένα της μοίρας μας τα μυστικά. Παλιό καρφί το Κερατσίνι όπου κι αν πας θα σε πονά όπως στο πεύκο το ρετσίνι θα ταριχεύεις τη φωτιά. Παλιό καρφί το Κερατσίνι. Κόκκινη τριανταφυλλιά μου και ψουμίν μου χάσικον κι έλα κλούθα μου να πάμεν, φως μου κι αν σε αφήσω ένα άδικον. Κόκκινη τριανταφυλλιά μου έβκα από έξω στο στενόν να μου δώσει η μυρωδκιά σου, φως μου να μου γιάνει τον καμόν. Κρέμμασε τα μαλλιά σου κάτω κι άφησε τα να κρεμμούνται να σσεπάσουν τα βυζιά σου, φως μου κι ίσια που να φαίνουνται. Κρέμμασε τα μαλλιά σου κάτω κι άφησε τα έτσι κρεμμαστά κι έλα κλούθα μου να πάμεν, φως μου κι η καρκιά μου εν βαστά. Κόκκινη τριανταφυλλιά μου πόψε να έχεις ανοιχτά να έρθω κει να σε ποτίσω, φως μου ίσια τα μεσάνυχτα Μην παραξενευτείς, μην παραξενευτείς αν δεις, παράπονο μην παραξενευτείς αν δεις, μην παραξενευτείς αν δεις. Κόκκινο ακρογιάλι αγάπη μου, κόκκινο ακρογιάλι έτσι ματώνουν, έτσι ματώνουν τα νερά, έτσι ματώνουν τα νερά στο κλάμα όταν με βγάλει αγάπη μου, στο κλάμα όταν με βγάλει. Κλαίω και ρίχνω, κλαίω και ρίχνω στο γιαλό κλαίω και ρίχνω στο γιαλό το δάκρυ μου ένα ένα να σε χαρώ, το δάκρυ μου ένα ένα. Και κόκκινη, και κόκκινη τη θάλασσα, και κόκκινη τη θάλασσα την έκανα για σένα. Αγάπη μου την έκανα για σένα. Δε θυμάμαι τελευταία να με αγκάλιασες, μες στα χέρια μου πεθαίνουνε οι θάλασσες. Με ρωτάνε οι βοριάδες τι σου έλεγα δε τους λέω και με αφήνουν μεσοπέλαγα. Τα σεντόνια μου τρελάθηκαν που λείπεις, το κορμί σου ένας κόκκινος μαγνήτης. Κράτησε με στη ζωή σου, κράτησε με και στα βάθη της καρδιάς σου κλείδωσε με. Δε θυμάμαι τελευταία να γελάσαμε κι από την άνοιξη καθόλου δεν περάσαμε. Αν ζητήσουνε τα βράδια σου συνάντηση, στο λαιμό σου έχω γράψει την απάντηση. Θέλω να αλλάξω κόλαση θέλω να αλλάξω πρόσωπο να αλλάξω αυτό που φαίνομαι κι αυτό που περπατώ. Θέλω να αλλάξω υπόσταση να αλλάξω και τους δρόμους να δω αλλιώς τους τρόμους εκείνους που δεν ζω. Μα πώς να αλλάξω κόλαση να αλλάξω και ζωή που η κόλαση με κόλαση παντού φαρμακερή. Θα αλλάξω μόνο το όνομα οδό και αριθμό και κει που λέω κόλαση εσένα θα εννοώ. Θέλω να αλλάξω κόλαση να αλλάξω και ταυτότητα να πω κι εγώ πως έζησα μιαν άγνωστη στιγμή. Με κάποιον να έχω πέρασμα σε νύχτες και πλατείες να βρούμε τις αιτίες που σταματάει η ζωή. Όπως η άνοιξη της γης τα φύλλα χρωματίζει, κάθε ματιά σου την καρδιά τση σκέψης λουλουδίζει. Τα καλντερίμια ανθίζουνε όντε. Θα βγει σεργιάνι και μοιάζει του βασιλικού η μυρωδιά που βγάνει. Στη γλάστρα την πελεκητή, βασιλικός δεν κάνει, μόνο τσι αγάπης ζωγραφιά και του σεβντά βοτάνι. Να ήσουνα του βασιλικού κλαδί στη γειτονιά μου, να τα κεντώ στα φύλλα σου τα αναστενάγματά μου. Ξερό κλαδί βασιλικού ποιος θέλει να ποτίσει; Λουλούδι που μαράθηκε ποιος θέλει να μυρίσει; Κλαδιά ξερά ποτίζω εγώ, βιόλες ξερές μυρίζω και της ελπίδας το δεντρί αργά ταχιά. Σκαλίζω. Μίλιε βασιλικού κλαδί και πείσματα μην κάνεις, μες το χιονιά που με έριξες λίγο να με ζεστάνεις. Ως είναι το σφακολούλουδο. Στη γυροποταμίδα., ετσά ήταν και τα χείλη μου, οψές που δεν την είδα. Είδα την πάλι σήμερο κι ας ήταν κι από αλάργο. Και μίσεψε από πάνω μου το ανέφαλο. Το μαύρο. Ροδοκοκκίνισε η αυγή, η μέρα να περάσει, άνοιξε το παράθυρο στη γειτονιά να λιάσει. Την καλημέρα σου έφερα σε ένα ματσάκι ρόδα, πως θα σε κάνω ταίρι μου όνειρο απόψε το είδα. Την καλημέρα σου έφερα σε πήλινο φλιτζάνι, να την ε πιει το αχείλι σου, η μέρα να γλυκάνει. Μήδε νερό, μήδε ψωμί στο στόμα μου δε βάνω, την καλημέρα αν δε σου πω, μιαν εμιλιά. Δε βγάνω. Πρωί είναι και ξημέρωσε, ντύσου και βγες στη βρύση, για να σε δουν τα μάτια μου, ο νους να αναντρανίσει. Με την ελπίδα να σε δω ξελησμονώ τους πόνους και με την καλημέρα σου βγάνω φτερά στους ώμους. Πώς φαντάζεσαι αυτόν που θα σε πάρει και στα χέρια του γερά θα κρατηθείς, τον καιρό πως περιμένεις να τον φέρει να ξεφύγεις από τον πόθο της στιγμής. Τα στολίδια και τα ρούχα σε βαραίνουν και τα χρώματα που κρύβουν την ψυχή, με τα χέρια σαν αμέτρητα πλοκάμια να σε σφίγγουν κάθε μέρα πιο πολύ. Και εγώ, να σε νοσταλγώ, με το πρόσωπο που δε σε έχω δει. Και εσύ, να με αναζητάς μες τους ρόλους που όμως έχεις σιχαθεί. Κάθε βράδυ περιμένω να ξανάρθεις για να δω σε ποιο δωμάτιο να πας, και πριν φύγεις να μου πεις μια καληνύχτα με το άδειο πάντα βλέμμα που φοράς. Και εγώ, να σε νοσταλγώ, με το πρόσωπο που δε σε έχω δει. Και εσύ, να με αναζητάς μες τους ρόλους που όμως έχεις σιχαθεί. Μαντινάδα Μαίρης Νεονάκη Κούντουρο κούντουρο σκοινί στη χέρα θα σου δέσω να στέκεις όπου στέκομαι να θέτεις όπου θέσω. Σε κάθε δύσκολη στιγμή απού θα συναντήσω βάνω το μπέτη μου μπροστά και δε γυρίζω πίσω. Έρμο πουλί στον άνεμο δίχως φωλιά και ταίρι έτσα να ε συχνά πετώ χειμώνα καλοκαίρι. Παραδοσιακοί στίχοι. Εμαζωχτήκαν οι καιροί. Καρπής, Βοριάς και Νότος και σβησανέ μου το κερί και απόμεινα στο σκότος. Τύχη μου άκαρπο δεντρό μέλισσα δίχως μέλι που με έβαλες στα βάσανα από μικρό κοπέλι. Ούτε ένα τηλέφωνο κι απόψε λες κι έχουνε βλάβη οι γραμμές, αποφάσισε λοιπόν και κόψε τις παράνομες διαδρομές. Ξέρω πως κοιμήθηκες αλλού, ξάπλωσα κι εγώ στην κουρελού, ένιωθα πως ήταν το κρεβάτι κάποιο πλοίο με λαθρεπιβάτη. Έγινα στα χέρια σου παιχνίδι κι όλα εκείνα που κατηγορώ, μπαίνεις στην καρδιά μου με αντικλείδι, να σε αφήοω από έξω δεν μπορώ. Το σχοινί έχει τεντώσει, δίχως δίκτυ είναι η πτώση. Ποιος αλήθεια θα γλιτώσει, ποιος θα κρατηθεί. Έχουμε όλοι την ευθύνη για την άμοιρη μας τύχη. Έχουμε και την ζωή μας που έγίνε μισή. Μπαίνουμε σε μια κουρσάρα τα μυαλά μας σαν φουγάρα στο απέναντι το ρεύμα κι όπου θέλει ας βγει. Φτιάχνονται καινούργιοι νόμοι ούτε μας ζητάν την γνώμη. Μπαίνουμε σε μια κουρσάρα κι όπου θέλει ας βγει. Στην ΟΝΕ και στις Βρυξέλλες οι σημαίες σαν κορδέλες δέκα μπερδεμένα έθνη κι άκρη ποιος θα βρει Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Ισπανοί και κάτι άλλοι Χριστιανοί και μουσουλμάνοι σε συναλλαγή. Μπαίνουμε σε μια κουρσάρα. Κράτα καλό λογαριασμό καλέ μου σου έλεγα κάθε μέρα κι εσύ έπαιρνες τα λόγια μου καλέ μου και τα έδινες του αέρα. Έπρεπε να χωρίσομε καλέ μου μην κλάψεις για δεν κάνει, κράτησε δα λογαριασμό μωρό μου ποια παίρνεις και ποια χάνεις. Κράτα τα άλογά σου Θανάση Ώσπου το πράσινο να ανάψει. Μέχρι η στιγμή να σε φωνάξει. Κράτα τα άλογά σου. Σαν έναν άλλον μου εαυτό στο καθρεφτάκι σε κοιτώ σε είχα χάσει. Είσαι στυμμένος στην ουρά και σπιθαμή δεν προχωρά το αμάξι. Και μια φωνή με ένα χωνί μέσα στο αφτί σου που δεν λέει να σωπάσει. Σου λέει φύγε με εκατό κάποιος άλλος μπορεί να προφτάσει. Η ευκαιρία θα πετάξει. Νιώθεις αηδία και θυμό, σε τρώει το παράπονο και αυτό είναι εντάξει. Έχεις στη μάχη κουραστεί και σου τελειώνει η υπομονή και αυτό είναι εντάξει. Τι είναι δίκιο τι άδικο το λάθος φέρνει το σωστό και αυτό είναι εντάξει. Δε περιμένεις πια λεπτό και θέλεις κάτι εδώ και τώρα να αλλάξει. Μα εδώ κάνε παύση. Κράτα τα άλογά σου Θανάση. Ώσπου το πράσινο να ανάψει. Μέχρι η στιγμή να σε φωνάξει. Κράτα τα άλογά σου. Ξέρω έχει η καρδιά σου διψάσει. Μα ώσπου το πράσινο να ανάψει. Μέχρι η στιγμή να σε φωνάξει. Κράτα τα άλογά σου. Σε αυτό το σκοτεινό καιρό στην άκρη αν έμεινες θαρρώ είναι εντάξει. Έχεις σε τόσα μοιραστεί κι από τους δικούς σου χωριστεί έχεις σπάσει. Και πάνω εκεί στο πέρασμα από την θεωρία στην πράξη. Είσαι ένα μαύρο σύννεφο που ζητά να ξεσπάσει. Κι εδώ έχεις φτάσει. Κράτα τα άλογά σου Θανάση. Ώσπου το πράσινο να ανάψει. Μέχρι η στιγμή να σε φωνάξει. Κράτα τα άλογά σου. Ξέρω έχει η καρδιά σου διψάσει. Μα ώσπου το πράσινο να ανάψει. Μέχρι η στιγμή να σε φωνάξει. Κράτα τα άλογά σου. Κράτα τα άλογά σου Θανάση. Άσε και τον πεζό να περάσει. Μέχρι η στιγμή να σε φωνάξει. Κράτα τα άλογά σου. Κρατώ τη σκέψη μου να μην τρελαθώ, δεν θέλω να ξέρεις πόσο σε αγαπώ . Σωστό ή λάθος, δεν μπορώ να σου πω. Αυτό που θέλω τώρα είναι να σε φιλώ. Κράτησέ με σφιχτά, φίλησέ με γλυκά, η καρδιά μου για σένα χτυπά. Κράτησέ με σφιχτά, αγάπησέ με δυνατά, στις φλέβες μας ο πόθος κυλά, μες στις φλέβες μας ο πόθος κυλά. Χάνομαι μες στην ομίχλη του ονείρου μου, να σε θέλω εξακολουθώ. Συγκυρίες πραγμάτων σε σταματούν και μακριά μου σε κρατούν. Κράτησέ με σφιχτά, φίλησέ με γλυκά, η καρδιά μου για σένα χτυπά. Κράτησέ με σφιχτά, αγάπησέ με δυνατά, στις φλέβες μας ο πόθος κυλά, μες στις φλέβες μας ο πόθος κυλά. Ποιος το χωρίζει να ήξερα το φως από το σκοτάδι και βιατικά το χαίρονται του έρωτα το χάδι. Της νύχτας το κρυφό φιλί έχει καημούς και πάθη γιατί από τη μέρα κρύβεται κανείς να μην το μάθει. Φαντάσου νύχτα να ήμουνα κι εσύ του κόσμου η λάμψη να σμίξουμε και του ντουνιά το πρόσωπο να αλλάξει. Άσπρη καμάρα κι η όψη σου λάμπει σαν του Άι Γιώργη στο φως του καιρού δίπλα η θάλασσα γυμνό διαμάντι κόβει το σώμα του καλοκαιριού. Με παγιδεύουν της νύχτας τα χάδια τα παραγάδια που απλώνεις εσύ πως να ημερέψω το σώμα που τρέμει χρυσή μου ανέμη του πόθου κλωστή. Χώμα κι αρμύρα κρυφό περιβόλι το γράψει η μοίρα κι εγώ σε αγαπώ ήρθα κοντά σου και το έμαθαν όλοι στην αγκαλιά σου πεθαίνω εγώ. Με παγιδεύουν της νύχτας τα χάδια τα παραγάδια που απλώνεις εσύ πως να ημερέψω το σώμα που τρέμει χρυσή μου ανέμη του πόθου κλωστή Είπα θα μείνω εδώ και μένω εδώ. Αν έχει κάποιο ενδιαφέρον θέλω το τέλος να δω. Σαν με την κλούβα που τρέχω βγω φορτωμένος στη δύση, στο λέω ή το φεγγάτι θα βγει διπλό ή εγώ θα έχω αλληθωρίσει. Ποιος σου είπε εσένα να κρατάς την ώρα και ποιος τους πόντους να μετράς, με τα ολοκαίνουργια γυάλινα μάτια σου τι κοιτάς; Πες μας τι κοιτάς. Μαυροφορούσες μανάδες στα φανάρια ζυγώνουν. Με μιαν ευχή για το δρόμο το παρμπρίζ μου θολώνουν. Τα μαύρα καυτά τους μαντήλια που κυματίζουν στον αέρα στην άσφαλτο που λιώνει σαν ρίξουν τα αγόρια σπινιάρουν για πέρα. Κι αν ζητιανιά είναι η αγάπη σε αυτόν το νέο αγώνα στους δρόμους οι αντάρτες κρατούν πέτρες από τον Παρθενώνα. Κυρά μου αμπελιώτισσα, κυρά μου αφέντρα του κρασιού και της χαράς σε αφήνω γεια, τσιμπούσι έχει ο καπετάν Μιχάλης. Βοήθα με να βαστάξω. Παρθένα μου φώτισε, το ανήμερο θεριό να ξεθυμάνει, γρήγορα να πάω στο σπιτάκι μου. Κυρά μου αμπελιώτισσα, κυρά μου αφέντρα του κρασιού και της χαράς σε αφήνω γεια, τσιμπούσι έχει ο καπετάν Μιχάλης. Της μοίρας το αιδοίο, που είναι φαρμακερό σε ένα κωλοχανείο με ξέβρασε να ζω. Τριάδα οι νταβατζήδες, πολλές οι παστρικές μα ίσα που προλαβαίνουνε να κάνουν τις δουλειές. Τι είναι αυτά; Τι είναι αυτά; Φρικιά της απληστίας γλεντάνε για καλά. Τι είναι αυτά, αυτά που λες; Τραπεζοεργολάβοι και άλλες ύαινες. Ο θυρωρός νυστάζει, κουράστηκε να ζει. Βρίσκουν την ευκαιρία, σχιζοφρενείς ναζί. Θυμιαμα κάνουν τη οργή, τη βία θυμιατό γυρίζω από την άλλη και κάνω εμετό. Τι είναι αυτά; Τι είναι αυτά; Οι γέροι ξεψειριάζουν την τσέπη για ψιλά! Τι είναι αυτά, αυτά που λες; Δε λέω ούτε ψέματα ούτε κι υπερβολές. Ο στεναγμός είναι φωθιά το δάκρυ μου είναι λάβα κι είναι αφορμή τα μάτια σου που πυρκαγιές με ανάβα. Τα μεγάλα εγώ τα λόγια τα άκουσα μέσα στη σιωπή, στης αγάπης τα υπόγεια και στου πόνου τη σκεπή. Λόγια σα βαριά τσιγάρα, λαϊκά τροπάρια, χίλιες πίκρες, μια λαχτάρα κι η χαρά γραμμάρια. Τα αμαρτωλά και τα άγια δυο χαρές να λυπηθώ, στης ημέρας τα ναυάγια και στης νύχτας το βυθό. Κι αν μαλώσαμε πάλι χθες βράδυ είπες φεύγω σκιά στο σκοτάδι όσα ζήσαμε είναι σημάδι που δε σβήνεται σε ένα λεπτό. Έχει δίχτυα ο θυμός και μας πιάνει η αγάπη όλο παίζει και χάνει η χαρά έχει κάποιο λιμάνι στο έχω πει και ξανά θα στο πω η ζωή είναι εδώ είσαι εσύ, είμαι εγώ. Μη φωνάζεις, μη θυμώνεις πριν να φύγεις για πάντα τρελή πες μου γιατί θυμώνεις λίγο στάσου κι άκου τι θα σου πει της καρδιάς η κρυμμένη φωνή. Κι αν μαλώσαμε πάλι χθες βράδυ είπες φεύγω σκιά στο σκοτάδι ξημερώνει και λείπεις ακόμα κι έχω τόσα πολλά να σου πω. Είναι απλό να πεις γεια σου κι αντίο μα δεν είναι καθόλου αστείο τη ψυχή σου να κόβεις στα δύο. Στο έχω πει και ξανά θα στο πω η ζωή είναι εδώ είσαι εσύ, είμαι εγώ. Μη φωνάζεις, μη θυμώνεις πριν να φύγεις για πάντα τρελή πες μου γιατί θυμώνεις λίγο στάσου κι άκου τι θα σου πει της καρδιάς η κρυμμένη φωνή. Λαλέ λαλέ λαλέουσα οθέν οθέν και κλαίουσα, ερώ, ερώ, ερώ τα ρω Ελληνας είμαι θα τη βρω. Ει γαρ ερώ, ερώ εκ του ορώ τότε Βαλκάνια είναι δω. Και τυφλοί, τυφλοί, τυφλοί, τυφλοί, τυφλοί, οι μη ερώντες, είν τυφλοί. Ιλά ιλά. Ιλάειρα εγήρ εγήρ και έγειρα ευοίν ευοίν ευά και ρω. Ιλά ιλά. Ιλάειρα εγήρ εγήρ και έγειρα Βαλκάνιος είμαι και ερώ. Στη Λάρυμνα μαύρος, μαύρος ουρανός, στη Λάρυμνα μαύρη, μαύρη η μέρα. Μαύρη σκόνη μάς θολώνει τον αέρα, τα φουγάρα μάς σκοτώνουν κάθε μέρα. Και πιο κει, κάτω από τη γη, οι μεταλλωρύχοι οι χαλικωμένοι, και πιο κει, κάτω από τη γη, οι μεταλλωρύχοι στις στοές χωμένοι. Μέσα στο σκοτάδι σκάβουν το πηγάδι του πόνου τους. Πικρό πικρό φύλλο, φύλλο του καπνού, γλυκό γλυκό μήλο, μήλο της χώρας. Στη δουλειά, στα καπνοτόπια μας δεμένοι, μόνο η πίκρα του καπνόφυλλου μας μένει. Κάπου εκεί, στη μάνα γη, οι ηλιοκαμένοι μας αγρότες σπέρνουν. Κάπου εκεί, στη μάνα γη, οι ηλιοκαμένοι μας αγρότες ξέρουν. Πίκρες θα γεμίσουν κι άλλοι θα θερίσουν τον πόνο τους. Θέλει ο φαντάρος σαματά και κέφι, το δεκανέα να του χτυπάει το ντέφι. Θα γίνει απόψε ο ντουνιάς κουβάρι. Βάλε κρασί να πιούνε οι φαντάροι. Βάλε κρασί να πιούνε κι οι αγγέλοι, το άδικο απόψε κι ο Θεός δε θέλει. Να κι ο Διογένης με το αρχαίο φανάρι. Βάλε κρασί να πιούνε οι φαντάροι. Λέλι λέλι λέλι λέλι για, αγαπώ τρελά, αγαπώ τρελά. Λέλι λέλι λέλι λέλι για, αγαπώ τρελά κι ας καεί η βραδιά. Θέλει ο φαντάρος σαματά και ώπα, το σε αγαπώ με μια ματιά του το είπα. Κέρνα λοιπόν να αδειάσει το κελάρι, βάλε κρασί να πιούνε οι φαντάροι. Βάλε κρασί να πιει κι ο κόσμος όλος, αεροπορία, πεζικό και στόλος. Κέρασε και τους μπράβους στο πατάρι, βάλε κρασί να πιούνε οι φαντάροι. Λέλι λέλι λέλι λέλι για αγαπώ τρελά αγαπώ τρελά λέλι λέλι για, αγαπώ τρελά κι ας καεί η βραδιά. Λένε πως αν κανείς γεννιέται κλαίει γιατί πονά κλαίει γιατί στη ζωή τυραννιέται όποιος ξαναγυρνά. Μα εγώ γεννιέμαι και πεθαίνω μαζί γιατί είσαι η ίδια η μοίρα μου εσύ. Λένε πως αν κανείς πεθαίνει κρυφά χαμογελά κάτι θα βλέπει κάτι συμβαίνει και κάποιους χαιρετά. Μα εγώ γεννιέμαι και πεθαίνω μαζί γιατί είσαι η ίδια η μοίρα μου εσύ Λιβε λιβελούλα, τρέξε μια στιγμούλα τρέξε μια στιγμούλα λίγο να σε δω διάδρομο δε βρίσκω, ψάχνω μα δε βρίσκω ψάχνω μα δε βρίσκω να απογειωθώ. Βράδυ και αυγή μου, δε μου πάει η ψυχή μου να σε παγιδεύω, το μυαλό μου θόλωσε είμαι άδειος όλος και σου το χορεύω. Αθω αθωώνω τον γλυκό μου πόνο τον γλυκό μου πόνο, μόνο όταν σε δω, σβήνεται το φως μου γύρω μου κι εντός μου γύρω μου κι εντός μου, δες με, θα χαθώ. Βράδυ και αυγή μου, δε μου πάει η ψυχή μου να σε παγιδεύω, το μυαλό μου θόλωσε είμαι άδειος όλος και σου το χορεύω. Λίγο ακόμα σου ζητώ να παραμείνεις μέσα στο όνειρο που έχει πληγωθεί με ένα σου χάδι τον καημό να απαλύνεις και ας ξυπνήσω όπως πάντα μοναχή. Λίγο ακόμα κάνε το ψέμα σαν αλήθεια για να μοιάζει λίγο ακόμα κι η καρδιά μου τα φτερά της δοκιμάζει σε άλλον δρόμο δεν πειράζει. Λίγο ακόμα σου ζητώ να τραγουδήσεις ένα τραγούδι που μιλά για χωρισμό και όταν έρθει το πρωί και με αφήσεις θα συνεχίσω στον δικό σου τον ρυθμό Πες μου και γιάντα τη χτυπάς με τόση δα μανία καρδιά που γίνεται για εσένα καθημερνώς θυσία. Με έκανες και σε αγάπησα και τώρα με απαρνιέσαι εσύ δεν είσαι χριστιανή θεό δε συλλογιέσαι Της καρδιάς τα ραγίσματα, της αγάπης τα κρίματα, του καημού μου τα αισθήματα θα ξυπνάνε με άχτι. Θα χτυπάνε πισώπλατα τα φιλιά που δεν ξόφλησα, οι αναμνήσεις που ξόρκισα, στου τσιγάρου τη στάχτη. Κι έχεις δίκιο να ρωτάς, πώς κι έτσι πάντα ο έρωτας ζητάει δύο αναπνοές ψηλά για να πετάξει, ενώ ο μαύρος χωρισμός είναι απόφαση του ενός, που την καρδιά του δεύτερου με ένα γεια θα κάψει. Θα τους πω για το δάκρυ μου, κάτι μπήκε στα μάτια μου, θα μετρώ τα κομμάτια μου μοναχός σε μιαν άκρη. Της καρδιάς τα παθήματα θα μου δίνουν μαθήματα και θα πνίγω τα αισθήματα σιωπηλά σε ένα δάκρυ. Στην πόλη αυτή τη μαγική πώς έγινε έτσι το πρωί; Πού πήγαν τόσες μουσικές, πού πήγαν τόσα λόγια; Κι εγώ τυφλός που τριγυρνά, σε σπίτι που έπιασε φωτιά, ψάχνω για εξόδους μυστικές και για κανάλια υπόγεια. Κι εσύ στον άνεμο φτερό, να κοροϊδεύεις το καιρό και όπου η ζωή σε βγάλει. Ας ήταν να ρθεις τώρα εδώ, στο γκρεμισμένο μου ουρανό και να πετάξεις πάλι. Στην πόλη αυτή τη μαγική, πώς έγινε έτσι το πρωί. Πού πήγαν τόσες Κυριακές, πού πήγαν τόσοι φίλοι. Από μια κίτρινη κλωστή, κρέμεται ο κόσμος κι η ζωή, κι εγώ κρεμιέμαι από το χθες και από τα γλυκά σου χείλη. Κι εσύ στον άνεμο φτερό. Όλα μου άρεσαν κοντά σου τελικά το σπίτι σου ήταν ζάχαρη και καραμέλες την πόρτα μου έκλεισες μια νύχτα με βροχή και με προσπέρασαν οι μάγισσες με ομπρέλες. Τέλειωσε κι αυτό το παραμύθι τέλειωσε στο σιντριβάνι κλαίω. Βρήκα ένα βάτραχο τον φίλησα στο στόμα μα τη μορφή σου δεν έχει πάρει ακόμα. Όλα μου άρεσαν κοντά σου τελικά το δηλητήριο στα μήλα κι οι κορδέλες μα εσύ με έδιωξες μια νύχτα με βροχή και με προσπέρασαν οι μάγισσες με ομπρέλες. Τέλειωσε κι αυτό το παραμύθι τέλειωσε στο σιντριβάνι κλαίω Βρήκα ένα βάτραχο τον φίλησα στο στόμα μα τη μορφή σου δεν έχει πάρει ακόμα Ήρθεν ο Μάης, μάτια μου, ήρθε το καλοκαίρι ήρθε ο καιρός, πουλάκι μου, που θα σε κάνω ταίρι. Μάη μου με τα λουλούδια και με τα γλυκά τραγούδια. Το Μάη εγεννήθηκα και μάγια δε φοβούμαι θε να σε αρπάξω μια βραδιά κι ας έρθουν να μας βρούνε. Μάη μου με τα λουλούδια και με τα γλυκά τραγούδια. Ήρθεν ο Μάης, μάτια μου, ήρθε το καλοκαίρι ήρθε ο καιρός, πουλάκι μου, που θα σε κάνω ταίρι. Μάη μου με τα λουλούδια και με τα γλυκά τραγούδια. Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα που ανοίγουν οι ουρανοί λένε ένα φως που βλέπουνε οι άνθρωποι οι αγνοί. Στο φως που αναλήβεται ψηλά στον ουρανό τα αγνά τους μάτια βλέπουνε τον ίδιο τον Χριστό. Στον χρόνο που ξανάνοιωσε, στις ώρες τις καλές βλέπουν γαριφαλόσκονη στις πόρτες, στις αυλές. Τα δέντρα αγκαλιάζουνε, φωτίζουν τις πλαγιές στολίζουν τριαντάφυλλα, πηγάδια τις πηγές. Γίνονται κάμποι ολόχρυσοι, γίνονται το κρασί γίνονται ασημόκουπα να λάμπεις μέσα εσύ. Ευτυχισμένη πέτρα, βγες από το βαθύ γιαλό να δω τα λουλουδάκια σου, να την ονειρευτώ Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές το αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι σου μάθαινε το αύριο και το χθες μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη με του καιρού δεμένος τις κλωστές. Τα αηδόνια σε χτικιάσανε στην Τροία που στράγγιξες χαμένα μια γενιά καλύτερα να σε έλεγαν Μαρία και να ήσουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά κι όχι να ζεις με αυτή την κομπανία και να μην ξέρεις το άστρο του φονιά. Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι από του καιρού την άγρια πληρωμή στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει και το μαράζι δίχως αφορμή. Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά κι από το παλιό μαρτύριο να έχει μείνει ένα σκυλί τη νύχτα που διψά γυναίκες στη γωνιά με ασετυλίνη παραμιλούν στην ακροθαλασσιά. Και στα ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή πώς έγινε με τούτο τον αιώνα και γύρισε καπάκι η ζωή πώς το έφεραν η μοίρα και τα χρόνια να μην ακούσεις έναν ποιητή. Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη και στις μυρτιές του Άδη σεργιανά μαλαματένια λόγια στο χορτάρι ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά. Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες και ξημερώνοντας Παρασκευή τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες με πήραν και με βάλαν σε κλουβί και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί. Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής περνούσα τα δικά σου δικαστήρια αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια και σαν κακούργο να με τιμωρείς. Μαλαματένια μου ζωή και φρύγανά μου χρόνια τους έρωτές μου συναντώ σε μαρμαρένια αλώνια. Δώσε μου της αγάπης γερακάρη μύθο για να κρατηθώ. Δώσε μου το φιλί της προδοσίας, το πανάρχαιο φυλακτό. Το γέλιο και το δάκρυ μου σε μια ζαριά κλεισμένα. Ζάρια τα μάτια τα τυφλά τα διπλοκλειδωμένα. Γερμένη βάρκα στην ακτή γυρεύει λαμνοκόπους κι εγώ αγαπώ τους ξένους μου, τους πιο δικούς μου ανθρώπους. Ισόβια με δίκασαν μα τι έχεις να κερδίσεις, ένα κορμί από τη ζωή παντοτινά θα σβήσεις. Τι με ωφελεί αν σήμερα εσύ έχεις μετανιώσει, αφού μου πήρες την καρδιά, του χάρου να την δώσεις. Σκολιανή φορεσά χασεδένιος ο πάγκος ξημερώματα κι ο κόσμος χίλια χρώματα. Μαντινάδες πουλώ με τη ζάχαρη απόξω πάρε κόσμε πολλές μαντινάδες καλές δεν είναι και ζημιά δυο δεκάρες η μια. Για μια αγάπη παλιά που την πήραν τα αστέρια γέμισα καημούς τη νύχτα κι αναστεναγμούς. Έχω ωραίο χτικιό με αναμνήσεις και βήχα ποιος ψεγάδι μπορεί στο χτικιό μου να βρει πάρε κόσμε πολλές μαντινάδες καλές. Το όνειρο μιας αυγής πού είχε η νιότη λατρέψει μην το σκέφτεσαι μικρό μου και πικραίνεσαι. Νά είχαμε ένα ακριβό παραμύθι τσι νύχτες θά ήτανε οι καρδιές σαν τα αλώνια φαρδιές πάρε κόσμε πολλές μαντινάδες καλές. Γέρνει ο ήλιος κι εγώ μοναχός φεύγω πάλι με προσμένουν να γυρίσω μέρη μακρινά. Με φεγγάρι θολό και βουβό μεσονύχτι θα με φέρει η νοθιά σε μια ανάσα βαθιά να σου δώσω πολλές μαντινάδες να λες. Μπάουμ, μπάουμ. Ω Μαρα Μπου, ω Μαρα Μπου. Μπάουμ. Το Μαρα Μαρα, Μαρα Μαρα, Μαρα Μπου. Μπάουμ. Το Μαρα Μπου, ω Μαρα Μπου, ω Μαρα Μπου. Μπάουμ. Το Μαρα Μαρα, Μαρα Μαρα, Μαρα Μπου. Μπάουμ. Ω Μαρα Μπου, ω Μαρα Μπου, ω Μαρα Μπου. Μπάουμ. Ω Μαρα Μαρα, Μαρα Μαρα, Μαρα Μπου. Μπάουμ. Έλα λίγο πιο κοντά πες μου την αλήθεια κλείσε τα μάτια σου και πέτα μακριά άσε την κυβέρνηση να λεει παραμύθια κλείσε τη φλόγα στη καρδιά. Δε γράφω στίχους για ξενέρωτα κορίτσια δεν τραγουδάω γι αγοράκια εραστές, είναι η καρδιά μου του δρόμου η συνήθεια κι έχω κι εσένα να μου λες. Μαράθηκε ο βασιλικός που είχα στην αυλή μου, μαράθηκε η αγάπη σου για μένανε καλή μου. Μαράθηκε ο βασιλικός, απότιστος και μόνος, μαράθηκε η καρδούλα μου κι είναι βαρύς ο πόνος. Σού ζήτησα λίγο νερό, με πότισες φαρμάκι, σα λουλουδάκι μοναχό με τρώει το σαράκι. Μαράθηκε ο βασιλικός κι έχασε το άρωμά του, το δειλινό που έφυγες, έχασε τη λαλιά του. Μαράθηκε ο βασιλικός και γέρνει λυπημένος, και στη ζωή μου νόημα δε βρίσκω ο καημένος. Πριν ξημερώσει μάτια μου. Τα μάτια μου θα πάρω. Χρόνια ο δρόμος με καλεί. Μου βάζει νότες φάρο. Σαράντα χρόνια εξόριστος. Στην τρύπα μιας κιθάρας. Στων ποιητών τα στέφανα. Στη ράχη μιας μπαλάντας. Μαργαρίτα θηλυκό. Παραμύθι δανεικό. Τραγουδάκι μου ρετρό. Σε μαδάω και δε μετρώ. Αχ Μαργαρίτα. Τα πέταλα ρίχτα. Σε τσέπες παιδιών. Φιλιά να αρμενίσουν. Σημάδια να αφήσουν. Στο δικό τους παρόν. Με παιδικά μου όνειρα. Τους ώμους μου βαραίνω. Μελαγχολώ τις Κυριακές. Τις λέξεις παγιδεύω. Κι είναι ο Πινόκιο εκεί. Ξεπλένοντας τους τοίχους. Κρατάει νυστέρι και μετράει. Σαν μετρονόμος χτύπους. Μαργαρίτα θηλυκό. Κλάμα με αναφιλητό. Τραγουδάκι μου ρετρό. Σε μαδάω και δε μετρώ. Αχ Μαργαρίτα. Σου κλέβω τη ρίτα. Σε γράφω με Πι. Να γίνεις τοπίο. Στη Πάργα ένα πλοίο. Κι αυτό μου αρκεί. Κλείνομαι στα τετράστιχα. Τα ξένα συλλαβίζω. Μέσα σε τζάμια σκοτεινά. Τον κλέφτη καθρεφτίζω. Μα η Μαργαρίτα με ρωτάει. Αν ζει κι αν βασιλεύει. Κλείνει το μάτι πονηρά. Τις ρίμες κοροϊδεύει. Μαργαρίτα θηλυκό. Παραμύθι δανεικό. Τραγουδάκι μου ρετρό. Σε μαδάω και δε μετρώ. Αχ Μαργαρίτα. Τα πέταλα ρίχτα. Σε τσέπες παιδιών. Φιλιά να αρμενίσουν. Σημάδια να αφήσουν. Στο δικό τους παρόν. Μαργαρίτα θηλυκό. Παραμύθι δανεικό. Τραγουδάκι μου ρετρό. Σε μαδάω και δε μετρώ. Αχ Μαργαρίτα. Τα πέταλα ρίχτα. Σε τσέπες παιδιών. Φιλιά να αρμενίσουν. Σημάδια να αφήσουν. Στο δικό τους παρόν. Αχ Μαργαρίτα. Τα πέταλα ρίχτα. Σε τσέπες παιδιών. Φιλιά να αρμενίσουν. Σημάδια να αφήσουν. Στο δικό τους παρόν. Γεια σου Άλκη. Μάσκες που βολτάρουν σε μια πόλη ωχρή. Πρόσωπα απρόσωπα κι εσύ. Σαν κυνηγημένη, κάπως τρομαγμένη. Πίσω από μια μάσκα έχεις κρυφτεί. Μου είπαν πως με αρνήθηκες σε μια συντροφιά. Είπες. Είναι απλά μια γνωριμία. Κι ήτανε το βράδυ που ήρθες στο σκοτάδι. Με όλου σου του πόθου τη μανία. Σαν κυνηγημένη κάπως τρομαγμένη. Πίσω από μια μάσκα είχες κρυφτεί. Μοιάζω με το δέντρο εκείνο που πληγώνουνε κι ανθίζει, άσπρο δάκρυ σαν το κρίνο από το σώμα μου δακρύζει, μοιάζω με το δέντρο εκείνο που πληγώνουνε κι ανθίζει. Μαστιχόδεντρο και κρίνο Άγιο Μύρο και λιβάνι ποιος αγάπησε να γιάνει. Που σκορπάει την ευωδιά του και στο χώμα που θα γείρει κι ας κεντήσαν την καρδιά του με ασημένιο κεντητήρι, που σκορπάει την ευωδιά του και στο χώμα που θα γείρει. Μαστιχόδεντρο και κρίνο Άγιο Μύρο και λιβάνι ποιος αγάπησε να γιάνει. Μοιάζω με το δέντρο εκείνο που το σώμα του αγιάζει, από το δάκρυ του που τρέχει από το μόσκο του που στάζει, μοιάζω με το δέντρο εκείνο που το σώμα του αγιάζει. Μαστιχόδεντρο και κρίνο Άγιο Μύρο και λιβάνι ποιος αγάπησε να γιάνει. Την πολιτεία ξύπνησε ένας θόρυβος, κάτι που έμοιαζε με μηχανή τοίχοι που πότισαν με όλα όσα περάσανε τώρα γκρεμίζονται με ανταλλαγή. Μαζεύτηκαν να δουν πώς τελειώνουνε πώς λιώνουν, χρόνια και χάνονται στη σκόνη. Ακούνε μέσα από τα συντρίμμια ότι τους ένωνε για έρωτες και μουσικές κι ένα τρελό να τους φωνάζει από το μπαλκόνι. Στρατιώτη θα έρθει η στιγμή που θα μιλάνε για τα ρούχα σου, θα ξαναράβουν τα κομμάτια για συγγνώμη. Θα παίρνουν πίσω όσα έσπειραν για θάνατο και θα σε στήνουν όρθιο σαν να ζεις ακόμη. Την πολιτεία ξύπνησε ένας θόρυβος, κάτι γεννήθηκε μέσα τη σιωπή χάθηκε μέσα στα συντρίμμια ότι τους ένωσε, οι έρωτες κι οι μουσικές κι ένας τρελός που πια δεν είναι στο μπαλκόνι. Στρατιώτη θα έρθει η στιγμή που θα μιλάνε για τα ρούχα σου, θα ξαναράβουν τα κομμάτια για συγγνώμη. Θα παίρνουν πίσω όσα έσπειραν για θάνατο και θα σε στήνουν όρθιο σαν να ζεις ακόμη. Μαύρα πουλιά εχτίσανε φωλιά στο λογισμό σου, και είναι και το τραγούδι τους ίδιο με τον καιμό μου. Εφύγες και έχτισε ο καιμός στην αγκαλιά μου κάστρο, για αυτό και μαύρο το θωρώ ότι είναι για άλλους άσπρο. Μια καταδίκη που έχω πάθει, να είμαι ρέστος κι αδέκαρος, κι όμως δεν ξέρω πια που να πάω, γυρνώ στους δρόμους ταλαίπωρος. Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία έχουν θερίσει την κοινωνία. Παίρνω τους δρόμους, δε σταματάω, δεν με χωράει πια πουθενά, και στην ταβέρνα για να καθίσεις και η καρέκλα ζητάει λεφτά. Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία έχουν θερίσει την κοινωνία. Το χρήμα είναι που σε εμψυχώνει, σε κάνει φίνο να περπατάς, και δε σε νοιάζει στην κοινωνία, το τι θα γίνει πια δεν ρωτάς. Η μαύρη φτώχεια κι η ανεργία έχουν θερίσει την κοινωνία. Έψαξα τους φίλους μα οι φίλοι σκορπίσανε, έγιναν στα δωμάτια σκιές, πουλιά στην κόκκινη δύση. Και ένα μαύρο σύννεφο σκέπασε την καρδιά μου μαύρο σύννεφο τίποτα δε θα είναι ίδιο ξανά. Φώναξα τα πουλιά, τα πουλιά δε σταθήκανε. Τώρα οι βαθιές της θάλασσας σπηλιές το μυστικό κρατάνε. Τώρα ένα μαύρο σύννεφο σκεπάζει την καρδιά μου μαύρο σύννεφο τίποτα δε θα είναι ίδιο ξανά. Άσε με να αποκοιμηθώ στα χέρια σου, κρύψε με στα όνειρά σου. Μόνο εσύ μπορείς το κακό να προφτάσεις. Μέσα από το μαύρο σύννεφο που πνίγει την καρδιά μου μαύρο σύννεφο απέναντι να με περάσεις. Μου λες πως με βλέπεις σαν φίλο πριν καν σου μιλήσω για αγάπες δεν είμαι από αυτούς που αντιδράνε στις φάπες για αυτό σου υπακούω σαν το σκύλο. Μου λες αν μπορώ να κρατήσω τη σχέση αγνή και παρθένα μα κι ο ίδιος ο Πλάτων αν σε ήξερε εσένα θα μού έλεγε αλλιώς να ενεργήσω. Ανθίζουν γύρω οι πορτοκαλιές τα ψάρια ρίχνουν έξω πετονιές και γω σε μια γωνιά του ηλεκτρικού σκαρώνω χαικού. Θα βρω για σένα ένα παιδί καλό στο γάμο θά έρθω να σας συγχαρώ κι αν πεις να σας βαφτίσω το μωρό καθήκον φιλικό. Αθώα με αγκαλιάζεις στο δρόμο κι από το κορμάκι σου φτάνουν ως τις εισπνοές μου για να με ξεκάνουν λουλούδια από τον κάτω κόσμο. Μου λες πως με βλέπεις σαν φίλο μα ας ήτανε να με μισούσες ποιος θέλει την έμπνευση από τέτοιες μούσες με χάδια σου δίνουνε ξύλο. Θα ανάψω απόψε τα προσφυγικά Αμφιάλη, Δραπετσώνα, Κοκκινιά να υψώσω της καρδούλας σου εαυτέ τον καραγκιόζ μπερντέ. Στα ελληνικά γυρεύεις και μετράς τους χτύπους μιας αλλοδαπής καρδιάς κι αυτή σαν φίλο, λέει, σε συμπονά αλλά δε σε αγαπά αλλά δε σε αγαπά. Με λεηλάτησες, σε μια νύχτα πήρες τη ζωή μου, κι ύστερα είπες να πάψω να ονειρεύομαι ντύθηκες κι έφυγες κι εγώ καίγομαι με λεηλάτησες. Μέσα στου δωμάτιου την κόλαση ψάχνω στη θύελλα μια όαση ένα ένα ένα τα λάθη μου μετρώ όμως να ξέρεις, θα σε εκδικηθώ, ένα ένα ένα τα λάθη μου μετρώ όμως να ξέρεις, θα σε εκδικηθώ. Με λεηλάτησες και το είδωλό σου στον καθρέφτη ψεύτικο έγινε, απόμακρο, αδιάφορο, ήτανε σφάλμα μου το πάθος το παράφορο, με λεηλάτησες. Μέσα στου δωμάτιου την κόλαση ψάχνω στη θύελλα μια όαση ένα ένα ένα τα λάθη μου μετρώ όμως να ξέρεις, θα σε εκδικηθώ, ένα ένα ένα τα λάθη μου μετρώ όμως να ξέρεις, θα σε εκδικηθώ. Με λεηλάτησες. Γλυκιά φωνίτσα γρήγορη παιδί αντρειωμένο με ρόδα και τριαντάφυλλα μοσχοαναθρεμμένο. Με μέλι το αλείψανε οι μοίρες και με στάχτη να έχει νερά, να έχει δροσιά και θάρρος καταρράχτη. Κυλάει τρέχει το νερό στη θάλασσα στη στέρνα φίδι το κύμα το χτυπά και το κεντά στη φτέρνα. Νυχτέρι μπύρες και βροχή και λόγια μουσκεμένα της αγκαλιάς η ερημιά του τίποτα ο τρόμος με τρύπια αλεξίπτωτα και σκουριασμένα τρένα Αμέρικα Κομοτηνή ένα τσιγάρο δρόμος. Κι ύστερα στο δωμάτιο βρίζεις και καταριέσαι για ένα χαμένο πέναλτι για δυο ματάκια γκρίζα ποια νίκη να σου χάριζα να ιδώ να φχαριστιέσαι ποιάν άνοιξη να σου έφερνα να βγάλει η αγάπη ρίζα; Με μια καμήλα στους Δελφούς όποιος κοιτάει του ουρανούς μονάχος ταξιδεύει με μια καμήλα στους Δελφούς κι ότι μας κάνει αδελφούς αυτό θα μας παιδεύει. Ο ένας ονειρεύεται κορίτσια που γελάνε ο δεύτερος λαχτάρησε της Κίρκης τη ματιά κι ο τρίτος ο μικρότερος ποτάμια που κυλάνε μαύρο κρασί, μαύρο νερό που φέρνει λησμονιά. Οι φίλοι μου σαλπάρανε χωρίς να χαιρετίσουν της εφηβείας ναυαγοί στην άδεια πολιτεία τα όνειρα ξυπνήσανε και δε θα μας ρωτήσουν τ ώρα γυρεύουν πληρωμή και ψάχνουν πελατεία. Με μια καμήλα στους Δελφούς. Άκουσα απόψε μια φωνή να μου μιλάει με δύναμη που αλάφρωνε τα στήθια της από την πικρή αλήθεια της να κλαίει. Άκουσα απόψε ένα πουλί που έκρυβε μέλι στην φωνή να τραγουδάει τον πόνο του που το ξεχάσαν μόνο του να λέει. Με ξέχασε η αγάπη μου και πέτρωσε το δάκρυ μου. Οι προσευχές μου τέλειωσαν και τα φτερά μου έλιωσαν. Μόνο τραγούδια έχω να πω για όσο ακόμα θα αγαπώ. Θόλωσε απόψε το μυαλό με το πιοτό με τον καπνό κι ο στεναγμός στα στήθια μου μου μάτωσε τη νύχτα μου και κλαίω. Στόλισα την καρδούλα μου προικιά από τα μπαούλα μου κι από το σεντούκι το παλιό έβγαλα αναστεναγμό και λέω Κανείς δε θα μπορέσει μου είχες πει να με πονέσει πάλι όπως εσύ κι αφού είπαμε γεια με τα δάκρυα στεγνά τα παράθυρα αφήνω όλη μέρα κλειστά. Ποτέ δε θα σε αφήσω μου είχες πει να ζήσεις στα όνειρά μου όπως πριν. Κι όμως να! περπατώ μες στον ύπνο σου εγώ και μου δίνεις φιλιά στα όνειρά σου ξανά. Και σε παίρνω αγκαλιά με τα μάτια κλειστά πως γεννάει στο σκοτάδι η λύπη χαρά Χαρά σε αυτόν που τώρα σε αγαπά χαράζει και σε αγγίζει στα μαλλιά. Κι όμως να! περπατώ μες στον ύπνο σου εγώ και μου δίνεις φιλιά στα όνειρά σου ξανά. Και σε παίρνω αγκαλιά με τα μάτια κλειστά πως γεννάει στο σκοτάδι η λύπη χαρά. Κανείς δε θα μπορέσει μου είχες πει ποτέ να με αγαπήσει όπως εσύ Με τα φτερά του έρωτα κι απόψε θα σε αγγίξω και μια βαθειά ραγισματιά στον ύπνο σου θα ανοίξω κι όπως κοιμάσαι ήσυχη χωρίς να σε ξυπνήσω μες στα κλειστά σου βλέφαρα θα μπω να ξενυχτήσω. Κι άμα δε νιώσεις τίποτα και ήρεμα ξυπνήσεις θα πει πως δε με αγάπησες ούτε θα με αγαπήσεις. Τους χάρτες των ονείρων σου κρυφά θα ακολουθήσω και την κρυφή σου τη ζωή θα παρακολουθήσω κι όπως κοιμάσαι ήσυχη δίπλα σου θα περάσω σαν άνεμος νυχτερινός και θα σε ξεσκεπάσω. Να μαστε πάλι εδώ ξανά στον ίδιο στεναγμό αβέβαιοι πως ήρθαμε, κανένας δε θυμάται. Με το κρασί στο αίμα μας και με καλό καιρό ήρθαμε να ξυπνήσουμε την πόλη που κοιμάται. Μάτια μου που άφησα μακριά, δε θα σας ξαναδώ ότι μαζί σας έζησα κανείς δε θα πιστέψει κάποιου τρελού το ανάθεμα, μας έφερε ως εδώ κανένας μας δεν πέθανε, μα όλοι έχουν σαλέψει. Να μαστε πάλι εδώ ξανά, στην ίδια διαδρομή πως διάολο την πατήσαμε κανένας μας δεν ξέρει. Με γέλια και πειράγματα με γλέντια και χορό έκλεισε η πόρτα πίσω μας μια μέρα μεσημέρι. Μάτια μου που σας άφησα μακριά, δε θα σας ξαναδώ ότι μαζί σας έζησα κανείς δε θα πιστέψει κάποιου τρελού το ανάθεμα, μας έφερε ως εδώ κανένας μας δεν πέθανε, μα όλοι έχουν σαλέψει. Να μαστε πάλι εδώ ξανά, παράξενη στιγμή τη μέρα λέμε προσευχές, τα βράδια κολασμένοι. Με άλλον κινήσαμε χρησμό, για μια σπουδαία γιορτή μα όσο και αν ξεμπερδεύουμε, μένουμε μπερδεμένοι. Μάτια μου που σας άφησα μακριά, δε θα σας ξαναδώ ότι μαζί σας έζησα κανείς δε θα πιστέψει κάποιου τρελού το ανάθεμα, μας έφερε ως εδώ κανένας μας δεν πέθανε, μα όλοι έχουν σαλέψει. Με ζωνουν φίδια και κλειστές οι πόρτες κι οι καταπακτές παιχνίδι παίζεις άνισο κόλαση ή παράδεισο. Διάλεξε αν θες με το καλό κι η μαχαιριά στο κόκαλο. Με το ληστή και το φονιά βγαίνεις απόψε παγανιά βγαίνεις απόψε παγανιά με το ληστή και το φονιά. Καρδιά μου σου άνοιξα στα δυο σαν άγουρο ροδάκινο ότι κι αν είχα σου το έδωσα Χριστέ μου δε σε πρόδωσα χτίσε μου το παράθυρο το φίλο μου έκανα εχθρό. Με το ληστή και το φονιά βγαίνεις απόψε παγανιά βγαίνεις απόψε παγανιά με το ληστή και το φονιά Μικρή μου φλογέρα! Φύσα με αγέρα! Ζωή, που τελειώνει, κερί, που λειώνει. Στο άδειο δωμάτιο παλιάς παρέας, Στη μαύρη σκιά κάποιας πράξης μοιραίας. Βουβή λιτανεία τι μελωδία! Κι εγώ τόσο μόνος; Στέκεται ο χρόνος. Βαριά κλειδωμένος στις διακοπές τους. Στις μακρινές κι απόμερες φωνές τους! Άνοιξη έξω! Δε θα το αντέξω! Πως θέλω να φύγω! Μα μένω λίγο. Πικρή μοναξιά, να τραφώ, για να ζήσω. Στη μόνη ευκαιρία, να χαθώ και να σβήσω. Σαχλές συζητήσεις; Δε θα με αφήσεις!! Κεριά, που αγαπάω; κι όμως δεν πάω!! Η ανάσταση αύριο, θα με εύρει μακριά τους. Μακριά από τα αδειανά και νεκρά πρόσωπά τους Μες το υγρό υπόγειο σε τάβλα και σανίδι ένα αγρίμι κάθισε σαν πειραγμένο φίδι παρήγγειλε μια θάλασσα κι ένα κρασί φεγγάρι ένα Μεγάλο Σάββατο χορό αναστενάρη. Χορό αναστενάρη, χορό αναστενάρη. Πόσο χρονώ είναι ο Διγενής πόσο χρονώ είναι ο Χάρος ποτέ δε ρώτησε κανείς ούτε γνωστός και συγγενής δε βρήκε αυτό το θάρρος δε βρήκε αυτό το θάρρος. Σε ένα τραπέζι ξύλινο κουτσό και μεθυσμένο τα πάθη του ακούμπησε ελάφι λαβωμένο και σαν πανάρχαια σιωπή και σαν γλυκιά κουβέντα εχόρευε και έσβηνε τα αστέρια στα τσιμέντα. Τα αστέρια στα τσιμέντα, τα αστέρια στα τσιμέντα. Πόσο χρονώ είναι ο Διγενής πόσο χρονώ είναι ο Χάρος ποτέ δε ρώτησε κανείς ούτε γνωστός και συγγενής δε βρήκε αυτό το θάρρος δε βρήκε αυτό το θάρρος. Πόσο χρονώ είναι ο Διγενής πόσο χρονώ είναι ο Χάρος. Οι λέξεις μου αδύναμες μου πέφτουν από το στόμα δε φτάνουν ούτε στα μισά μείνε για λίγο ακόμα. Κρατιέμαι από τα κενά τους στίχους μίας δίνης κοίτα με στέκομαι ξανά, κράτα με μη με αφήνεις. Τα πόδια μου λυγίζουνε κι αυτά τα άσπρα φώτα τα μάτια μου πονάνε. Ως πότε θα γυρίζουνε, γιατί δε σταματάνε. Μεθώ και ταλαντεύομαι θέλω να σε κερδίσω αστράφτω και παιδεύομαι για να σε ξεμυαλίσω. Με χτυποκάρδι δυνατό στημένη είμαι στην πόρτα θέλω να ανοίξω και να μπω ψάχνω να βρω τα κόλπα. Μεθώ και σε ονειρεύομαι την πόρτα σου θα ανοίξω το πιο κρυφό σου μυστικό απόψε θα διαρρήξω. Θα το διαρρήξω και θα μπω στο άβατο του νου σου κι εκεί θα μείνω να μεθώ στο νέκταρ του μυαλού σου. Μελαχροινή τσιγγάνα μου μη μου χαλάς χατήρι πάρε κι εμένα μάνα μου μαζί σου στο τσαντήρι. Τσιγγάνα στο τσαντήρι σου στρώσε διπλό ντιβάνι να σκάσουν από τη ζήλεια τους τσιγγάνες και τσιγγάνοι. Απόψε θέλω όμορφα ο Χιώτης να μου παίξει απόψε το κορίτσι μου γουστάρει να χορέψει. Μελαχροινή τσιγγάνα μου μη μου χαλάς χατήρι πάρε κι εμένα μάνα μου μαζί σου στο τσαντήρι Θα σου μιλήσω για όλα εκείνα που βρήκα μέσα σου. Μελίνα και αυτό το βράδυ βρήκα θάρρος να σου πω. Πόσο μικρός μπροστά σου νιώθω και πως κρατιέμαι από έναν πόθο για να αντέχω ακόμα δίπλα σου να ζω. Όχι δεν είναι ανασφάλεια αυτό είναι η αλήθεια που τα βράδια με πονάει και αν έχω κάτι να σου δώσω, φυλαχτό είναι η αγάπη που τα πρέπει δε μετράει. Σε μια βιτρίνα, σε έχω Μελίνα που τη φροντίζω να μη σπάσει και χαθώ και αν θα σε χάσω, πως να ξεχάσω πως είσαι ο λόγος που ακόμα τραγουδώ. Θα σου μιλήσω για όλα εκείνα που βρήκα μέσα σου Μελίνα κοίτα τα μάτια μου, που λάμπουν σαν φωτιά χιλιάδες λέξεις ψιθυρίζουν κι όμως οι άνθρωποι νομίζουν πως είναι δύσκολο να ζεις αληθινά. Όχι δεν είναι ανασφάλεια αυτό είναι η αλήθεια που τα βράδια με πονάει και αν έχω κάτι να σου δώσω, φυλαχτό είναι η αγάπη που τα πρέπει δε μετράει. Σε μια βιτρίνα, σε έχω Μελίνα που τη φροντίζω να μη σπάσει και χαθώ και αν θα σε χάσω, πως να ξεχάσω πως είσαι ο λόγος που ακόμα τραγουδώ. Να σε μισήσω είναι αργά αέρας με δροσολογά με κυνηγούν οι μέλισσες κι εσύ που δε με θέλησες. Τινάζω το βασιλικό να σταματήσω το κακό σε είχανε δέσει μάγισσες μα πάλι εσύ με ράγισες. Νυχτώνει βγαίνω να σε βρω σα φεγγαράκι δυο μερώ κλειστά παραθυρόφυλλα να με αγαπάς πώς το ήθελα. Θυμάρι ρίχνω στις φωτιές με τυραννούν οι ομορφιές οι ομορφιές οι φόνισσες κι εσύ που με λησμόνησες. Αν κλάψω μη με φοβηθείς την ένοιωσα και πριν χαθείς μια πίκρα στο ροδόνερο γιατί μου αρνιόσουν το όνειρο. Θα ρίχνω εκεί που περπατάς τον όρκο μας να τον πατάς κι ας με πονούν οι μέλισσες κι εσύ που δε με θέλησες. Θυμάμαι, όταν ξύπναγες. Το πιο όμορφο χαμόγελο μου φύλαγες. Θυμάμαι, παλιά θλιμμένα κύματα. Άλλαζαν νόημα στου κόσμου τα ασήμαντα. Μένω εδώ, στο ίδιο σώμα. Μπορώ να κρατιέμαι από όσα με άφησες να ζω κι ας ψάχνω ακόμα κάποια λογική στης φυγής σου την ανάμνηση. Μένω εδώ. Μένω εδώ. Λυπάμαι που όλα τέλειωσαν. Νυφάδες χιόνι που έπεσαν και έλιωσαν. Λυπάμαι που πίσω σου δεν έτρεξα. Ποτέ μου δεν κατάλαβα αν σε είχα ή αν σε έχασα. Μένω εδώ στο ίσιο σώμα. Μένω εκτός, θυμάμαι ονόματα τρέχω με ταχύτητα φωτός μένω εκτός, σαν κάτι στόματα που έδιωξε από τον κόσμο ένας λωτός. Τα βράδια μου τα εργένικα τραγούδια λέω αρμένικα θέλω να γυρίσω μα ο παράδεισος κλειστός. Τα βράδια μου τα εργένικα τραγούδια λέω αρμένικα θέλω να μιλήσω μα είναι ο τόπος μου σβηστός. Μένω εκτός, μιλάω με σύρματα στη σιωπή ζυγιάζω σαν αϊτός μένω εκτός, σαν κάτι σχήματα που έφτιαξε στην άμμο ένας πιστός Μέρα και νύχτα κυλάει η ζωή κυλά τραγούδι θλιμμένο που είσαι αγάπη χρυσό πουλί κι άστρο που έλαμπες βράδυ κι αυγή που σβήνεις σε έρημο ξένο. Πάει της νιότης το ουράνιο φως πάει το χρυσό καλοκαίρι πάει η αγάπη τη πήρε ο καιρός αχ τι μαράζει και τι καημός όποιος τον ένιωσε ξέρει. Μέρα και νύχτα κυλάει η ζωή κυλά τραγούδι θλιμμένο. Μες σε αυτή τη βάρκα είμαι μοναχή κι έχω συντροφιά μου κάτασπρο πουλί. Σημάδι ρίχνω στο γιαλό, μα πώς να σου το πω. Είσαι ένα αστέρι μακρινό, τη νύχτα σε φιλώ. Θέλω να φυτέψω πεύκο λυγερό για να μεγαλώσει και να το χαρώ. Σημάδι ρίχνω. Μπλέκω τα μαλλιά μου με άστρα και βροχή και στα όνειρά μου κάνω προσευχή. Σημάδι ρίχνω. Μες στης Αθήνας τις ομορφιές ξεχωρίζει μια που καίει καρδιές. Έχει μαύρα μάτια, μαύρα μαλλιά και στο μάγουλο της μικρή ελιά. Άμαν άμαν άμαν πάω να τρελαθώ, από τότε που την είδα μου έβαλε καημό και για αυτήν μέρα νύχτα κλαίγω και θρηνώ κι όλο λιώνω από την αγάπη που έχω στην καρδιά και χωρίς αυτήν ποτέ δε θα βρώ γιατρειά. Μια μέρα που την ξαναείδα της είπα. Κυρά μου έλα με εμένα να γίνεις ταίρι για να γιάνει η καρδιά μου. Και μου λέει τότε αυτή δε θέλω να με αγαπάς για άλλονε πονώ εγώ, πάψε να με λαχταράς. Και από τότε ο καημένος γυρνάω πονεμένος και ώσπου να βγει η ψυχή μου θε να ζω μαραζιαζμένος. Στο φόρτε οι μηχανές την ώρα που γελάς στο φόρτε οι μηχανές την ώρα που φωνάζεις ανατριχίλα του κοσμάκη, μη μιλάς στο μακελειό το ομηρικό που ωριμάζεις. Γρηγορείτε, κελιά, μες στο χημείο του Μαγιού! Χέρσα μου μάτια, τι αλκοολικός καιρός με Βάγκνερ νανουρίζονται οι πρεζονόμοι κι όλο ρωτάνε αν είναι νόμος φυσικός να κάνει ο Χικμέτ διαδήλωση στη Ρώμη. Γρηγορείτε, πουλιά, μες στο χημείο του Μαγιού! Τώρα μαθαίνεις στο Ικόνιο αποκλεισμένος ποιοί σαμποτάρουν με καλώδια το κορμί σου πατριωτάκι, τρώει τα νύχια ο ανακριτής σου κι είναι το ίδιο αγέλαστος και γελασμένος. Γρηγορείτε, παιδιά, μες στο χημείο του Μαγιού! Μες στου Αιγαίου πρόβαλε να δεις. Μες στου Αιγαίου, Αιγαίου τα νησιά. Μες στου Αιγαίου τα νησιά άγγελοι φτερουγίζουν. Και μέσα στο φτε πρόβαλε άστρι μου και μέσα στο φτε στο φτερούγισμα. Α και μέσα στο φτερούγισμα τριαντάφυλλα σκορπίζουν Αιγαίο μου γα βοήθα Παναγιά Αιγαίο μου γαλήνεψε. Αιγαίο μου γαλήνεψε τα γαλανά νερά σου. Να έρθουνε τα ξε πρόβαλε να δεις να έρθουνε τα ξε τα ξενάκια σου. Α, να ρθούνε τα ξενάκια σου στα ποθητά νησιά σου Ροδόσταμο να βοήθα Παναγιά ροδόσταμο να γίνουνε. Α ροδόσταμο να γίνουνε Αιγαίο τα νερά σου. Μέσα στη νύχ, μέσα στη νύχτα περπατούσα, σκοτεινά, σκοτεινά χωρίς φεγγάρι, σκοτεινά, σκοτεινά χωρίς φεγγάρι, την αγά, την αγάπη μου γυρεύω. Την αγά, την αγάπη μου γυρεύω, δεν μπορώ, δεν μπορώ για να την εύρω, δεν μπορώ, δεν μπορώ για να την εύρω, στα βουνά, στα βουνά είναι σκορπισμένη. Στα βουνά, στα βουνά είναι σκορπισμένη, στα κλαδιά, στα κλαδιά περιπλεγμένη, στα κλαδιά, στα κλαδιά περιπλεγμένη, έλα κόρη μου, έλα αγάπη. Έλα κόρη μου, έλα αγάπη να περι, να περιπλεχτούμε αντάμα, να περι, να περιπλεχτούμε αντάμα, μπρος στον ή, μπρος στον ήλιο τον προσήλιο. Μπρος στον ή, μπρος στον ήλιο τον προσήλιο, σαν τα φίδια στο λιβάδι. Μέσα μου ο αέρας που φυσά. Δε λέει να ημερέψει. Μου ξεσηκώνει την καρδιά. Και μου σκορπάει τη σκέψη. Σαν σπίθα από πυρκαγιά. Στα ύψη με ανεβάζει. Κι έξω από του κόσμου το όνειρο. Με μια σπρωξιά με βγάζει. Με στροβιλίζει σαν φτερό. Στο πουθενά σε μια άκρη. Κι ύστερα μες στα μάτια σου. Με ακουμπάει σαν δάκρυ. Με πάει ψηλά στον ουρανό. Μου λέει τώρα γκρεμίσου. Και εγώ σαν άστρο ρίχνομαι. Κι ακούω την ευχή σου. Μέσα μου ο αέρας που φυσά. Στιγμή δε λιγοστεύει. Μάλλον τρελά θα με αγαπά. Για αυτό έτσι με παιδεύει. Κι όταν του λέω πια δεν μπορώ κόπασε να ησυχάσω. Μου λέει όσο ζεις εγώ θα ζω. Κι άντε να σε χορτάσω. Τώρα στο κόκκινο κραγιόν ψάχνεις τσιγάρο να ανασάνεις βάζεις φωτιά στο παρελθόν όταν το τάμα κάνεις. Μέσα στης νύχτας τη φωτιά φτιάχνει ο νους ταξίδια χωρίς φαρέτρα πολεμά να κρύψει μέσα του βαθιά του πόνου τα στολίδια. Το παιδικό σου μενταγιόν στην αγορά της μνήμης βρήκα κι όλα τα όνειρα πετούν που κράτησες για προίκα. Μέσα στης νύχτας τη φωτιά φτιάχνει ο νους ταξίδια χωρίς φαρέτρα πολεμά να κρύψει μέσα του βαθιά του πόνου τα στολίδια. Έφυγες απάνω στο θυμό σου κι ήταν η φυγή σου θάνατός σου γιατί ο χρόνος είναι δικαστής. Είχες το θάρρος να με αφήσεις χωρίς και να με χαιρετίσεις και τώρα συλλογίσου μες στην καταστροφή σου το χέρι μου ζητάς για να πιαστείς. Μετάνιωσες αλλά σε έχω ξεχάσει κι ο πόνος μου κι αυτός έχει περάσει η πονεμένη μου καρδιά βρήκε αλλού παρηγοριά κι αν μετάνιωσες το τρένο το έχεις χάσει. Νόμιζες πως θα σε περιμένω να με βρεις γυρνώντας νικημένο και πως θα σου ανοίξω για να μπεις. Μα το φαρμάκι σου που πήρα μου έδωσε δύναμη και πείρα και ούτε θα σου ανοίξω και ούτε θα σε αγγίξω και δεν ακούω ότι κι αν μου πεις Από την αλήθεια μου κρυβόσουν κι από το δικό μου πυρετό, θα γίνω αυτό που ονειρευόσουν, αλλά δε θα είμαι πια εγώ. Μου λες, πως όλα θα φτιάξεις, σαν να είναι ρούχα πεταμένα, θα καταφέρεις να με αλλάξεις μα θα έχεις άλλη, όχι εμένα. Άλλαξέ μου τη ζωή, όχι εμένα, κάνε γη και ουρανός να μοιάζουν ένα. Άλλαξέ μου τη ζωή, μη με αλλάξεις, αν με αφήσεις να πετάξω, θα πετάξεις. Όπου με θέλεις θα ταιριάζω, το λίγο μου θα είναι αρκετό σου, θα με κοιτάς και θα σου μοιάζω και θα αγαπάς τον εαυτό σου. Άλλαξέ μου τη ζωή, όχι εμένα, κάνε γη και ουρανός να μοιάζουν ένα. Άλλαξέ μου τη ζωή, μη με αλλάξεις, αν με αφήσεις να πετάξω, θα πετάξεις. Αχ των χειλιών σου τη γραμμή, ποιος έχει ζωγραφίσει, ποιος έχει ζωγραφίσει, και των ματιών σου τη σιωπή, ποιος θα την τραγουδήσει, ποιος θα την τραγουδήσει. Μη με κοιτάς, μη με τρυπάς, με αυτά τα μάτια αφέντες, γιατί η σιωπή καμιά φορά, λέει βαριές κουβέντες. Από των χειλιών σου τον γκρεμό, κάποιος να με γκρεμίσει, κάποιος να με γκρεμίσει, και εκεί που κρύβεις τον καημό, για πάντα να με κλείσει, για πάντα να με κλείσει. Μη με κοιτάς, μη με τρυπάς, με αυτά τα μάτια αφέντες, γιατί η σιωπή καμιά φορά, λέει βαριές κουβέντες. Μη μιλάς, μείνε στο πλάι μου κι αποκοιμήσου. Χαμένες εικόνες από το χτες κρυφά γέννησε η ζωή σου. Γίνεσαι ένα με το όνειρο και με παιδεύεις. Εγώ σε έχω πάρει αγκαλιά κι εσύ σε άλλη γη με γυρεύεις. Περπάτησα στο πλάι σου ξανά μα δε σε γνώρισα. Πάντα μου έλειπες κι ακόμα σε ζητάω. Μη μιλάς, κλείσε τα μάτια σου κι αγκάλιασέ με. Κρυμμένες λαχτάρες και χαρές ξυπνάς μέσα μου, φίλησέ με. Μη μου αρνηθείς όταν θα χαθείς, το όνειρο θα πιω κι όταν ζαλιστώ θα σε βρω. Μη μου αρνηθείς όταν θα χαθείς, βλέμμα μου χλομό κόντρα στον καιρό θα σε βρω. Το σημάδι που είχε γράψει το φιλι πάνω στο κορμί με μια άδεια υπογραφή στην ψυχή. Αν θυμάσαι, μου είχες πει πως δεν μπορεί άλλος να αισθανθεί της δικής σου μοναξιάς τη φωνή. Τώρα στη σιωπή κάνω μια ευχή σε άστρο μακρινό βλέμμα μου ζεστό, να σε βρω. Πίσω θα γυρνώ και θα νοσταλγώ όλες τις στιγμές που ήμασταν μαζί μέχρι χθες. Κάποιο βράδυ που σου ζήτησα να έρθεις έμεινε η σιωπή της χαμένης μου ψυχής μουσική. Στο σκοτάδι καρτερούσα την αυγή μα είχες φύγει εσύ μένει η μέρα αδειανή προσευχή. Μη μελαγχολείς όπου κι αν βρεθείς δώρο μου ακριβό, σε άλλο ουρανό θα σε βρω όταν πληγωθείς, όπου κι αν βρεθείς γύρισε ξανά, θα βρεις αγκαλιά στην καρδιά. Μη μου μιλάς απόψε μη, γιατί ακούω μια φωνή που κάτι μου θυμίζει. Δε θέλω ούτε μουσική βάλε μου λίγη σιωπή και άσε τη να γυρίζει. Σαν κάτι να έπιασα και σαν να ανάβει μέσα μου καντράν με μια θαμπή λυχνία. Ψίθυρος έρχεται βαθύς, λόγια και μάγια της βροχής από παλιά ταινία. Μη μου μιλάς απόψε μη, ας κάνουμε μια δοκιμή να δούμε τι θα γίνει, κλείσε τα φώτα, το νερό, κλείσε την τράπουλα ταρώ και παίρνω την ευθύνη. Το μέλλον είναι ορατό, κατέβασε τον γενικό να σταματήσουν όλα, τραγούδια και πολιτικές, δηλώσεις και στατιστικές, κι ας γίνει καραμπόλα. Μέσα στη σύγχυση αυτή. Μπορεί να χάσω το ένα αυτί, σαν τον παλιό ζωγράφο, Μπορεί κι εγώ να τρελαθώ, Στα ηλιοτρόπια να χαθώ και πια να μη σου γράφω. Μη μου μιλάς απόψε μη, γιατί ακούω μια φωνή που κάτι μου θυμίζει. Δε θέλω ούτε μουσική βάλε μου λίγη σιωπή και άσε τη να γυρίζει. Φέρνει βροχή και τα πουλιά στα χαμηλά πετάνε και τα δικά σου βήματα στο πουθενά με πάνε. Με σκέρτσα και ψευτιές μεθάς στα λούνα παρκ του πόνου κι όλο μου λες πως στη ζωή όλα είναι θέμα χρόνου. Πού θα είμαστε αύριο ποιος ξέρει μην το ρωτάς που πάει το αγέρι ούτε εκείνο το αλητάκι στου πάρκου το υγρό παγκάκι. Πού θα είμαστε αύριο ποιος ξέρει μα ότι ο χρόνος και να φέρει μη νικηθείς πριν από την ήττα μη νυχτωθείς πριν από τη νύχτα. Στα πεζοδρόμια της βροχής στεγνώνουν οι αισθήσεις στην πιάτσα ο φόβος πειρατής πουλάει παραισθήσεις. Ουράνια τόξα κυνηγώ πίσω από ίσκιους τρέχω σαν της φωνής σου την ηχώ σε σένα επιστρέφω Στα Γιάννενα θα μάνιωνα σαν ναμουν ο Αλη πασας αν σε εβλεπα κι αν σε ακουγα φλογέρα ξενη να φυσας. Στα Γιάννενα θα θύμωνα, και με αγρια βόλια και σπαθιά την πολη θα ερήμωνα ως την και την Παραμυθιά. Μα τωρα εδω στο Μόναχο, με βρισκεις ολομόναχο με βαζεις στη Μερσέντες σου κι αρχιζεις τις κουβέντες σου. Ηλία μου, τελεία μου και παύλα σε εχω στη ζωή αν έβλεπες αν ακουγες κι οι δυο μας θάμαστε θεοί θα τρωγαμε θα πίναμε στα ύδατα τα χωρικά κι εμπόριο θα στήναμε με όπλα και σιδερικά. Γιατί πολέμοι γίνονται κι ολα τα φράγκα δίνονται στους Ήφαιστους στους Άρηδες κι όχι στους σαραντάρηδες. Μελίνα μου, πατρίδα μου μη σκέφτεσαι γερμανικά τα φράγκα τους τα μάρκα τους δολώματα σατανικά. Ο πόλεμος κι ο έρωτας δε μοιάζουν ούτε σαν φωτιές, ο ένας καίει τα σύμπαντα κι ο άλλος μόνο τις καρδιές. Παράτα τις κουβέντες σου κι οδήγα τη Μερσέντες σου στην Ήπειρο να φτάσουμε ειρήνη να γιορτάσουμε. Φεύγεις ή μένεις μα πάντα μέσα μου είσαι. Άστρα μού κλέβεις και ύστερα με αρνείσαι. Μη φεύγεις, μη μένεις να μην υπάρχεις θέλω μια ώρα μακριά σου να καταφέρω. Μη φεύγεις, μη μένεις να μην υπάρχεις, μόνο να λιώνω στον χρόνο σαν να μην ήσουνα ποτέ. Δίνεις ή παίρνεις μα πάντα σου χρωστάω. Μια στάλα αγάπη με θάλασσες ξοφλάω. Μη φεύγεις, μη μένεις να μην υπάρχεις θέλω μια ώρα μακριά σου να καταφέρω. Μη φεύγεις, μη μένεις να μην υπάρχεις, μόνο να λιώνω στον χρόνο σαν να μην ήσουνα ποτέ. Μη φεύγεις, μη μένεις να μην υπάρχεις θέλω μια ώρα μακριά σου να καταφέρω. Μη φεύγεις, μη μένεις να μην υπάρχεις, μόνο να λιώνω στον χρόνο σαν να μην ήσουνα ποτέ Μου είπες θέλεις να με δεις κι εγώ περίμενα πως ήρθε τώρα η στιγμή που χρόνια γύρευα κι εσύ μου ζήτησες να μείνουμε δυο φίλοι. Μα τη φωτιά που έχει ανάψει ποιος τη σβήνει;. Μη φοβάσαι την αγάπη που δε γνώρισες, κι αν με φιλία εσύ τον έρωτα τιμώρησες! Έλα να σμίξουμε τους δρόμους της φωτιάς μας, και ας καούνε μες το πάθος τα φτερά μας!!! Εγώ στα μάτια σου ταξίδευα σαν πέλαγα όταν το βλέμμα μου μιλούσε στο δικό σου. Κι εσύ μου έδειχνες τους δρόμους για τον έρωτα, μα εγώ ποθούσα στα κλεφτά ένα φιλί σου. Μες στα γλυκά ματάκια σου μες στα γλυκά σου κάλλη εξέχασα σιγά σιγά κάθε αγάπη άλλη. Μήλο μου και μανταρίνι ότι πεις εσύ θα γίνει. Και τώρα που σε αγάπησα τρελαίνομαι ολοένα και χάνομαι και σβήνομαι αγάπη μου στα ξένα. Έλα με τον ταχυδρόμο που είναι γρήγορος στο δρόμο. Πόσα θυμάμαι να σου πω κι όταν σε δω τα χάνω κι από την αγάπη την πολλή κοντεύω να πεθάνω. Έλα, έλα που σου λέγω μην με τυραννείς και κλαίγω. Εγώ για εσένα τραγουδώ και λες δε σε αγαπάω και λες με τα άστρα του ουρανού τις ώρες μου περνάω. Έλα, έλα με τα μένα και θα ζεις χαριτωμένα Κάθε φορά με περιμένεις όταν μονάχη έξω βγω, με σκέψεις αρρωσταίνεις πως κάτι ψάχνω για να βρω, δείξε μου λίγο εμπιστοσύνη, μην κάνεις σαν μικρό παιδί, σταμάτα τις εφόδους γιατί θα σπάσει το σκοινί. Μην ακούς που λένε διάφορα αφού σε αγαπώ παράφορα. Μακριά σου δεν μπορώ, ταξίδι στο κενό, πού να σου ορκιστώ, σε αγαπώ. Μην ακούς που λένε διάφορα αφού σε αγαπώ παράφορα. Το παραδέχομαι μωρό μου πως έχω κάποιο παρελθόν, γλυκό παράπονό μου εσύ είσαι μέλλον και παρόν, ξέρω, σου λένε πως γυρνάω και κάνω άστατη ζωή, μην τους ακούς γιατί δεν θέλουν να είμαστε μαζί. Μην ακούς που λένε διάφορα αφού σε αγαπώ παράφορα. Μακριά σου δεν μπορώ, ταξίδι στο κενό, μπορεί να τρελαθώ στο λεπτό. Μην ακούς που λένε διάφορα αφού σε αγαπώ παράφορα. Μακριά σου δεν μπορώ, ταξίδι στο κενό, μπορεί να τρελαθώ στο λεπτό. Μην ακούς που λένε διάφορα αφού σε αγαπώ παράφορα. Μη πεις αντίο. Μη με αρνηθείς μη πεις αντίο. Μη με αρνηθείς από την αγάπη πώς να κρυφτείς ποια ευχή να αλλάξεις τι να ονειρευτείς όπου κι αν ψάξεις θα είμαι εκεί. Μη πεις αντίο μη με αρνηθείς μείνε κοντά μου από την αγάπη μη πας να κρυφτείς γιατί φοβάσαι την αλήθεια να δεις. Μη πεις αντίο μη με αρνηθείς έλα να γίνουμε ένα σώμα μία ευχή αγκάλιασέ με και άκου της καρδιάς τη φωνή. Συγχώρεσέ με όλα είσαι εσύ γέλιο και δάκρυ τέλος κι αρχή να σταματήσω πια δεν μπορώ μέσα μου είσαι σε αγαπώ. Μη πεις αντίο γιατί φοβάσαι την αλήθεια να δεις. Μη πεις αντίο έλα να γίνουμε ένα σώμα μία ευχή. Μη πεις αντίο αγκάλιασέ με και άκου της καρδιάς τη φωνή. Μη πεις αντίο μείνε κοντά μου από την αγάπη μη πας να κρυφτείς γιατί φοβάσαι την αλήθεια να δεις. Όλα είσαι εσύ σε αγαπώ. Μη με αρνηθείς. Σε αγαπώ. Μην πεις ξανά πως με αγαπάς προτού να ξημερώσει να μη σε ακούσει ο αυγερινός ζηλέψει και θυμώσει. Γιατί κι αυτός αγάπησε και πρώτος πάντα ορίζει το πρώτο φως της μέρας σου να σε καλημερίζει. Μην πεις ξανά πως με αγαπάς προτού να ξημερώσει να μην τρομάξεις τη σιωπή και πάει να φανερώσει του φεγγαριού που βάλθηκε για σένα να φωτίζει πως άλλονε αγάπησες και πάψει να γεμίζει. Μη περάσεις από τη γειτονιά μου μάγκα μη σε ξαναδώ μπροστά μου. Έμαθα μες το Πασαλιμάνι αγαπάς μια μόρτισσα αλάνι. Τράβα ρε μάγκα και αλάνι τράβα για το Πασαλιμάνι. Από τη μόρτισσα γλυκά φιλάκια κάθε βράδυ γλέντι και χαδάκια. Κι έτσι την περνάς μαζί της φίνα και ξεχνάς να ανέβεις στην Αθήνα. Τράβα ρε μάγκα και αλάνι τράβα για το Πασαλιμάνι. Τώρα πια ρε μάγκα για να ξέρεις με έχασες για πάντα δε θα με εύρεις. Θα γλεντάω μες το Καλαμάκι κάθε βράδυ με το χασαπάκι. Τράβα ρε μάγκα και αλάνι τράβα για το Πασαλιμάνι. Να μη σταθείς στης μοναξιάς μου τη σκιά, κάθε της χάδι θα είναι και μια μαχαιριά. Όμως για λίγο αν τη δεις, σε γοητεύει, την ποθείς, είναι εφιάλτης που δεν μπορείς να φανταστείς. Μην της μιλάς της μοναξιάς στον ενικό να μη θυμώσει και αισθανθείς τον πανικό, αυτόν που αισθάνονται οι τρελοί, μες στου μυαλού τους το κελί οι εξορισμένοι της ζωής οι ναυαγοί. Τη μοναξιά μπορείς ακόμα να τη βρεις, με χίλιους δυο τριγύρω να την αισθανθείς. Έρχεται απρόσκλητη παντού, είναι δική σου, είναι αλλουνού, και τριγυρνάει στους διαδρόμους του μυαλού. Μηνάς μου πως θα με αρνηθείς κάμε το να ξεγνοιάσω για δε βαστώ τέτοια ζωή να τρέμω μη σε χάσω. Καράβια πάνε στο γιαλό και γλάροι στον αέρα μα δεν μπορώ, αγάπη μου, να έρχομαι κάθα μέρα Να ναι ζωή και να μη σε έχω πλάι. Μοιάζει αστείο κακό. Να χω φωνή και να μη σου μιλάει. Τι απομένει να πω. Να στο ζητώ και να μην επιστρέφεις. Είναι χαμένη ευχή. Είναι αμαρτία να το καταστρέφεις. Ότι ζητά η ψυχή. Μια βροχή μου ξεπλένει τα μάτια. Πέφτουν σταγόνες σαν να είναι γυαλιά. Όσα είδα τα σπας σε κομμάτια. Κι από τις εικόνες δεν πίνεις γουλιά. Να ναι πρωί και να μην ξημερώνει. Δε θα μου βγει σε καλό. Να ναι αρχή και να λέω πως τελειώνει. Αυτό δε στο συγχωρώ. Να στο ζητώ και να μην περιμένεις. Είναι για μένα θυμός. Αν είσαι εσύ ο καιρός που απομένεις. Γίνε νερό κι ουρανός. Μια βροχή μου ξεπλένει τα μάτια. Πέφτουν σταγόνες σαν να είναι γυαλιά. Όσα είδα τα σπας σε κομμάτια. Κι από τις εικόνες δεν πίνεις γουλιά. Μια βροχή μου ξεπλένει τα μάτια. Και στο λαιμό τα φιλιά σου θηλιά. Όσα είδα τα σπας σε κομμάτια. Εγώ με σένα θα αλλάξω δουλειά. Μια δοξαριά από βιολί με πλάνεψε χρόνια της νιότης μου ζωντάνεψε. Οι νότες του βιολιού από βροχή παρμένες αργόσυρτες και παραπονεμένες. Άκουσα από παράθυρο μισάνοιχτο να βγαίνει μια δοξαριά κι νιότη μου η περασμένη. Μια νύχτα σαν αερικό που τριγυρνούσα παρέα με τη σιωπή μου περπατούσα. Κάτι στιγμές σαν και αυτή τη μαγεμένη γεννιέται μάλλον μια ζωή και μια ζωή πεθαίνει. Λένε πως γέρασα με αυτά που πέρασα, εγώ τα ξέρω. Σου παραδόθηκα και υποφέρω. Κι αν λέω πως σε ξέχασα, να ξέρεις πως δεν έπαψα βαθιά να σε αγαπώ κι ας μη σου αξίζει. Κι ας ψάχνεις για το δρόμο μου, μην κρίνεις από τη στάση μου, μια εύκολη γυναίκα δε δακρίζει. Πόσο παιδεύτικα, μα δάκρυα ψεύτικα, εγώ δεν ξέρω. Κι αν χαμογέλασα, δεν σε ξεπέρασα και υποφέρω. Ξύπνησα με ένα λυγμό βρέθηκα σε πανικό τρέχω στη νύχτα να αλλάξω εαυτό τα βήματά σου πατώ. Ήσουνα λέει εδώ κι απέναντί σου εγώ άλλαξα χρώμα στους τοίχους μα εσύ ξέβαφες κάθε μου αρχή. Φύγε, φοβάμαι φοβάμαι να σε δω φύγε, η νύχτα δε θα αντέξει και τους δυο φύγε, φοβάμαι όταν θα σε ξαναδώ θα είσαι ότι θέλω να ζω. Τον εαυτό μου κοιτώ σε νιώθω ακόμα εδώ κλείνω τα μάτια και είσαι εκεί παραμιλάς μια ευχή. Τη μια σηκώσαν τη φωνή, την άλλη τα τουφέκια κι αυτός εικοσάχρονο παιδί τυλίστηκε φυσέκια. Και κίνησε στον πόλεμε και που κλειγε η γριά του και του έλεγε σιγά στο αυτί για την αποκοτιά του. Οι στρατιώτες στη σειρά μιλούσαν για τα κάστρα μα αυτός κοιτούσε τα βουνά και μίλαγε για τα άστρα. Πώς φώτιζαν τα μάτια του καθώς στη γειτονιά του φιλούσε κάτω από τη μηλιά την αγαπητικιά του. Τη μια του ρίξαν τουφεκιά την άλλη το μαχαίρι κι απόμεινε στη ρεματιά με σύντροφο το αγέρι. Να του μιλάει για τα παλιά πως έκλαγε η γριά του και του έλεγε σιγά στο αυτί για την αποκοτιά του Πόσο κρατάει ένα φιλί μια ανάσα μόνο, τη δύση είδαμε μαζί και μόνη ξημερώνω. Λόγια της μέρας τα πήρε ο αέρας της νύχτας χάδι, μετά σκοτάδι. Είδα, μια ματιά σου είδα μια φωτοβολίδα κι ύστερα σιωπή. Κι όλα στο εδώ και τώρα πέρασε η ώρα, πέρασες κι εσύ. Πόσο κρατάει μια ματιά τόσο σε ξέρω, μαζί ανάψαμε φωτιά και μόνη υποφέρω. Λόγια της μέρας τα πήρε ο αέρας της νύχτας χάδι, μετά σκοτάδι. Είδα, μια ματιά σου είδα. Μια Μυλοποταμίτισσα του μυλωνά γυναίκα μετάξι κλώθει κι αναλεί και σύρμα μασουρίζει. Εις τσι ουρανούς το διάζεται, στους κάμπους το αναλύσει και στον αφρό τση θάλασσας έστεσε το αργαστήρι. Ο μπέλλος τση επέρασε ρωτά την ίντα φαίνει. Του αφέντη σου ποκάμισο κι εσένα γελεκάκι Ώρες ώρες σε συναντώ. Να γυρνάς στο μυαλό μου. Σαν τραγούδι που άκουσα. Μια βραδιά στο όνειρό μου. Σαν μια πόλη που άφησα. Κάπου πίσω στο δρόμο. Από όλα όσα κράτησα. Να τι απέμεινε μόνο. Μια παγωμένη καρδιά. Για την αγάπη κλειστή. Μια μηχανή που χτυπά. Στην παγωμένη σιωπή. Μια παγωμένη καρδιά. Που δεν μπορεί να δοθεί. Μια παγωμένη καρδιά. Που δεν μπορεί να σωθεί. Δε θα βρεις ένα πέρασμα. Δε θα βρεις μια λέξη. Δε θα βρεις δυο μάτια που. Να μπορεί να πιστέψει. Μια παγωμένη καρδιά. Μια παλιά μουσική σαν το νήμα που με δένει στον καιρό ξαφνικά με καλεί σε μια πόλη πού έχει χρόνια να με δει. Δυο φωνές μαγικές σαν δυο μάγια με τυλίξανε θαρρώ και με κάναν παιδί σε μια πόλη που δεν έχει πια γιορτή. Και γυρνώ σαν σκιά κάθε σπίτι κι ένας φύλακας σκληρός δεν μπορώ να διαβώ το κατώφλι και να μπω. Η πλατεία βουβή και στους δρόμους μια ανείπωτη ερημιά σαν παιδί σε καλώ κι απαντά η ηχώ. Περασμένες πια δυο το ρολόι χτυπά και ρίγος με περνά περασμένες πια τρεις και δε φάνηκε ούτε ο Γιάννης ο μπεκρής. Η πλατεία βουβή, λες κι ο αγέρας ανασαίνει σιωπηλά κι η φωνή μου ξεσπά, μες στο κλάμα σας ζητά. Κι η παλιά μουσική ξαναχάνεται στη λήθη των καιρών και η πόλη ξυπνά από τον ύπνο τον βαθύ. Μέσα στα μάτια σου βλέπω μια πληγή μια σιγή που τώρα με ματώνει, γίνομαι αίμα, μέσα στις φλέβες σου κυλώ, κόντρα με το χρόνο εσύ κι εγώ. Και έμεινε μισή αυτή η αγάπη, μέσα μας κι οι δύο ζούμε ένα κενό με ένα όνειρο κοιμάμαι, ξυπνώ και αυτό σου ζητώ. Μια στιγμή να είμαι εγώ αναπνοή στη ζωή σου μια στιγμή, να μην έχει λογική χωρίς τέλος και αρχή κι ο χρόνος σταματά. Μια στιγμή, κι ας είναι μια σταλιά. Μια στιγμή, στη σκέψη σου να μπω να σου αλλάξω ρυθμό. Τις στιγμές που ζήσαμε μαζί να τις κρύψεις σε ένα συρτάρι, μην ξεχνάς, εγώ θα είμαι εκεί κι ίσως κάποτε βρω το κλειδί και το όνειρο βγει. Μια στιγμή να είμαι εγώ αναπνοή στη ζωή σου μια στιγμή, να μην έχει λογική χωρίς τέλος και αρχή κι ο χρόνος σταματά, μια στιγμή, κι ας είναι μια σταλιά, μια στιγμή, στη σκέψη σου να μπω να σου αλλάξω ρυθμό. Μια τέτοια νύχτα πριν από χρόνια. Κάποιος περπάτησε μόνος. Δεν ξέρω πόσα λασπωμένα χιλιόμετρα. Κάποιος περπάτησε μόνος. Νύχτα και συννεφιά, χωρίς άστρα. Πήγαινε το δρόμο δρόμο. Ξημερώματα, μπήκε στα Γιάννενα. Στο πρώτο χάνι έφαγε και κοιμήθηκε τρία μερόνυχτα. Ξύπνησε από το χιόνι που έπαιφτε μαλακά. Στάθηκε στο παράθυρο και άκουγε τα κλαρίνα. Και άκουγε τα κλαρίνα. Πότε θαμπά και πότε δίπλα του. Πότε θαμπά. Και πότε δίπλα του. Όπως τα έφερνε ο άνεμος. Και άκουσε μετά τη φωνή πεντακάθαρη. Από κάπου κοντά την άκουσε. Σαν αλύχτημα και σαν να την έσφαζαν τη γυναίκα. Κι ούτε καυγάς, ούτε τίποτα άλλο. Χιόνιζε. Όλη νύχτα στα Γιάννενα χιόνιζε. Ξημερώματα, πλήρωσε ότι χρωστούσε και γύριζε στο χωριό του. Στα πενήντα του θα ήτανε. Με γκρίζα μαλλιά και τρεις θυγατέρες, ανύπαντρες. Χήρος τέσσερα χρόνια. Στα πενήντα του θα ήτανε. Χήρος τέσσερα χρόνια. Με τη μαύρη κάπα στις πλάτες. Αχ, το τι χιόνι σήκωσαν. Τι χιόνι σήκωσαν τούτες οι πλάτες. Κανένας δε το έμαθε. Κανένας δε το έμαθε. Κανένας! Μια του κλέφτη δυο του κλέφτη. Τρεις και το έσκασε. Κι άμα δε που θα πιαστεί. Το ξύπνιο το πουλί. Για κοίτα το στο δρόμο, παρέα με το νόμο. Χορεύουν πάνω στο δικό σου ώμο. Κάτω από άγρια κουμάντα. Όσοι σολάρουμε στην μπάντα. Μα όμως κάποιων το βιολί. Ποτέ δε λέει να ακουστεί. Κουρνιάζει μόνη της η σκέψη. Και η ψυχή για να τα αντέξει. Να πουληθεί στην αγορά. Για μιας δεκάρας τη χαρά. Σε μια χάση και μια φέξη να ρεφάρουμε. Ο λύκος στο μαντρί και φτού κι από την αρχή άλλοι πουλάνε ιδέες και άλλοι ορχιδέες. Χορτάσαμε μπαγιάτικες και νέες. Το παιχνίδι αυτό ήταν λίγο αστείο, είχε τέλος πολύ κωμικό και γελάμε κι οι δύο. Μια χαμένη παρτίδα ζωής η δική σου αγάπη, ένα λάθος που αρχίζει νωρίς με θυσίες και πάθη, μια χαμένη παρτίδα ζωής που σε λίγο τελειώνει κι αν υπάρχεις ακόμη, να με νιώσεις ποτέ δεν μπορείς. Στο παιχνίδι αυτό γίναν λάθος κινήσεις, μη ρωτάς γιατί κλαίω λοιπόν, μη με αγγίζεις, να ζήσεις. Μια χαμένη παρτίδα ζωής η δική σου αγάπη, ένα λάθος που αρχίζει νωρίς με θυσίες και πάθη, μια χαμένη παρτίδα ζωής που σε λίγο τελειώνει κι αν υπάρχεις ακόμη, να με νιώσεις ποτέ δεν μπορείς. Μια χωριανή μου πέρδικα του κήπου μου τση βιόλες, άλλες τσιμπά κι άλλες μαδεί κι εξέρανέ τση όλες. Να τη χαλάσεις τη φωλιά, την πέρδικα να διώξεις. Το νου σου στο κεφάλι σου να τον αναμαζώξεις. Μια χωριανή μου πέρδικα ξεσήκωσε το νου μου και δεν αναμαζώνομαι στο σπίτι του κυρού μου. Θα την ταΐζω ζάχαρη να μην την αγριέψω κι όντε κοιμάται η μάνα τζη τη νύχτα θα την κλέψω. Να την εκλέψεις δε βαστάς, είναι μικρή και κλαίει κι ανε της πεις και τίποτα της μάνας της το λέει. Χαθήκανε τα άλλα πουλιά που λεύτερα πετούνε; Υπάρχουνε πολλώ λογιώ και με παρακαλούνε. Το σείσμα και το λύγισμα άλλη καμιά δεν το έχει, μόνο η πετροπέρδικα που είναι στο μετόχι. Πέμψε να βρεις τη μάνα τση, κυδώνι στο μαντήλι, να γίνετε δικολογιά και μπιστεμένοι φίλοι. Πέμπω τση ξαναπέμπω τση, μα δε μου λέει πράμα. Για δε διαβάζει τη γραφή, για χάνεται το γράμμα. Μικιό κοπελιδάκι μου μικιό είσαι μά έχεις νάζι. Ώ μησθητέ μου. Κύριε πόσο σε κάνω χάζι. Μικιό κοπελιδάκι μου έλα να αγαπηθούμε να δεις μια πάρτη χωριανούς σε πόση ώρα σκούνε. Μικιό κοπελιδάκι μου κι αν είχες λίγο μπόϊ θα ήσουν ωραιότερη από όλο σου το σόϊ. Μικιό κοπελιδάκι μου αφράτο σαν τον άρτο που άμα γελάσεις κάνουνε τα μάγουλά σου λάκκο. Μικρασιάτισσες κυράδες νανουρίσματα ουσάκ σατανάδες και παπάδες τζιβαέρια και σαμπάχ χτες το βράδυ στο όνειρό μου στήσανε γιορτή ήξερα το διπλανό μου με αγαπούσαν οι εχθροί. Κι όταν ήρθε το πρωί οι ιστορικές κυράδες ζητιανιά στους μαχαλάδες πλιάτσικο οι πολιτευτάδες οι ευσεβείς τάχα παπάδες τεμενάδες σε φονιάδες η ζωή μου συμπληγάδες κι οι εχθροί μου πάλι εχθροί. Ζεϊμπέκικο απτάλικο για το κακό και το άδικο για το κακό και το άδικο χορεύει η ψυχή μου σε ένα ντουνιά κατάδικο της εθνικής σκυλάδικο της εθνικής σκυλάδικο και κλαίω από τη ντροπή μου. Μπαγλαμάδες και τζουράδες με κουρντίσματα παλιά Έλληνες ισοψαλτάδες ντέφια και βιολιά φωτιά χτες το βράδυ στο όνειρό μου χύμα το κρασί φχαριστούσα το θεό μου αγαπούσα τη ζωή. Κι όταν ήρθε το πρωί δίχως αφορμή ροκάδες ανυποψίαστοι ραγιάδες στην Κορώνη έχουν μπαρμπάδες ανθρωπόμορφοι λεφτάδες αναλφάβητοι σκυλάδες η ζωή μου. Συμπληγάδες κι οι εχθροί μου πάλι εχθροί Ζεϊμπέκικο απτάλικο. Είδα στις μικρές αγγελίες άτομα να ψάχνουν φιλίες. Κι έτσι όπως ένιωθα μόνη. Για πλάκα. Πήρα ένα χοντρό μαρκαδόρο. Κι έκανα στην πλήξη μου δώρο. Κάποιο αριθμό τηλεφώνου. Που έληγε σε οχτώ. Όπως την ώρα του φόνου. Παίρνεις το εκατό. Έναν αριθμό. Ανθρώπου μόνου. Μιλούσε. Κάποιος μάλλον τον απασχολούσε. Κάποιος άλλος μόνος τον καλούσε. Η μοναξιά τους θα κολλούσε. Είδα λίγο πιο παραπέρα άτομα να κάνουν καριέρα. Τη μοναξιά των ανθρώπων. Για σκέψου άρχισα να τους σημειώνω. Μήπως βρω έναν άνθρωπο μόνο. Για μια απλή γνωριμία. Ίσως ξεχαστώ. Κι άμα υπάρχει χημεία. Να παραδοθώ. Κάπου να χωθώ. Στην τρικυμία. Καλούσε. Κι ούτε μια ψυχή δεν απαντούσε. Κάποιος μάλλον βρήκε τι ζητούσε. Η μοναξιά του ίσως αρκούσε. Να ταν μια ψυχή και να απαντούσε. Φτιάχνω ένα χάρτινο ουρανό και μπογιαντίζω τη ματιά μου ότι χρωστώ είναι αληθινό κι ότι σας δίνω χάρισμά μου. Θέλω καθετί το χέρι μου να καίει όταν αγγίζω θέλω η μέρα μου να σπάει στα δυο κουράστηκα να πρέπει να κερδίζω. Κλείνω το μάτι στη βροχή ξαναμοιράζω το παιχνίδι ότι μας στήνουνε θα έρθει μα το έχω καταργήσει ήδη. Κάθε σκέψη μου αληθινή να γίνει όταν νομίζω θέλω η μέρα μου να σπάει στα δυο κουράστηκα να πρέπει να κερδίζω. Θέλω κάθε τι το χέρι μου να καίει όταν αγγίζω θέλω η μέρα μου να σπάει στα δυο βαρέθηκα τα πρέπει σας Όμορφη μικρή, μα ζωή πικρή σε πολλών κρεβάτια. Ήταν δηλαδή γελαστό παιδί, με θλιμμένα μάτια. Τη βραδιά που σμίξαν, ουρανοί ανοίξαν κι άστρα πέφτανε βροχή κι έφευγε η ψυχή με τα χελιδόνια, που μισεύουν χρόνια τέτοιαν εποχή. Σε αγαπώ, κι ότι έχεις αγαπήσει θα το αγαπώ. Νέος στο χωριό, πήρε το φευγιό κι έφτασε στην πόλη. Βλέμμα κοφτερό, δρόμο πονηρό πήρε, λέγαν όλοι. Κι ένα μεσημέρι τού έστησαν καρτέρι στου θεού την ερημιά και φωνή καμιά, όταν από το χέρι πήγε το μαχαίρι ίσια στην καρδιά. Μάτια μου μελιά, σύννεφα, πουλιά κι όνειρα περνούνε. Μάτια μου, μην κλαις, μέσα σου να λες, οι αγάπες ζούνε. Μες από την πληγή μου, ουρανέ και γη μου, κρύφιες κι άδηλες πνοές, μακρινές θεές, ρίξανε στη λίμνη, στη βαθιά μου μνήμη, αλλωνών ζωές. Μες στη νυχτιά, μες στη νυχτιά που έχει η ματιά σου κάθε φορά που σε ρωτάω στα αλήθεια αν με αγάπησες, αν με αγάπησες. Κάθε φορά, κάθε φορά που συλλαβίζω το πιο γλυκό σου ψέμα, το πιο πικρό σου βλέμμα. Μικρή νεράιδα πώς μπορείς με την καρδιά να παίζεις; Ποτέ σου δε με αγάπησες. Η νύχτα κρύβει ψέμα. Κάτω από τη δαμασκηνιά. Θα ξαπλώσω την αρίδα. Θα έρθει και μια κορασίδα. Ίδια στάλα από δροσιά. Σπάει η νύχτα σαν το τζάμι. Ήλιος πηδάει από το βουνό. Το κορμί σου απά στο χάνι. Σάλεψέ μου το μυαλό. Μικρό μου αλαφοΐσκιωτο και παραχαϊδεμένο ποια λέξη μου σε πλήγωσε και μοιάζεις λυπημένο; Εσύ δεν είσαι για να κλαις, για να παραπονιέσαι. Ποιο λάθος μου σε πίκρανε κι απόψε δε μιλιέσαι; Να τιναχτώ σαν χορευτής της πίκρας σου εκδικητής κι αφέντης της χαράς σου. Μικρό μου, να σε ξαναδώ, χαρούμενο και γελαστό να ανοίγεις τα φτερά σου. Μικρό μου απαρηγόρητο και παρεξηγημένο ποια νύχτα μου σε αδίκησε και λες πως νιώθεις ξένο; Κράτα το τιμόνι σταθερό. Θα αλλάζω τις ταχύτητες για σένα. Πιάσε τον επόμενο σταθμό. Κι άσε να σε ανάψω το τσιγάρο εγώ. Μην ακούς τι λένε οι πολλοί. Μόνοι μας το φέρνουμε καλά πάντα βόλτα. Πρόσεχε μονάχα το νερό. Δρόμο έχουμε πολύ. Μικρό μου θαύμα εσύ. Φωτιά και προσευχή. Μη σου περνάει από το μυαλό πως θα σε αφήσω. Ούτε για μια στιγμή δεν ψάχνω αφορμή. Εγώ για σένα όλη τη γη θα περπατήσω. Κι αν δεν πιστεύεις ούτε λέξη από όλα αυτά. Στα μάτια κοίτα με καλά. Κράτα το τιμόνι σταθερό. Και μην κοιτάζεις τα σταματημένα. Δώσε μου έναν όρκο δυνατό. Κι άσε το φιλί να σου δώσω εγώ. Μην ακούς τι λένε οι πολλοί. Κλείσε τα παράθυρα και τράβα την πόρτα. Άκουσε μονάχα τον καιρό. Πριν μας φτάσει η βροχή. Μικρό μου θαύμα εσύ. Φωτιά και προσευχή. Μη σου περνάει από το μυαλό πως θα σε αφήσω. Ούτε για μια στιγμή δεν ψάχνω αφορμή. Εγώ για σένα όλη τη γη θα περπατήσω. Κι αν δεν πιστεύεις ούτε λέξη από όλα αυτά. Στα μάτια κοίτα με καλά. Και να, τι θέλω τώρα να σας πω. Μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας, φράξαν το δρόμο σε έναν άνθρωπο. Αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο εκεί που εβάδιζε. Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχουμαι να υψώσω το κεφάλι στα αστροφώτιστα διαστήματα. Θα πείτε, τα άστρα είναι μακριά κι η γη μας τόση δα μικρή. Ε, το λοιπόν, ότι και να είναι τα άστρα, εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω. Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει, είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε. Κλαίγω δε χύνω δάκρυα ανάβω μα δεν κλαίγω και συ σκληρέ που μου έκαψες στον κόσμο θα το λέγω. Θα προσπαθήσω να περάσω από τα χρόνια σαν μια ιδέα που περνάει από το μυαλό και σαν τσιγάρο που θα σβήσει σε μπαλόνια θα πέσω πάνω στης ζωής μου το σκοπό. Και κάθε βράδυ θα σκαρώνω μια ιστορία που θα έχει ήρωα τον άλλο μου εαυτό αυτόν που ζει μόνο μέσα στη φαντασία και είναι έτοιμος να κάνει φονικό. Και θα στήσω σημαίες στις κορφές μου για να φαίνονται οι αντοχές μου. Με μια πίστη μισή και στο χέρι μια ευχή λίγη άμμο από τις ακρογιαλιές μου. Θα προσπαθήσω να περάσω από τα χρόνια όπως περνάει από το δρόμο ένα παιδί φάλτσα σφυρίζοντας και με λυτά κορδόνια θα φτάσω απέναντι να κλείσω τη γιορτή. Και κάθε βράδυ θα σκαρώνω μια ιστορία που θα έχει ήρωα τον άλλο μου εαυτό αυτόν που ζει μόνο μέσα στη φαντασία και είναι έτοιμος να κάνει φονικό. Και θα στήσω σημαίες στις κορφές μου για να φαίνονται οι αντοχές μου. Με μια πίστη μισή και στο χέρι μια ευχή λίγη άμμο από τις ακρογιαλιές μου. Του έρωτα το περιθώριο εμπόριο λίγα χιλιάρικα κι η μέθη στοργή για όλα τα μεγέθη δίχως όριο. Από την αγάπη του πλησίον φτιάχνεται η λάσπη και το ψέμα και το μίσος από την αγάπη του πλησίον να φυλαχτούμε ίσως. Του έρωτα το μονοπώλιο ειδώλιο στο μακιγιάζ ιδρώτας κόμποι να περιγράφουνε το λόμπυ δίχως σχόλιο. Από την αγάπη του πλησίον φτιάχνεται η λάσπη και το ψέμα και το μίσος από την αγάπη του πλησίον να φυλαχτούμε ίσως Καλοκαίρια θλιμμένα βουτηγμένα στο ψέμα, μοναξιά. Βουτηγμένος στη λάσπη τώρα πια σε έχω χάσει οριστικά. Δε θα ψάξω για λάθη ότι βρω θα είναι αγκάθι στην καρδιά. Κουρασμένο φεγγάρι εσύ με πήρες χαμπάρι μοναχά. Μοναξιά. Απλώνω το χέρι μου να πιάσω το βουνό κι ο ουρανός μια βουτιά στη θάλασσα. Στο μοναστήρι των παιδικών μου χρόνων ψάχνω να δω τι έχει μείνει τώρα. Κοιτάω να δω ο χρόνος τι άφησε. Τα δέντρα έχουν γίνει στάχτη κι η θλίψη τα έχει όλα σκεπάσει. Έχουν αλλάξει, όλα έχουν αλλάξει. Γυμνό φεγγάρι πλένεται στην πέτρινη βρύση. Γεννιέται η μνήμη στο ρυθμό κι η θύμηση στήνει χορό σε ένα τοπίο που ησυχάζει. Μα εγώ να φύγω θέλω μια ζάλη με κρατάει σκυμμένο. Απλώνω το χέρι μου να πιάσω το βουνό κι ο ουρανός μια βουτιά στη θάλασσα. Έχουν αλλάξει όλα. Αγάπες γνώρισα πολλές καμιά όμως, στα αλήθεια, δεν μου έχει δώσει την χαρά, δε μου έγινε συνήθεια μονάχα εσύ, αγάπη μου, γλυκιά μου, συντροφιά μου, αν μου έλεγες πως με αγαπάς, θα έβρισκα την χαρά μου. Μονάχα εσύ, αγάπη μου, μπορούσες το γέλιο στην καρδιά μου να σκορπάς, μονάχα εσύ, στα αλήθεια, αν με αγαπούσες, μονάχα εσύ, στα αλήθεια, αν με αγαπάς. Μονάχα εσύ, με ένα φιλί σου μόνο, αν ήθελες, αγάπη μου χρυσή, θα μου έδιωχνες από την καρδιά τον πόνο θα μου έδινες χαρά, μονάχα εσύ. Μονάχα εσύ, με ένα φιλί σου μόνο, αν ήθελες, αγάπη μου χρυσή, θα μου έδιωχνες από την καρδιά τον πόνο θα μου έδινες χαρά, μονάχα εσύ. Είναι βραδιές που θέλω κάπου να μιλήσω, από ένα χέρι να πιαστώ, να βγω έξω να ζήσω, για ένα τσιγάρο, ένα ποτό, να πιάσω κάποιον να του πω. Δώσε μου το χρόνο σου. Κι εγώ θα γείρω το κεφάλι μου στον ώμο σου. Μα η τρομαγμένη μου καρδιά μου λέει. Δε γίνεται. Στου πρώτου άγνωστου το πρώτο γεια δεν παραδίνεται. Εγώ δεν ξέρω αν έχω στάλα λογική. Φτάνω στο σπίτι, λέω μπαίνω φυλακή. Εκείνος έρχεται κοντά μου, με αγκαλιάζει κι ύστερα μόνος στα προβλήματα βουλιάζει. Παραπονιέται, βλαστημάει τον εαυτό του, και λίγο πριν το τελευταίο χασμουρητό του με πιάνει κρίση, σέρνεται απάνω μου τον έρωτα να ζήσει. Κι εγώ είμαι μόνη, για χρόνια έχτιζα έναν τοίχο. Ύστερα τρόμαξα και θέλησα να φύγω. Άρχισα τότε με αγωνία να γκρεμίζω, να λέω, βοήθα με, Χριστέ και να δακρύζω. Πήρα τους δρόμους και διέξοδο ζητούσα, χαμένα όνειρα και χρόνια κυνηγούσα. Καπνός και σκόνη, και όλα γύρω μου φωνάζουν είμαι μόνη. Οι πιο μεγάλες νύχτες είναι αυτές που κλαις και δε σε ακούν. Θυμίζουνε γυναίκες, μοναχικές γυναίκες που πονούν. Εσύ που με έκανες τον έρωτα να νιώσω εσύ που με έκανες να νιώσω την ζωή, έλα στα χείλη σου τα χείλη μου να δώσω και να μεθύσω από αγάπη ως το πρωί. Μόνο κοντά σου θέλω να ζήσω στην αγκαλιά σου να ξεψυχήσω. Κοντά σου ένοιωσα τις ομορφιές του κόσμου μαζί σου είδα η ζωή να μου γελά, έλα και γίνε τη νύχτα αυτή σύντροφός μου κι ας βυθιστούμε μέσα σε όνειρα τρελά. Μόνο κοντά σου θέλω να ζήσω στην αγκαλιά σου να ξεψυχήσω. Γύρισες; πρέπει να φας. Ποτέ σου πια δε με φιλάς λες κι έχεις κάτι. Δεν είχα ύπνο ήρθα να πιω λίγο νερό και σε άκουσα δεν είναι τόσο τρομερό. Να προσέχεις να μην μπλέκεις ότι θες εδώ το έχεις. Δεν είχα ύπνο είπα να κάνω ένα τσιγάρο και σε άκουσα. Δε σε τσεκάρω. Πες μου μόνο, είσαι εντάξει; Να προσέχεις με το αμάξι. Να μην πίνεις με το αμάξι. Πέσε τώρα να ξαπλώσεις, σου έχω στρώσει κουταβάκι που δε λέει να μεγαλώσει. Μοιάζει να είναι αστείο. Ένας μονόλογος για δύο. Σε ένα θέατρο κωφών. Αν παίζαμε λοιπόν. Θα αξίζαμε βραβείο. Πλάι στου κήπου τη μιμόζα. Πήραμε τη γνωστή μας πόζα. Βρήκαμε λόγια φθονερά. Βέλη φαρμακερά. Κι αρχίσαμε τη πρόζα. Εγώ δεν ξέρω να αγαπώ. Και εσύ δεν νοιάζεσαι. Να βρεις ποιος είμαι εγώ. Κάποτε έλεγα αν σε έχανα. Από έρωτα θα πέθαινα. Τώρα βρέθηκα από του έρωτα. Τον θάνατο να ζω. Σε ένα μουσείο. Σε έναν μονόλογο για δύο. Ξέρω, περίσσεψαν τα λάθη. Και μας μαράθηκαν τα άνθη. Από την τριανταφυλλιά. Ξεθύμανε η ευωδιά. Κι απέμεινε το αγκάθι. Ένας μονόλογος για δύο. Σε αυτών των λέξεων το σφαγείο. Δε σε ακούω, δεν με ακούς. Και γέμισε καπνούς. Της μνήμης μας το αρχείο. Φταίω που δεν ξέρω να αγαπώ. Και εσύ δεν νοιάζεσαι. Να βρεις ποιος είμαι εγώ. Κάποτε έλεγα αν σε έχανα. Από έρωτα θα πέθαινα. Τώρα βρέθηκα από του έρωτα. Τον θάνατο να ζω. Σε ένα μουσείο. Σε έναν μονόλογο για δύο. Ερωτευμένο ζευγαράκι. Σε είχα πάρει από το χεράκι. Και είχαμε βγει στον πηγαιμό. Μα βρήκαμε γκρεμό. Αντί για την Ιθάκη. Ήρθα στο σπίτι αυτό σαν βασιλιάς κάποιος ψιθύρισε στο αυτί μου σαν αέρας έκλεισε η πόρτα πίσω μου με μιας σεντόνια φως που ξεδιπλώνει ο αχός της μέρας. Κίνηση και φωνές, ατέλειωτες σιωπές, μια στάλα πόνος σφραγίδα η αφορμή που με απειλεί και με κινεί ήταν πρωί κι ήταν φωτιά, σκέψη υγρή μου πλάθει ένα κορμί ένα κορμί, μια φυλακή. Η μάνα μου είναι αιτία, με κρατάει σφιχτά στα γόνατά της γνέθει και κοιτάει μπροστά μπροστά και πίσω ο φόβος μου ένας δρόμος μου δείχνει αρχή, με πιάνει ταραχή και μένω μόνος. Ήρθα στο σπίτι αυτό σαν βασιλιάς κοίτα πως έχουμε ζεστάνει άγρια χρόνια στέκομαι στο αέρα και γελάς μακάριοι οι τρελοί, σε αιώνια διαδρομή κάτι μας λείπει. Τη μια μονότονη ημέρα άλλη μονότονη, απαράλλαχτη ακολουθεί. Θα γίνουν τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι. Οι όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφήνουν. Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα. Αυτά που έρχονται, κανείς εύκολα τα εικάζει. Είναι τα χθεσινά, τα βαρετά εκείνα. Και καταντά το αύριο πια, σαν αύριο να μη μοιάζει. Κουράστηκαν οι ώρες μου να σε περιμένουν, εγώ πίσω από τον ίσκιο σου κι εσύ αλλού τραβάς, κορμί μου, εγώ σου τα έλεγα, όσοι αγαπούν παθαίνουν, γέρνεις απάνω στον ώμο της και στο τσιμέντο σπας. Μου χρωστάς τα όνειρα που έκανα για εσένα, τον κόσμο που σου έφτιαξα κι άφησα από έξω εμένα. Ποτέ, που λες, δεν κράτησα τίποτα και για εμένα, έδινα πάντα κι έκανα τους άλλους δυνατούς, αργά, μα το κατάλαβα, στης μοναξιάς τα ξένα, πως, της καρδιάς τα σύνορα, δεν έχουνε φρουρούς. Μου χρωστάς τα όνειρα που έκανα για εσένα, τον κόσμο που σου έφτιαξα κι άφησα από έξω εμένα. Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα πολύτροπον ος μάλα πολλά πλάγχθη, επεί Τροίης ιερόν πτολίεθρον έπερσε πολλών διά ανθρώπων ίδεν άστεα πολλών δια ανθρώπων ίδεν άστεα. Τραγούδα μούσα μου γλυκό σκοπό, ψιθύρισέ μου λόγια, για τον τρανό Οδυσσέα να σας πω που κάνει δρομολόγια. Από νησί ξανά σε άλλο νησί, στα πέλαγα πλανιέται, μα την Ιθάκη πάντα που ζητά, ποτέ δεν απαρνιέται. Από θεριό σε άλλο θεριό ξανά κι από το φιλί στον Άδη και πάλι τώρα ανασταίνεται με μαγικό μαγνάδι. Όμορφη πού είναι η Κίρκη, η Καλυψώ η Ναυσικά με τόπι, όμως καμιά ποτέ δεν τον κρατά μακριά από την Πηνελόπη. Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα πολύτροπον και στα ταξίδια του κάνε με σύντροφο. Τον άνδρα ψάλε μου που είδε τόπους πήγε και γνώρισε άλλους ανθρώπους. Όμηρε, γέρο ποιητή αιώνες βάζεις τώρα τον Οδυσσέα να λέει στον άνθρωπο προχώρα. Γιατί τη Σκύλα και τη Χάρυβδη αυτός τις προσπερνάει, με το μυαλό του σύμμαχο εμπόδια ξεπερνάει. Άνδρα μου έννεπε, Μούσα πολύτροπον και στα ταξίδια σου κάνε με σύντροφο. Τον άνδρα ψάλε μου που είδε τόπους, πήγε και γνώρισε άλλους ανθρώπους. Αισθήματα έχω αδερφικά για της ασφάλειας τα φτωχά λαγωνικά που με χιόνια και βροχές να με φυλάνε έχουν διαταγές. Μικρόφωνα βάζουν για να ακούν όσα από το στόμα μου περνούν τραγούδια και βρισιές κι αστεία στον καμπινέ και στην τραπεζαρία. Αδέρφια μου ασφαλίτες, εσείς μόνο τον δικό μου ξέρετε τον πόνο. Εσείς ξέρετε πως η σκέψη μου είναι διαρκώς τρυφερή και παθιασμένη στον αγώνα αφιερωμένη. Λόγια που αλλιώς θα είχαν χαθεί στα μαγνητόφωνά σας έχουνε γραφτεί. Και για ύπνο όταν πάτε τα τραγούδια μου ξέρω τραγουδάτε. Ευχαριστώ για αυτό πολύ συνεργάτες μου πιστοί. Φονιά, αγιογδύτη, αλήτη, σιχαμένο ρεμάλι του μπορντέλου, μαυλιστή, από τις χοντρο Μαργκό σου μολεμένο να κρατήσει το σάπιο σου κορμί σχάθη ως και της κρεμάλας το σχοινί. Όμως, θρεφτάρι εγώ της ηθικής, υπογραμμός αστού νομοταγή, αιστάνομαί σε εντός μου να αναζείς. Βαριά από το ριζικό σου χτυπημένο ίσια στο βούρκο σε έριξε η ζωή. Γιομάτο από πληγές, αρρωστημένο, ίδιο αχαμνό ψωριάρικο σκυλί, όλοι σε διώχναν. Μόνη στοργική να σε δεχτεί η αγκαλιά της φυλακής. Με αυτήν την πίκρα μέσα στην ψυχή αιστάνομαί σε εντός μου να αναζείς. Μα εσύ, με κέφι αψύ, διαολεμένο, με γλώσσα έξω από το νόμο και ντροπή το στίχο σου ξαπόλαες δουλεμένο με δύναμη, φωτιά, ζωντάνια ωμή πιο βαρύ κι από γρόθο στη σκληρή τη μοίρα σου κατάμουτρα. Μα αυτής της μάχης σου τα τρόπαια θριαμβευτή αιστάνομαί σε εντός μου να αναζείς. Πρίγκιπα του κριμάτου, μα ποιητή, πατέρα εσύ της τέχνης της τρανής που παίρνει ζωή από τη φλόγα της ζωής, οι στίχοι σου είναι πάντα σημερνοί. Νόμου, τόπου και χρόνου νικητή, αιστάνομαί σε εντός μου να αναζείς. Απαγγελία Κολέηδες στη γλεντζέδικη αλητεία, τους μπούφους σημαδεύετε καλά σε κάθε αναμπουμπούλα ή φασαρία και κάνετε στις τσέπες τους βουτιά. Αβέρτα καμακίζετε πουγγιά. Όμως από τη ρόδα προσοχή μην οργώσει τη μούρη σας βαθιά η γκριμάτσα του πόνου η φριχτή. Με την κρεμάλα δε χωρούν αστεία, μη πάει και τη γευτείτε στα σωστά και τα κορμιά σας ρέψουνε τα κρύα πάνω στου Μονφωκόν τα πατερά. Άστε τα μαύρα, τα άσπρα μοναχά βουτάτε και φευγάτε στη στιγμή, πριν από το κρύο δαρμένοι του βοριά κάμετε τη γκριμάτσα τη φριχτή. Παντού όπου πάτε ζήστε με αγυρτεία ως να έρθει κι η στιγμή για την κλεψιά, αργάστε δίχως λύπηση καμία αυτών των κουτοτράγων την προβιά. Κι αν σας το λέει μάλιστα η καρδιά δώστε τους και φαρμάκι. Προσοχή μονάχα μην καμιά φορά κάμετε τη γριμάτσα τη φριχτή. Παντού όπου πάτε ζήστε με αγυρτεία ως να έρθει κι η στιγμή για την κλεψιά, αργάστε δίχως λύπηση καμία αυτών των κουτοτράγων την προβιά κι αν σας το λέει μάλιστα η καρδιά δώστε τους και φαρμάκι. Προσοχή μονάχα μην καμιά φορά κάμετε τη γριμάτσα τη φριχτή. Πρίγκιπα, όποιος δεν έχει πονηρία, για να ξεφύγει αυτό ας ακουρμαστεί. Μπρος στη φούρκα οι χαζοί με απελπισία κάνουνε τη γκριμάτσα τη φριχτή. Μάτια που γυαλίζουν στις γωνίες. Τρύπες από σύριγγες ηχούν. Στα στενά σοκάκια οι αγωνίες σέρνονται και σε ακολουθούν. Κατέβηκες στα στέκια του Περαία. Μέσα από δρομάκια σκοτεινά. Κοιμήθηκες αργά στην προκυμαία Γιάννη πες μου ποιος σε κυνηγά. Το πρωί καράβι για τη Θύρα βρέθηκες στην Οία να μεθάς με δυο Αγγλίδες κι άλλη μια Γαλλίδα Γιάννη πες μου αν τις αγαπάς. Κάποια μαύρη πήρες μέσα το πλοίο που ήρθε από το Μαρόκο να σε βρει έφτανε για να μην κάνει κρύο κι αύριο ποιος ξέρει τι θα βγει. Στήνεις μια κομπίνα στην Αθήνα κάτι λέει με κάνναβη Ινδική το έγραψαν μάλιστα κι οι εφημερίδες κι έτσι βρέθηκες στη φυλακή. Φτήνια μέσα κι ότι θέλεις ότι η ψυχή τραβάει θα το βρεις χρήμα να έχεις μόνο να πληρώνεις ή καρφί να γίνεις ή στηθείς. Πέσανε τα μέσα με ένα θείο που ήξερε ανθρώπους ειδικούς χάθηκε μισό ξενοδοχείο και να είσαι έξω, μέσα σε τρελούς. Άκουσες να λεν για τη Βομβάη σκέφτηκες να πας και προς τα εκεί εκεί που οι τροβαδούροι λεν πεθαίνουν πριν να ξημερώσει το πρωί. Είπαν πως οι μπάτσοι σε βουτήξαν κι άλλοι πως γυρνάς στην Αφρική. Πέταξες ψηλά κι ας λεν σε ρίξαν Γιάννη δε σε χωράει όλη η γη. Κιθάρες θα σου πρέπαν συνοδεία σε μια μερσέντες πάνω ασημιά ροκ ορχήστρα θα είναι η κομπανία μόνο που δε θα είσαι εκεί πια Γιάννη σε θυμάμαι, δε στο κρύβω μαζί με ζήλια ίσως και θυμό κινήσαμε παρέα μα σε λίγο έφυγες εσύ κι έμεινα εγώ. Θα ξεκλειδώσω την καρδιά και μέσα θα σε βάλω και θα τσακίσω τα κλειδιά μπλιό μου να μη σε βγάλω. Πού είναι ο καιρός απού είχαμε κι οι δυο καημό μεγάλο πότε θα ξημερώσει ο Θιος να δούμε ο γεις τον άλλο Φέρε το μπλε σου πιο κοντά να δεις πόσο σου μοιάζω, κλείσε το μάτι στη ζωή, τον θάνατο ξαφνιάζω. Δώσε στα πλήκτρα σου ρυθμό να κάψουνε τα φρένα γιατί ο ήλιος ξενυχτά κι ανάβει από σένα. Πιάστηκαν ήλιοι στα μαλλιά κρύφτηκαν τα υπόγεια και η αγάπη αναζητά της άνοιξης τα λόγια. Μίλα μου για την άσφαλτο που έστρωσες σεντόνι κι έχανε η μέρα χρώματα και άρχισε να λιώνει, κάνε τον χρόνο έρωτα ποτέ να μην τελειώνει. Φέρε τα μάτια πιο κοντά, στιγμές να προσπεράσουν και τα θαμπά φεγγάρια μας στην έξοδο να φτάσουν. Δώσε στα πλήκτρα σου ρυθμό να κάψουνε τα φρένα γιατί ο ήλιος ξενυχτά κι ανάβει από σένα. Σηκώθηκε αέρας στο ράγισμα της μέρας εικόνες με ακολουθούν στιγμές που δε θα ξαναρθούν. Ελπίδες πυρωμένες πιστώσεις παγωμένες τα πιο ακριβά μας μυστικά φτηνά στις μάντρες υλικά. Στη μέσα μου αρένα αμάξια δίχως φρένα δίχως αμπάριζα καμιά στήνω χορό στην ερημιά. Αυτά που έχω αρνηθεί τα συναντώ σε μια στροφή του άδειου δρόμου στη προσευχή ενός παιδιού στην αγκαλιά του σκοταδιού και στο όνειρο μου. Παίζει ένα μπολέρο για πού τραβώ δεν ξέρω σε όλα μέσα από όλα εκτός σαρανταδυό έτη φωτός. Σε μάτια αστερωμένα τα μάτια μου χαμένα θαμπές μορφές ιδανικές σε άγνωστες χώρες μαγικές. Ωραίες αυταπάτες διαμάντια μου και στάχτες δίχως αμπάριζα καμιά στήνω χορό στην ερημιά. Μπορεί μια ξένη αγκαλιά να ερωτεύτηκες, μπορεί να πήρες τη ζωή και τη χαρά μου, μα δεν μπορεί, όσο αχάριστα κι αν φέρθηκες να με εμποδίσεις να σε βλέπω στα όνειρά μου. Μπορεί να με άφησες, μπορεί, μπορεί να πόνεσα, μπορεί, μα δεν μπορεί καμιά ελπίδα να μου σβήσεις πως κάποτε αγάπη μου σε εμένα θα γυρίσεις. Μπορεί να λες ότι κοντά μου πια βαρέθηκες, μπορεί να καις σε μια φωτιά τα περασμένα, μα δεν μπορεί, όσο αχάριστα κι αν φέρθηκες να με εμποδίσεις να αγαπώ μόνο εσένα. Μπορεί να με άφησες, μπορεί, μπορεί να πόνεσα, μπορεί, μα δεν μπορεί καμιά ελπίδα να μου σβήσεις πως κάποτε αγάπη μου σε εμένα θα γυρίσεις. Άλλοι φουμάρανε στο Μπρονξ κι άλλοι κάτω από τα αμπέλια. Άλλοι τρομπέτες παίζανε κι άλλοι βαρούσαν τέλια Όλοι τα ίδια λέγανε, την ίδια αγάπη κλαίγανε. Μυρίζουν οι βασιλικοί μυρίζουν κι οι βαρσάμοι μα σαν μυρίζει ο φρόνιμος βαρσάμια δε μυρίζουν, βαρσάμια ουδέ βασιλικοί ουδέ καρεφυλλάτα. Μυρίζει εκειά που πορπατεί μυρίζει εκειά από που στέκει. Όχι, δεν έφευγες, ερχόσουν και το παιδάκι που είχα κρύψει τριάντα χρόνια μες τη θλίψη το σκοτωμένο, το λυπόσουν. Κι έβλεπα φύλλα στον αέρα κι ο δρόμος μύριζε μαστίχα και δε σε γύρευα, σε είχα στην πόλη αυτή που κάθε μέρα με αγαπούσες κι άνθιζε. Και τώρα νυχτώνει βροχές δολοφόνοι, αρρώστησε ο κήπος μετάνιωσες μήπως; Όχι είσαι εδώ κι εδώ θα είσαι πράσινα, κόκκινα τα τρένα αυτά που σε έφερναν σε μένα σφυρίζαν, μην πεθάνεις, ζήσε. Κι έφεγγαν όλα πέρα ως πέρα κι έπαιζε γιορτινά η μπάντα λες κι ήσουν δίπλα μου από πάντα στην πόλη αυτή που κάθε μέρα με αγαπούσες κι άνθιζε. Και τώρα νυχτώνει βροχές δολοφόνοι αρρώστησε ο κήπος με ξέχασες μήπως; Όχι, δεν ξέχασες, θυμάσαι παίζαν και με έχαναν οι μοίρες ήρθες μακριά τους και με πήρες είσαι παντού και πάντα θα είσαι. Μέσα το βιολί και τη φλογέρα μες στα παιδιά που παίζουν έξω πες το όνομά μου και θα τρέξω στην πόλη αυτή που κάθε μέρα με αγαπούσες κι άνθιζε. Στρωμένα σεντόνια δεν έχει ύπνο απόψε για κάποιους το βράδυ. Περνάνε τα χρόνια κι εγώ με τις ώρες μαθαίνω σημάδι. Λυπάσαι για μένα που δεν αγαπήθηκα όσο μού αξίζει. Λυπήσου για εκείνον που χάνει μια μάχη και παύει να ελπίζει. Η ελπίδα καλέ μου χωράει σε μια τσέπη χαρτί που διπλώνει. Οι άνθρωποι τρέμουν μην έρθει μια μερα και μείνουνε μόνοι. Μα εγώ δε φοβάμαι, μια θέση κοντά μου ακόμα κρατάω. Εσένα θυμάμαι, με εσένα κοιμάμαι με εσένα ξυπνάω. Να είσαι καλά στο άγνωστο σύμπαν σου να έχεις ζωή ευτυχισμένη. Αν με σκεφτείς κοίταξε δίπλα σου ίσως με δεις κάπου κρυμμένη. Στρωμένοι οι δρόμοι αν κάποτε νιώσεις πως θες να γυρίσεις. Χρωστάω μια συγγνώμη που σου έδωσα τόσα προτού τα ζητήσεις. Λυπάσαι για μένα που δεν αγαπήθηκα όσο μού αξίζει. Λυπήσου για εκείνον που χάνει μια μάχη και δε συνεχίζει. Με πήρες μαζί σου χωρίς να το ξέρεις στο σπίτι σου μένω. Οι άλλοι θα σβήσουν. Μα εγώ θα είμαι πάντα κεράκι αναμένο. Ξέρεις τι όμορφη γίνομαι μπρος στο καθρέφτη όταν ντύνομαι κι έχω περίεργο ένστικτο πως θα σε συναντήσω γλιστράω στο πεζοδρόμιο σαν νύμφη σε παγοδρόμιο και στο μετρό προσγειώνομαι λες και θα σε αντικρίσω. Μα η μοίρα δε με αναγνώρισε και τις κλωστές μας τις χώρισε. Στη Κουμουνδούρου ξεχάστηκες και εγώ περνώ το μουσείο κι ενώ ότι είχα θα στα έδινα κατέβηκες πάλι στην άμυνα και σκέφτομαι πάνω στη τρέλα μου να είχα ένα τρένο για δύο να είχα ένα τρένο για δύο. Να είχα ένα τρένο για δύο. Να είχα ένα τρένο για δύο. Να είχα ένα τρένο για δύο. Ξέρεις πως δίχως την άδεια σου τρυπώνω στα μαξιλάρια η πόλη μας κλείνει τα βλέφαρα και εγώ στο όνειρό σου σαλπάρω στους τοίχους στου γράφω συνθήματα και στο λαιμό σου αγγίγματα κι όλο σου λέω κανόνισε αύριο να σε τρακάρω. Μα η μοίρα δε με αναγνώρισε και τις κλωστές μας τις χώρισε. Στη Κουμουνδούρου ξεχάστηκες και εγώ περνώ το μουσείο κι ενώ ότι είχα θα στα έδινα κατέβηκες πάλι στην άμυνα και σκέφτομαι πάνω στη τρέλα μου να είχα ένα τρένο για δύο να είχα ένα τρένο για δύο. Να είχα ένα τρένο για δύο. Να είχα μια πόλη για δύο. Να είχα πεθάνει το είχα πιο καλά μα την αλήθεια άχου. Σαπφώ, Σαπφώ μου τι κακό. Δεν το ήθελα στο ορκίζομαι, να χωρίσουμε ποτέ. Άχου Σαπφώ, Σαπφώ μου τι κακό. Σαν σπίρτο που δεν παίρνει φωτιά όλα μου τα λάθη τα ξόδεψα πια. Πως έκανα το άσπρο μαύρο, έμεινα σαν την καλαμιά στον κάμπο. Μπροστά από τα μάτια μου ξανά βλέπω την ζωή μου όλη να περνά. Πως έγινα μια πέτρα στην σιωπή, πήρα το ξέρω άξια ανταμοιβή. Γιατί δεν μπορώ να αγαπήσω γιατί δεν μπορώ τον κόμπο να λύσω κάτι με κρατά και όλο κάνω πίσω. Πως από το αδιέξοδο θα βγω, πόσα εκατομμύρια άλλοι όπως εγώ. Πως άφησα το νήμα να χαθεί, μοναχός του κανείς δεν θα σωθεί. Για αυτό ο ουρανός δεν απαντά για αυτό η αλήθεια στο νου μας δε χωρά. Γιατί ότι κι αν έχω δεν μου αρκεί, γιατί ρωτάω αφού ξέρω το γιατί. Γιατί δεν μπορώ να αγαπήσω γιατί δεν μπορώ τον κόμπο να λύσω. Μέρες βαριές χοντρές ψιχάλες πάνω σε χάπια και μπουκάλες δε θα γυρέψω νοσηλεία στα σινεμά και στα βιβλία. Πάω να αδειάσω το τασάκι κι αυτό το σκούρο σου σακάκι θα το πετάξω από το μπαλκόνι να βρει κανέναν που κρυώνει κι εγώ. Να βάλω τα μεταξωτά και να φυσάει στα εργοστάσια μπροστά και στα σκουπίδια πλάι να μπερδευτώ με τους εργάτες να πω τον πόνο μου στις γάτες και στη φουφού του καστανά στάχτη να γίνεις σατανά. Έχει ψυχρούλα και μου αρέσει κι αν δε μου πάει θα σπάσω μέση η αγάπη πάει με μπαστούνι κι εγώ με γκάζια στο τακούνι. Το άσθμα μου κι ο βρυχηθμός μου στα ραδιόφωνα του κόσμου με τρύπια βάρκα και ναυτία βγαίνω λοιπόν στην πειρατεία κι εγώ. Να βάλω τα μεταξωτά και να φυσάει στα εργοστάσια μπροστά και στα σκουπίδια πλάι να μπερδευτώ με τους εργάτες να πω τον πόνο μου στις γάτες και στη φουφού του καστανά στάχτη να γίνεις σατανά. Να βρω ένα χέρι καλό να γράψει αυτά που ποθώ. Σωστά, στρογγυλά, καθαρά. Να βρω ένα χέρι καλό να δέσω. Να πιάσω. Γραμμή χαρακιά και πορεία. Να βρω ένα χέρι να μπω μολύβι γαλάζιο, στητό στη φλέβα. Στο αίμα, στη γλώσσα. Να βρω. Πάλι μέτρησα τα αστέρια κι όμως κάποια λείπουνε μόνο τα δικά σου χέρια δε με εγκαταλείπουνε πώς μου αρέσουν τα μαλλιά σου στη βροχή να βρέχονται τα φεγγάρια στο κορμί σου να πηγαινοέρχονται. Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας. Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας για μια ολόκληρη ζωή να είναι η βραδιά δικιά μας. Τα φιλιά σου στο λαιμό μου μοιάζουνε με θαύματα σαν τριαντάφυλλα που ανοίγουν πριν από τα χαράματα στων ματιών σου το γαλάζιο έριξα τα δίχτυα μου στις δικές σου παραλίες θέλω τα ξενύχτια μου. Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας. Να κοιμηθούμε αγκαλιά να μπερδευτούν τα όνειρά μας για μια ολόκληρη ζωή να είναι η βραδιά δικιά μας Όποιος αγαπάει τώρα πρέπει να έχει υπομονή, όταν τον κεντούν τα αγκάθια να η λέει πως πονεί. Κι όποιος ένιωσε τον πόνο σε άλλονε να μην το πει, δεύτερος σαν θα το μάθει και στον τρίτο θα το πει. Κρύβε πάντα τον καημό σου μέσα στην καρδούλα σου, και μη λες το μυστικό σου ούτε στη μανούλα σου. Στο τραπέζι μου ένα βάζο, που γυρεύει συντροφιά, μα λουλούδια δεν του βάζω, για να αντέχει μοναξιά. Στην κρεμάστρα καμπαρντίνα που γυρεύει για κορμί, σβήσαν τα όνειρα εκείνα με την πρώτη αφορμή. Πάρε με, μες στο βλέμμα σου πεθαίνω κι ότι θέλεις κάνε με, πάρε με, δεν αντέχω να μη σε έχω κι ότι θέλεις κάνε με. Στο τραπέζι φτιάχνω κύκλους με τη σκόνη που έπεσε, έδιωξα όλους μου τους φίλους, το κενό περίσσεψε. Στο τραπέζι γράφω κύκλους, κι έξω γύρω παγωνιά, θα έρθω να σε συναντήσω στου μυαλού κάποια γωνιά. Πάρε με, μακριά σου δεν αντέχω κι ότι θέλεις κάνε με, πάρε με, από τα χάδια σου να τρέμω κι ότι θέλεις κάνε με. Σε τι κόσμο ζούμε σε τι κόσμο ζούμε. Κοιτάζω γύρω μου μέσα από το αμάξι, σκυμμένα βλέμματα, σκυμμένα σώματα, κοιτάζω τα παιδιά στα φανάρια, κοιτάζω τους ξένους μας, φυλακισμένοι στους δρόμους με ένα βιολί, ένα ακορντεόν και μια φωτογραφία των γονιών τους κρεμασμένη στο λαιμό σαν σταυρό. Εφημερίδα ψυχή, μολυσμένες ειδήσεις, η τιμή του πετρελαίου, η τιμή των μετοχών, η τιμή της πατρίδας, η τιμή της ζωής μου. Να πέθαινα για κάτι δυνατό, όχι για δόξα, ούτε χρήμα. Ούτε στην εθνική οδό βράδυ Σαββάτου μετωπική με φορτηγό. Να πέθαινα για κάτι δυνατό. Έτσι που ζω σαν να μη ζω, είναι μεγάλο άδικο και κρίμα. Σε τι κόσμο ζούμε σε τι κόσμο ζούμε θεέ μου. Κοιτάζω στις οθόνες τα κομμένα κεφάλια. Μιλούν για πολέμους, μιλούν για ιδέες, μιλούν κι η φωνή τους βογγάει από το ψέμα. Τα κτίρια τρέμουν, σωριάζονται άδεια. Δεν έχουμε σπίτια, δεν έχουμε χέρια, δεν έχουμε μάτια, παιδιά να γελάνε. Έχουμε αίμα και σάρκα που καίει, που κλαίει για το φόνο, το μάταιο ψέμα. Σαν νάρκη στο χώμα θαμμένη η αλήθεια, στο χώμα που όλους θα κρύψει μια μέρα. Να πέθαινα για κάτι δυνατό, όχι για δόξα, ούτε χρήμα. Ούτε στην εθνική οδό βράδυ Σαββάτου μετωπική με φορτηγό. Να πέθαινα για κάτι δυνατό. Έτσι που ζω σαν να μη ζω, είναι μεγάλο άδικο και κρίμα. Συγγνώμη, συγγνώμη, να μη σας τρομάζω. Ξυπνάτε, κοιμάστε, κοιτάτε με τρόμο τον φίλο που φεύγει για ξένα λιμάνια, την άδεια καρδιά σας που λέει φοβάμαι χτυπάει το τηλέφωνο, ουρλιάζει σαν σφαίρα έχετε μήνυμα, μήνυμα πάλι το μήνυμα γράφει. Είμαι καλά, είμαι καλά. Εσείς ευλαβικά στέλνετε το μήνυμα πάντα στο ίδιο νούμερο στο δικό σας το νούμερο, κάθε μέρα κάθε μέρα ξανά και ξανά, ξανά και ξανά. Εσείς ευλαβικά στέλνετε το μήνυμα πάντα στο ίδιο νούμερο στο δικό σας το νούμερο, κάθε μέρα κάθε μέρα ξανά και ξανά, ξανά και ξανά. Να πέθαινα για κάτι δυνατό, όχι για δόξα, ούτε χρήμα. Ούτε στην εθνική οδό βράδυ Σαββάτου μετωπική με φορτηγό. Να πέθαινα για κάτι δυνατό. Έτσι που ζω σαν να μη ζω, είναι μεγάλο άδικο και κρίμα. Ποια είσαι εσύ που έχεις στα μάτια σου ζωγραφισμένα τα όνειρα μου. Ποια είσαι εσύ που έχεις στα χείλη σου τα δυο κρυμμένα μυστικά μου. Ποια είσαι εσύ και τι σε έχω μην είσαι μια παλιά στιγμή, μην είσαι η αδελφή ψυχή και ένα χρέος έχω. Να σε αγαπήσω δυο φορές, να σου γιατρέψω τις πληγές, τον πόνο σου να αντέξω. Ποια είσαι εσύ. Ποια είσαι εσύ που μες τα μάτια με κοιτάς ανοίγω την καρδιά μου. Ποια είσαι εσύ που πριν με αγγίξεις ντροπαλά νιώθω το πέταγμα μου. Να φύσαγε ένας άνεμος μες στης καρδιάς τα φύλλα να σε έπαιρνε στα πέρατα του κόσμου, μακριά. Να φύσαγε ένας άνεμος να χτύπαγε τη μοίρα που σε έφερε στο δρόμο μου εκείνη τη βραδιά. Πως θα πάρεις, πες μου, πίσω τόσα σε αγαπώ πως ζητάς να συνεχίσω αν δεν είσαι εδώ. Πίστεψα στον έρωτα σου μα άνεμος κι αυτός τα δικά μου πια δικά σου, πως να ζήσω πως. Να φύσαγε ένας άνεμος από του μυαλού τα βάθη να έφτιαχνε τα λάθη μου, να έκανα το σωστό. Να φύσαγε ένας άνεμος και η καρδιά να μάθει αδύναμο το σε αγαπώ αν δεν το ζουν κι οι δυο. Πως θα πάρεις, πες μου, πίσω τόσα σε αγαπώ πως ζητάς να συνεχίσω αν δεν είσαι εδώ. Πίστεψα στον έρωτα σου μα άνεμος κι αυτός τα δικά μου πια δικά σου, πως να ζήσω πως. Χαρά μου μάτια μου γλυκά βλέφαρα στολισμένα της χρυσαυγής τα χρώματα έχεις ταξιδεμένα. Χαρά μου στόμα μου γλυκό με το χαμόγελό σου να σεριανάς τον άγγελο που έχεις στο πλευρό σου. Κοιμήσου αγγελούδι μου βελούδινο το βράδυ το στήθος μου προσκέφαλο και η ψυχή μου χάδι. Φεγγοβολάς βλαστάρι μου στο όνειρο ταξιδεύεις τους γαλαξίες τριγυρνάς και το Θεό γυρευέις. Ο ύπνος που σε τύλιξε τώρα σε φέρνει πίσω κι εγώ που είμαι πλάι σου χάρες να σε στολίσω Κοιμήσου ήσυχο νερό, κοιμήσου νιο φεγγάρι, στρώμα να κάνεις το βουνό και σκέπασμα τον ουρανό να γίνεις παλληκάρι. Σαν κυπαρίσσι να γενείς σαν στάχυ να καρπίσεις να ανθεί ο δρόμος που πατάς και περιστέρια να κρατάς στον κόσμο να χαρίσεις. Έλα χτενίσου κι ετοιμάσου, βάλε το καλό το μαξιλάρι, να έρθει στην κάμαρή σου ο ύπνος στην αγκαλιά του να σε πάρει. Θα έρθει καβάλα σε ένα αστέρι στον πάγκο τα όνειρα θα απλώσει και θα φωνάξει το όνομά σου και το όνειρό σου θα σου δώσει. Βάλε τη νύχτα για σεντόνι, βάλε προσκέφαλο ένα αστέρι. Να έρθει στην κάμαρή σου ο ύπνος το όνειρό σου να σου φέρει. Κράτα το μέσα στην καρδιά σου, μες στη ζωή να σε οδηγάει, το όνειρό σου, να το ξέρεις μονάχα αυτό σε αγαπάει. Απέναντι από την άνοιξη υπάρχει ο χειμώνας υπάρχει κι η αγάπη μου σαν άνθος ανεμώνας άνεμοι μη φυσήξετε και μην την ξελογιάστε αφήστε τη στον ύπνο της κι ευλογημένοι να είστε. ότι βλέπουνε τα μάτια είναι στάχτη στη βροχή μη μου την ξυπνάτε ανέμοι έχει ευαίσθητη ψυχή. Η αγάπη μου αν ξυπνήσει από όνειρο βαθύ ίσως να μη με γνωρίσει και ποιος είσαι να μου πει. Απέναντι από το θάνατο κοιμάται η λησμοσύνη κοιμάται η ανθρωπότητα και κλαίει η καλοσύνη κοιμάται κι ένας έρωτας αθάνατος κι ωραίος ίσως ο μόνος άγγελος ίσως ο τελευταίος. Η θάλασσα μόνη, στο Μπούρτζι το αηδόνι δεν πάει ποτές. Το κύμα φιλιώνει, μιλιά δε σηκώνει. Αμέτρητα σπίτια, στου κόσμου τα στήθια αγάπες παλιές. Τα μάτια σου δώσε μου, στις άκρες του κόσμου να ανάψω φωτιές. Μαζεύω τις λέξεις, να βρεις να διαλέξεις τις πιο καθαρές. Στη γη μας απάνω, ποτέ μου δε χάνω, στο τέλος μου λες. Πουλιά μας αρπάζουν, τα λόγια να κράζουν τους κατακτητές. Στο Ναύπλιο νυχτώνει, αγέρωχοι δρόμοι, βροχή μου, μην κλαις. Μαζί σου άρχισαν τα νέα δεδομένα. Να αγαπάω βιαστικά και αγχωμένα. Κοντά στο θάνατο με φέρνεις, με κουράζεις. Με καταστρέφεις και νομίζεις πως με αλλάζεις. Έλα λοιπόν και σε μια νύχτα ξόδεψέ με. Σε μια κορφή και σε μια λίμνη πέταξέ με. Πράσινο φύλλο μες στο άδειο σου το χέρι. Είναι η ψυχή μου που το δώρο της δεν ξέρει. Έλα λοιπόν και σε μια νύχτα ξόδεψέ με. Σε μια κορφή και σε μια λίμνη πέταξέ με. Πράσινο φύλλο μες στο άδειο σου το χέρι. Είναι η ψυχή μου που το δώρο της δεν ξέρει. Μαζί σου άρχισα με νέα δεδομένα. Όλα προκάτ και όλα σκηνοθετημένα. Μια σαπουνόπερα που πάντοτε με αφήνει. Σε αμφιβολία κι ας γνωρίζω τι θα γίνει. Ψεύτικα με αγκαλιάζουσουν, νενέ μου και δίμουρα με φίλιες, κι αναγυριστικά ήτονε, καλέ μου τα λόγια που μου μίλιες. Έλα έλα εδά σε αγαπώ μα ντρέπομαι να σου το πω. Χαράμι πάνε τα μιστά, νενέ μου που κάνεις κι είναι αιτία γιατί έχεις βάλει το κορμί, καλέ μου βαθιά στην αμαρτία. Μάνα ζητώ να παντρευτώ, να πάρω μαναβάκι, αχ, μανούλα μου αχ, Μάνα μου να είναι μερακλής, να είναι και κουτσαβάκι, αχ, μανούλα μου αχ. Αχ, άντρα θέλω μαναβάκι. Αχ, παραλή και κουτσαβάκι. Αχ, να γλεντά και να τα σπάει. Αχ, κι άλλη να μην αγαπάει. Να έχει γαρύφαλο στο αυτί, ποδιά από μετάξι, αχ, μανούλα μου αχ, Την Κυριακή να ντύνεται, μη βρέξει και μη στάξει, αχ μανούλα μου αχ. Αχ, μαναβάκι θέλω άντρα. Αχ, μερακλη και μοσχομάγκα. Αχ, μαναβάκι, μαναβάκι. Αχ, με έχεις λιώσει σαν κεράκι. Παίζω με τη ζωή χορεύω το χορό μου. Κοιμάμαι αγκαλιά μαζί με το όνειρό μου κι η μέρα μου γελάει και με χαϊδεύει η νύχτα κι ο έρωτας μου λέει παραμύθια. Γιατί είμαι ένα νησί μέσα στην πόλη. Κανείς δε με γνωρίζει κι ας με ξέρουν όλοι. Παίζω με τη ζωή στα δίχτυα της αράχνης. Γελάω με τον καιρό πίνω νερό της πάχνης. Κι εσένα που αγαπάω πάντα θα σε παιδεύω. Σαν ψάρι θα γλιστράω θα δραπετεύω. Γιατί είμαι ένα νησί μέσα στην πόλη. Κανείς δε με γνωρίζει κι ας με ξέρουν όλοι. Παίζω με τη ζωή παίζει κι αυτή με μένα. Κρατάω μυστικά στον άνεμο κρυμμένα. Κι η άγρια μοναξιά άνοιξε σαν λουλούδι. Και τα άρωμα της το έκανα τραγούδι. Γιατί είμαι ένα νησί μέσα στην πόλη. Κανείς δε με γνωρίζει κι ας με ξέρουν όλοι Νιώθω έναν κόσμο που γυρνάει να παρακαλάει σταματήστε με. Νιώθω ότι γύρω μου πονάει να φωνάζει αφήστε με. Νιώθω κάθε αγάπη που περνάει μαχαιριά ερωτική. Νιώθω κάθε νύχτα να σκορπάει θλίψη και σιωπή. Νιώθω πολλά που γύρω μου συμβαίνουν. Νιώθω πως κάποιοι κάπου με καταλαβαίνουν. Νιώσε κι εσύ για μένα κάτι, αν μπορείς, κι έλα να με βρεις, έλα να με βρεις. Σε περιμένω. Νιώθω το κορμί μου που πονάει και σε αναζητάει γύρνα πίσω. Νιώθω τη ζωή μου μέρες να μετράει, παραπατάει πώς να ζήσω; Νιώθω πως η τρέλα με ζυγώνει, με ακουμπάει το βλέπω. Νιώθω πως ποτέ δε θα ξαναρθείς, κι ένα στήριγμα γυρεύω. Νιώθω πολλά που γύρω μου συμβαίνουν. Νιώθω πως κάποιοι κάπου με καταλαβαίνουν. Νιώσε κι εσύ για μένα κάτι, αν μπορείς, κι έλα να με βρεις, έλα να με βρεις. Σε περιμένω. Αυτή η φυλή, η πιο παράξενη από όλες που ταξιδεύει με ηχεία και κονσόλες, δυο ώρες ύπνου όλες κι όλες. Σε άλλα μέρη ξενυχτούν, αλλού ξυπνάνε τα πάντα γύρω είναι κλειστά όταν πεινάνε, σαν τους νομάδες τριγυρνάνε. Έλα μαζί μου, έχει θέση θα στριμωχτούμε στο βανάκι, εγώ στη μέση. Βάλε στην άκρη την κιθάρα πάρε μαζί σου να έχεις μπόλικα τσιγάρα. Μήπως δε βρεις στου πουθενά τη μέση έλα μαζί μου έχει θέση. Καφές στο χέρι, μυστικά και ιστορίες νότες και ήχοι που κυλούν στις αρτηρίες, τερματικοί κι αφετηρίες. Ώρες πολλές στην εθνική κι όποιος αντέξει την πρόβα ήχου θα την κάνουμε στις έξι κάνε το σταυρό σου να μη βρέξει. Έλα μαζί μου, έχει θέση θα στριμωχτούμε στο βανάκι, εγώ στη μέση. Βάλε στην άκρη την κιθάρα πάρε μαζί σου να έχεις μπόλικα τσιγάρα. Μήπως δε βρεις στου πουθενά τη μέση έλα μαζί μου έχει θέση. Του νότου άνεμε θολέ τι θέλεις από μένα στο πέρασμά σου με άφησες με μάτια δακρυσμένα. Και πήρες ότι αγάπησα ότι είχα και δεν είχα τον ήλιο πού ζωγράφιζα τον έσβησες μια νύχτα. Δεν μπαίνει άνοιξη ποτέ δεν μπαίνει καλοκαίρι δε χτίζουν τα πουλιά φωλιές σε τούτα εδώ τα μέρη. Κι όταν κοιτάζω μακριά του ορίζοντα την άκρη θολώνεις όλες τις γραμμές με σβήνεις από τον χάρτη. Του νότου άνεμε θολέ πάρε με στο πλευρό σου να γίνω μαύρο σύννεφο ψηλά στον ουρανό σου. Ζόρικος κρεμανταλάς ο καιρός που κουβαλάς, η ζωή σου μια νταλίκα με μπαγάζια και με ΙΚΑ. Τώρα απόχτησες καβούκι και αμάξι σπορ μοντέλο τώρα σκάλωσες στο λούκι κι είσαι αλλιώτικο καπέλο. Η ζωή σου ντούμπλε φας, μέσα κι έξω τη φοράς, η καρδούλα σου γκαζιέρα δίχως γκάζι και αγέρα. Μες στο κόλπο είσαι χωμένος και γλιτώνεις παρά τρίχα, τώρα είσαι βολεμένος και σου κόψανε το βήχα. Κι αν θυμάσαι τα παλιά, ψέματα και μπλα μπλα μπλα, η μαγκιά σου ναφθαλίνη με κασμίρι και λουστρίνι. Τώρα κάνεις μαύρη πλάκα κι όλο τρως από την κουτάλα, τώρα μάγγωσε η φάκα και σε κλείσανε στη γυάλα. Τρεις μάγκες, του τη σκάσανε, μπαμπέσικα τον Γιάννη, τον μπαγλαμά του πήρανε, από το Πασαλιμάνι. Μέσα στη σπηλιά τον πήγανε, οι μάγκες, να γλεντήσουν, ντάριντάντρα βαρούσανε, τον Γιάννη, να κουρντίσουν. Εμείς κι αν σου τον πήραμε, ώχου καλέ, Γιαννάκη, πάλι, θα σε ανταμώσομε, με το μπαγλαμαδάκι. Τότες οι μάγκες φύγανε, για το Πασαλιμάνι, τον μπαγλαμά του δώσανε, με γέλια, ρε, στον Γιάννη. Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις να σου πουν ποια είμαι γω είμαι γω γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα που τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα. Πως θα γίνω εγώ δική σου, πάψε να το συζητάς δε γουστάρω τις παρόλες, σου εξηγήθηκα στις ταβέρνες και στα καμπαρέ γεννήθηκα. Δε με συγκινούν αγάπες φτάνει να καλοπερνώ κάθε βράδυ να τραβάω το ποτήρι μου και να σφάζονται λεβέντες για χατήρι μου. Νύχτα γεμάτη αλκοόλ και αποτσίγαρα, σπασμένα τζάμια ο εαυτός μου στο τσιμέντο, του έρωτά μου ξεβαμμένα τα συνθήματα κι η ανασφάλεια μονάχα σε κρεσέντο, του έρωτά μου, ξεβαμμένα, τα συνθήματα κι η ανασφάλεια μονάχα σε κρεσέντο. Μπορεί απόψε στο κενό μου να γλιστρήσω, όμως μπορεί και κάπου να σε συναντήσω, να είσαι μόνος σου μέσα στους δρόμους να ψάχνεσαι κι όπως αισθάνομαι εγώ κι εσύ να αισθάνεσαι. Να είσαι μόνος σου μέσα στους δρόμους να ψάχνεσαι κι όπως αισθάνομαι εγώ κι εσύ να αισθάνεσαι. Νύχτα γεμάτη αλκοόλ και νάζια ζόρικα κι εγώ φαλτσάρω σε αδιέξοδη πορεία, σήματα κάνω στη σιωπή μου, κανταδόρικα, και κάθε πόθος μου έχει γίνει αγωνία. Σήματα κάνω στη σιωπή μου, κανταδόρικα, και κάθε πόθος μου έχει γίνει αγωνία. Μπορεί απόψε στο κενό μου να γλιστρήσω, όμως μπορεί και κάπου να σε συναντήσω. Να είσαι μόνος σου μέσα στους δρόμους να ψάχνεσαι κι όπως αισθάνομαι εγώ κι εσύ να αισθάνεσαι. Να είσαι μόνος σου μέσα στους δρόμους να ψάχνεσαι κι όπως αισθάνομαι εγώ κι εσύ να αισθάνεσαι. Νύχτα γλυκιά καλοκαιριού και νύχτα ξελογιάστρα, κάτω από το φως του φεγγαριού κουβέντα πιάνω στα άστρα. Φίλοι μου, καλησπέρα σας, την πόρτα σας χτυπάμε κι από τα φύλλα της καρδιάς για αγάπη τραγουδάμε. Νύχτα γλυκιά καλοκαιριού, ένα τρελό φεγγάρι άκουσε το τραγούδι μας κι ήρθε να σιγοντάρει. Φίλοι μου, καλησπέρα σας, την πόρτα σας χτυπάμε κι από τα φύλλα της καρδιάς για αγάπη τραγουδάμε. Όταν ακούω του κορμιού σου το ηχείο χάνεται ξαφνικά του χρόνου η ροή είσαι κυκλώνας μες τον άχαρό μου βίο καληνύχτα μωρό μου κι ας είναι πρωί. Μα πάλι άργησες κι η ώρα πάει δύο μες το τηλέφωνο μπερδεύονται οι γραμμές και το σεντόνι μου βουλιάζει μες το κρύο στενά τα όρια θα βάλλω τις φωνές. Το πήρα απόφαση θα μείνω μόνη απόψε άκου η νύχτα βγάζει αναστεναγμούς σα θείο όνειρο έλα εσύ και κόψε της μοναξιάς μου τους γόρδιους δεσμούς. Δε θυμάμαι τις μεγάλες στιγμές μα μου λείπουν δίπλα οι μικρές οι χαρές μας έχουν κάτι αιχμαλωτίσει από αυτές όλα εδώ γύρω, προβάλλουν λες τις σκιές μας. Τρέχω σε λεωφόρους μακρινές σε τοπία καμένα κι είναι τα δέντρα γυμνά σαν προσευχές από τα δάκρυα πλυμένα. Ξέχνα, ξέχνα, πάρε πίσω τα δώρα τι ωφελεί να θυμάσαι ξανά ξέχνα, μα όσα ζήσαμε ως τώρα δεν μπορείς να τα πάρεις μακριά. Τώρα άσκοπα περνάει ο καιρός σε δωμάτια λευκά, σκονισμένα αρχεία και το νήμα μου ξεφεύγει διαρκώς τρέχοντας πίσω από τη δικιά σου οπτασία. Πάλεψα να σε αγαπήσω αληθινά χωρίς να ψάξω τον λόγο κι αυτό αρκεί να σε κρατάω παντοτινά πέρα από την γη και τον χρόνο. Ξέχνα, ξέχνα, πάρε πίσω τα δώρα τι ωφελεί να θυμάσαι ξανά ξέχνα, μα όσα ζήσαμε ως τώρα δεν μπορείς να τα πάρεις μακριά. Ξύπνα που να χαλάσει ο οντάς μαζί με το ταβάνι γιατί περνώ και τραγουδώ κι ο νους σου δεν το βάνει. Ώρα είναι μπλιο για το τζισβέ ώρα είναι για τη βόλτα ώρα να τη περάσουμε στης αγάπης μου την πόρτα. Έρχεται ο θάνατος συχνά και με κοιτά αφήνει φόβους γύρω η νύχτα, μοιάζει με φονιά. Κι οι σκέψεις τρέχουν στο κακό μέσα στα γκρίζα σε αγαπώ. Όλα τα ψέματα γνωστά και η αλήθεια πιο κοντά. Έρχεται ο θάνατος συχνά και μου γελά. Μες το δωμάτιο φωνές, προσευχές. Κι οι σκέψεις μένουν στο κακό μέσα στα γκρίζα σε αγαπώ. Όλα τα ψέματα μπροστά και η αλήθεια πιο κοντά πιο κοντά Στην πλατεία του Αγίου Βαρδαρίου σαν αρχαία τραγωδία οι φαντάροι περιμένουν Λαγκαδά Μοναστηρίου κι ανεβαίνουνε μετά για Καφαντάρη. Περπατώ πάνω στα Κάστρα μέσα στο βαθύ σκοτάδι ουρανός με δίχως άστρα δρομολόγια του Άδη. Παραδίπλα Αφροδίτης και Ταντάλου ένας άγγελος φευγάτος για το αλλού πώς να μιλήσεις για τα βάσανα του άλλου πώς να μπαλώσεις μία τρύπια κουρελού. Πάγωνε στους δρόμους ο αγέρας σαν χαρταετός μοιάζει η ψυχή κι έχεις τα δυο μάτια βουρκωμένα σαν προάστια μέσα στην βροχή. Νύχτωσε νωρίς στην οικουμένη ψάχνω, σε φωνάζω, δε με ακούς βλέπω τα ηφαίστεια στους δρόμους με φωτιές να καίνε τους ζωντανούς. Φεύγω πικραμένη και σε αφήνω ακυβέρνητη στη θάλασσα σανίδα δεν μπορώ το αίμα μου να δίνω σε μιαν άρρωστη συνέχεια πατρίδα Αν είσαι από το είναι μου, αν είσαι από την καρδιά μου να έρθεις μες στα καινούρια μου να σβήσεις τα παλιά μου και να ξυπνήσεις μάτια μου μέσα στην αγκαλιά μου. Αν είσαι ο Άγιος Έρωτας σκύβω να προσκυνήσω μα, αν είσαι η αγάπη μου με σένα πια θα ζήσω. Θα πιω νερό στο στόμα σου θα πιω να ξεδιψάσω θα ανάψω κι ένα όνειρο να φέγγει μη σε χάσω και ρόδι για την τύχη μας αγάπη μου θα σπάσω. Αν είσαι ο Άγιος Έρωτας σκύβω να προσκυνήσω μα, αν είσαι η αγάπη μου με σένα πια θα ζήσω. Εδώ μέσα που κλείστηκα ο αέρας τελειώνει. Παίζει ο φόβος μου θέατρο με τις σκιές στο σεντόνι. Στην αγκαλιά του διπλώθηκα είμαι παδί και κοιμάμαι. Και τα χίλια του πρόσωπα ένα ένα θυμάμαι. Μισοθαμμένος εδώ στη μικρή μου φωλιά. Έχω ένα μάτι κλειστό μα το άλλο αγρυπνά. Και το τρίτο τινάζει σκάλα στον ουρανό. Για τις μέρες που φεύγουνε και δεν πρόλαβα να δω. Κι όμως έξω από την πόρτα μου περιμένουν σιωπηλοί. Στο σκοτάδι οι δρόμοι φωσφορίζοντας. Οι ήρωες μου διψάν να κατακτήσουν τη γη. Και τα άλογα μου να τρέξουν εκεί που σβήνει ο ορίζοντας. Εδώ μέσα που κλείστηκα ο αέρας τελειώνει. Βγαίνει μέσα από τη σκέψη μου ένας φονιάς με πριόνι. Τα ψαλίδια χορεύουνε η βελόνα χτυπάει. Και τα χίλια κομμάτια μου τώρα ποιος τα κολλάει. Μισοθαμμένος εδώ. Να θυμηθούμε χωριανοί απόψε τον Αντύπα, τον φάγανε σαν το σκυλί οι παλιοτσιφλικάδες τον φάγανε σαν το σκυλί οι τύραννοι φονιάδες. Κλαίγανε οι κολλίγοι το φονικό τους τάραξε πέρασαν τόσα χρόνια και μόνο ο αφέντης άλλαξε. Καβάλα στα άλογά σας πάρτε τη γη δικιά σας καβάλα στα άλογά σας πάρτε τη γη δικιά σας να θυμηθούμε χωριανοί. Του Κιλελέρ το αίμα το χύσανε σαν το κρασί οι παλιοτσιφλικάδες το χύσανε σαν το κρασί οι τύραννοι φονιάδες. Απόκληρο με είπες μια βραδιά και μου έμεινε για πάντα η ρετσινιά όλα στα χαρίζω το λόγο πάρε πίσω και φύγε κι άφησέ με πια από την αρχή να αρχίσω να τα ξεκαθαρίσω το δρόμο να μου να βρω ξανά. Ήρθε το τέλος του μηνός και πουθενά δε βλέπω φως το νοίκι δε μου φτάνει παράπονο με πιάνει σε ποιον το πόνο μου να πω κανένας δε μου κάνει κι αυτή θα με πεθάνει απόκληρο στο κόσμο αυτό. Από παντού με διώχνουνε στο τρόλει με σπρώχνουνε αχ να ανασάνω λίγο καιρός μου να το στρίβω σε μιαν απόμερη γωνιά στο λέω πριν να φύγω αν με αγαπούσες λίγο απόκληρος δε θα ήμουν πια Είμαι ο Βασιλιάς των καναλιών και θεατής της ίδιας μου ζωής ο μέγας καταναλωτής είμαι ο συλλέκτης της βροχής. Σταγόνα τη σταγόνα γεμίζεις θάλασσες χίλιες φορές ακόμα να δεις τι χάλασες. Σαν βέλος στο μικρό σου σώμα οι αποφάσεις συμβουλίων εταιρειών και κυβερνήσεων. Όλες οι υποσχέσεις των Θεών άκυρες. Αναρωτιέσαι τι να πήγε στραβά και βρίσκεσαι στο νεφέλωμα των ανύπαρκτων γεγονότων. Δεν υπάρχεις παρά σημαδεμένος με κώδικες υποχρεώσεων τυλιγμένος με αριθμούς δίχως αναπνοή από τη μέρα της γέννησης μέχρι την ημερομηνία της λήξεως σου Κύριε ελέησον. Κανένας πια να ακούσει τις παρακλήσεις σου παρά μονάχα παρουσιαστές να δοξολογούν τη χάρη σου, χωρίς εσένα. Απών. Είμαι ο πολίτης της Σιωπής και αιχμάλωτος του κόσμου των αγορών. Άγρυπνος παρατηρητής της ιστορίας των ξεχασμένων. Φόρεσε τα γιορτινά σου και άσε τα κλάματα. Ο καλύτερος στην πιάτσα βλέπει μόνο θαύματα. Θα φύγουμε όπως ήρθαμε νέοι απρόβλεπτοι τυλιγμένοι μέσα στο προσωπικό μας όνειρο. Ταξιδιώτες σε κόσμους ονείρων. Πάμε και ερχόμαστε με μια επιμονή ακατανόητη λες και θα καταλάβουμε όσα νομίζαμε αυτονόητα. Όλοι παθαίνουν το ίδιο. Ανίατη η περίπτωση της ύπαρξης και η ζωή να δοξάζεται από τον παγκόσμιο τρόμο του θανάτου. Θα φύγουμε ένας ένας χωρίς οργάνωση. Αυθόρμητα όπως πάντα. Διαβάτες στο μέσο των σκιών παίχτες των ψευδαισθήσεων. Θεατρίνοι, σαλτιμπάγκοι, τυχοδιώκτες. Η σκηνή πέφτει καθώς αποχωρούμε νέοι ταξιδιώτες μπαίνουν μέσα στην ομίχλη της συμφωνίας του κόσμου. Άλλοι περιμένουν τη σειρά τους ανυπόμονοι, ενθουσιασμένοι με το νέο ενδεχόμενο. Κάποιοι δεν έρχονται ποτέ παραμένουν αδίαστατοι. Εγιώ βοσκός γεννήθηκα στης μάντρας το στιάδιν τζαι το κορμίν μου το φτωχόν τζει μέσα για να ποθάνει. Γεια σας πεύτζοι τζαι πλατάνοι τζαι μερσήνια ζηλευτά. Σείς εν ξέρετε τον χάρο μα ούτε τα άσπρα γηρατεία. Όταν πεθάνω θάψτε με στου κοπαθκιού την βρύσην από εκεί δίπλα αψηλόν κι όμορφον κυπαρίσσιν. Γεια σας πεύτζοι τζαι πλατάνοι τζαι μερσήνια ζηλευτά. Σείς εν ξέρετε τον χάρο μα ούτε τα άσπρα γηρατεία. Δε φέραν τα στολίδια σου έμποροι Βενετσάνοι και καβαλάροι. Κιούρτηδες του γάμου τα προικιά μόνο από το δρόμο εφτιάξαμε στεφάνια από κλωνάρι κι ήταν απογεματινή και Κυριακή γλυκιά. Με το φτερό του γερακιού παίξε μου στο λαούτο σκοπό να ρίξω τον καημό σε πέλαγο βαθύ χρόνια θαρρώ τη γνώριζα προτού τη συναντήσω και δεν πιστεύει η καρδιά πως έχει πια χαθεί. Σέλωσε τη φοράδα μου για το στερνό ταξίδι με πατανία κόκκινη ωσάν το δειλινό και κάμε με το χέρι σου αντήλιο σαν θα φεύγω καμάρωσέ με και μην κλαις την ώρα που κινώ. Από τα βουνά της μοναξιάς στον ποταμό της θλίψης κι από το δάσος της σιωπής στου πάθους τον γκρεμό πέρασα με το όνειρο στο στήθος φυλαχτάρι κι αγάπησα και μίσησα κείνο τον πηγαιμό. Νιώθω του τέλους τη ματιά να με παραμονεύει σαν το θεριό που του ζητά εκδίκηση η καρδιά λες και του σκότωσα εγώ το ακριβό του ταίρι ώρα που ζευγαρώνανε μια φεγγαροβραδιά. Σαν κάμεις κόρη μην της πεις πως είχες αγαπήσει κάποιον τρελό απού θελε να αλλάξει το ντουνιά στης νιότης την αποκοτιά και τώρα τον σκεπάζει βαριά σαν την ταφόπλακα του κόσμου η λησμονιά. Είναι και μερικές καρδιές από την άλλη όχθη που βγήκαν και ταξίδεψαν με όρτσα τα πανιά κι άλλες στης τρέλας το βυθό κι άλλες τις παραδέρνει ένα μεράκι αλύπητο σε μια φτωχή πενιά. Κι έτσι κατάρα τα κρατεί κάποια παλιά τραγούδια να ταξιδεύουν ζωντανά σε όλες τις εποχές και τα σιγοτραγούδησαν στόματα πικραμένα τόσο πολύ που γίνανε στο τέλος προσευχές Τόσα άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας, ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο. Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου. Ο γιος σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος. Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους. Παράπονο χαμός καιρού σε ότι κανείς κι αν χάσει. Μια Κυριακή απόγευμα, Αγίου Κωνσταντίνου σαν όνειρο την είδες μικρό περαστικό και φύσηξε ένας άνεμος από παλιές σημύδες καθώς σε προσπερνούσε στο μαύρο της παλτό. Κι ήταν τα μάτια της υγρά σαν το νερό στη λίμνη και μέσα τους επέπλεαν λευκά πουλιά νεκρά αυτά που ήταν να γίνει. Περίμενες στην αίθουσα να έρθει κι η σειρά σου γελώντας τη σχολίαζε κάποιος ηθοποιός αφού δεν το έχουν μέσα τους τι θέλουν ορισμένοι και εσύ μόνος σκεφτόσουν, σκυφτός και σιωπηλός. Κι ήταν τα μάτια της υγρά σαν το νερό στη λίμνη και μέσα τους επέπλεαν λευκά πουλιά νεκρά αυτά που ήταν να γίνει. Μια καστανή διαλέξανε ποιητική αδεία και πάνω στην υπόκλιση μακριά από τη σκηνή ο άνεμος σου έφερε την ίδια μελωδία που έπαιζε ένας πλανόδιος όταν την είχες δει. Γιατί μπορεί το θέατρο να γίνει και ζωή μπορεί να είναι και ζωή. Από το Τρωικό κάστρο η Ανδρομάχη στον Έκτορα που κίναε για τη μάχη φώναξε με φωνή φαρμακωμένη. Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει, όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει. Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει. Έτσι κι εμένα η κόρη του Γαβρίλη σαν έφευγα στις 20 του Απρίλη μου φώναξε ψηλά από το μπαλκόνι. Στρατιώτη αν θες τη μάχη να κερδίσεις, μια κοπελίτσα κοίτα να αγαπήσεις. Όποιος το γυρισμό του όρκο δεν κάνει, στρατιώτη μου, τον πόλεμο το χάνει. Το πιο ωραίο μου ταξίδι ήταν σαν όνειρο στη γη και ξύπνησα να χαιρετήσω τον κόσμο που θα κατοικήσω και τη ζωή να σεργιανίσω που είναι ωραία και μικρή. Ήρθα ένας επισκέπτης με παραμονή στη γη κι όταν έληξε η άδεια, έφυγα με χέρια άδεια για την άλλη μου ζωή. Εννέα μήνες στο βαγόνι βγήκα σε άγνωστο σταθμό, δε βρήκα φίλους να γνωρίσω, να αγαπηθώ και να αγαπήσω, τις ομορφιές να ζωγραφίσω, είχα ταξίδι βιαστικό. Φτωχέ εργάτη, με το ψέμα, όσο σου δίνουν τη σκλαβιά εσύ τη νιώθεις στο πετσί σου πιο δυνατή και πιο βαριά. Δεν είναι λευτεριά εκείνη, φώναξε εργάτη δυνατά, που ξεχωρίζει τους ανθρώπους σε δούλους και αφεντικά. Δεν είναι ελεύθερη πατρίδα που έχει σύνορα στη γη ζωή που ζεί μέσα στη φτώχεια δεν είναι ελεύθερη ζωή. Χτύπησε με όλα σου τα χέρια τα ψέματα να γκρεμιστούν κι όλη η πατρίδα ανθισμένη χαρά να γίνει του Λαού! Η αγάπη μου μια απέραντη ομίχλη που μέσα της αισθάνομαι σοφός πως με έμπλεξες μες στο δικό σου δίχτυ και νιώθω σαν τετράκιλος ροφός. Με έφαγες κι ας μην είμαι Προμηθέας ούτε κι εσύ ένα όρνιο μυθικό σου λέω απλά πως είμαι ο Αντρέας και δε γουστάρω τέλος τραγικό. Μέσα στο γκέτο της ζαλάδας του ποτού μου νιώθω ωραία γίνεται χαμός σκέφτομαι, είναι η φαντασία του μυαλού μου της σχέσης μας ο γόρδιος δεσμός. Κάτι ανδροφάγες σαν κι εσένα μου έχουν κάνει δράμα τη ζωή αυτό που θα σου πω δεν είναι Τότε σκοτάδι απλώθηκε και γίνηκε η πλάση μαύρο φαρί, κατάμαυρο, έτοιμο να αφηνιάσει. Κι από τα κατάβαθα τση γης ο Δράκοντας σαλεύει, και με σαΐτες πύρινες την πέτσα του τοξεύει. Ανοίγει η γης κι οι ποταμοί τις όχθες αψηφούνε, φουσκώνουνε οι θάλασσες και τα βουνά χτυπούνε. Χώρες, χωριά γκρεμίζονται, κουνιούνται τα θεμέλια, από το κλάμα των παιδιών και των τρελών τα γέλια. Ο ουρανός λυσσομανά, πετά αστροπελέκια, που τρων ανθρώπων χτίσματα και καταλούν τα πρέκια. Στον ουρανό πηδούν φωτιές, τα δάση λαμπαδιάζουν, και οι φωνές των αγριμιών τον άνεμο σπαράζουν. Τα κορφοβούνια σκίζουνται, πέφτουνε στα πελάγη, και τα χαράκια κουτουλούν σαν αγκρισμένοι τράγοι. Υπάρχει ένας θερμοσίφωνας στην πόλη πάντα αναμμένος με το φωτάκι παιχνιδιάρικο για να μη νιώθεις με όλα ξένος. Έρχεται πάλι η μητέρα σου είκοσι χρόνια πια χαμένη να κατεβάσει την ασφάλεια γιατί είναι πάντα φοβισμένη. Ζεστά νερά σαπούνι πράσινο και το ματάκι μες στο δάκρυ κι ένα μικρό παιδάκι δίχρονο να σε κοιτάζει σε μιαν άκρη. Σε αυτές τις πόλεις που θα χάνεσαι σε αυτές τις πόλεις που θα φτάνεις μην ξεχαστείς για την καρδούλα σου λίγο νερό για να ζεστάνεις. Σήμερα έχομε καιρό βαρύ κι ίσως χιονίσει τρέχει σαν αίμα το νερό και σαν ιδρώτας αρμυρό έχει τη γης ποτίσει. Από τη ράχη του βουνού αύριο θα αντικρίσεις ήλιο στην άκρη του ουρανού άμα στον πόνο του αλλουνού μαζί και συ δακρύσεις Όσα τα ανακατέματα του τούρκικου καφέ τόσα ξενύχτια έκανα κι εγώ για σένανε. Η αγάπη σου η άστατη, μια τώρα μια ποτέ μια γλυκιά, μια πικρή, ζάχαρη και καφέ. Η αγάπη σου η άχαρη μια καφέ, μια. Όσα τα μάτια που έκανε ο τελευταίος μου καφές τόσα κομμάτια με έκανε εκείνο το εσύ φταις Κι εκείνα τα μαντέματα που μου παν στον καφέ ήτανε όλα ψέματα τα λόγια του ντελβέ Πώς λάθεψα τον άνεμο τον πήρα για γαλήνη και τα σχοινιά μου έλυσα να φύγω για ταξίδι. Και σαν ξανοίχτηκα λοιπόν φτερά είχαν τα κουπιά μου ο κεραυνός ξεστράτισε κι έκαψε την καρδιά μου. Και πριν προλάβω να χαρώ η τρικυμία με έζωσε έφυγες με την αστραπή και το ταξίδι τέλειωσε. Μπρος αδελφή δώσε το χέρι κι εσύ αδελφέ μου πάρε το μαχαίρι ο κόσμος όλος έγινε άνω κάτω οι πλούσιοι, κοίτα, βρέθηκαν στον πάτο. Από τη χαρά τους οι φτωχοί αλαλάζουν κι αυτός όπου δεν είχε μια μπουκιά ψωμί το στάρι όλου του κόσμου θα χαρεί. Τι κάνεις στρατηγέ, δε βάζεις τάξη όλα εδώ πέρα τα έχουνε τινάξει πεντάρα το αρχοντόπουλο δε δίνει μιας παρακατιανής παιδάκι εγίνει. Σκλάβοι που δε σφαλούσανε το μάτι τώρα κοιμούνται σε ζεστό κρεβάτι, τώρα κοιμούνται σε ζεστό κρεβάτι. Μπαξέ σου κάνω την καρδιά και φύτεψέ τση βιόλες και κόβε να μυρίζεσαι όποια σου αρέσει από όλες. Κι ο κοτσυφός που είναι πουλί και εκείνος έχει πίκρα. Για αυτό του τα έδωσε ο Θεός τα μαύρα και φορεί τα. Τώρα που έφυγες πόσο ξαλάφρωσα τη πόρτα κάρφωσα μπας και γυρίσεις ήσουνα άσχημη μάλλον κακάσχημη κι όλο κρυβόμουνα μη με φιλήσεις. Ήσουν σαν κόλλεϋ με αυτά τα ρόλεϋ με το κεφάλι σου θα έπαιζα βόλλεϋ εξεθεώθηκα που σε χρεώθηκα μου είπες φτου ξελευτερώθηκα. Πόσο γουστάρω μα πόσο γουστάρω που μου την έκανες με το κουμπάρο που μου την έκανες με το κουμπάρο πόσο γουστάρω μα πόσο γουστάρω. Πώς αηδίαζα όταν σε εκθείαζα σα μια ξαδέλφη μου σε παρουσίαζα σε σιχαινόμουνα είχες το χάλι σου έτσι μου μύριζε η αμασχάλη σου. Τα βράδια έτρωγες κι ονειρευόσουνα δε με λυπόσουνα που όλο ρευόσουνα κι έτσι ναρκώθηκα και σε φορτώθηκα μα μου είπες φτου ξελευτερώθηκα. Πόσο γουστάρω μα πόσο γουστάρω που μου την έκανες με το κουμπάρο μόνο λυπήθηκα για το κουμπάρο μήπως να πήγαινε με ένα φαντάρο. Σας άξιζε να αγαπηθείτε, κύριε Καλομοίρη. Όσοι επιπόλαια κρίνουνε σας λένε κακομοίρη μα εγώ βαθιά στα μάτια σας, στο κουρασμένο στόμα βλέπω το γέλιο ενός παιδιού να παιχνιδίζει ακόμα. Ένα τανγκό πώς λαχταρώ μαζί σας να χορέψω στη μέση εδώ της λαϊκής τη μέρα σας να φέξω. Ένα τανγκό ερωτικό που την καρδιά ταράζει καθώς το χέρι σας δειλά τη μέση μου αγκαλιάζει. Σας άξιζε να αγαπηθείτε, κύριε Καλομοίρη σαν το παλιό αυτοκίνητο σας έχουν αποσύρει μα εγώ που ακούω τη σιωπή και το παράπονό σας θέλω εξάπαντος να μπω απόψε στο όνειρό σας. Ένα τανγκό πώς λαχταρώ μαζί σας να χορέψω να βρω στο χρόνο μια ρωγμή και να σας ταξιδέψω με ένα τανγκό ερωτικό πάνω από τι Θησείο των δρόμων το κυνηγητό, της λαϊκής το κρύο. Δωδεκάχρονο το βλέμμα. Κόκκινο βαθύ σαν αίμα. Ποια ματιά να σου χαρίσω. Να σε δω να μου γελάς. Να φανερωθεί το άστρο. Της ψυχούλας σου το άσπρο. Να σε δω μαζί με τα άλλα τα παιδιά. Να κολυμπάς. Σε ένα θαλασσί σεντόνι. Να πετάς σαν το μπαλόνι. Στου παραμυθιού τη χώρα. Στην αγκαλιά της Χαλιμάς. Πίσω απ την λάμψη θαλασσί το φως. Λιώνει το μέταλλο οσμή, οσμή θανάτου. Ψάχνεις φεγγίτες να σου πουν το πως. Είσαι το αχ καταμεσής του άσπρου πάτου. Δρεπανηφόρα χέρια σε οδηγούν. Εργοδηγοί. Σπαρτιάτες ιερείς δικάζουν. Κι εκεί μες στο λυκόφως σε απειλούν. Και στον καιάδα σε κατά καταδικάζουν. Ποια μυθική μητρότητα γεννάει. Παλικαράκι δώδεκα χειμώνων. Για δες το σαν το ψάρι σπαρταράει. Μπρούτζινα λέπια και ζωή ζωή αιώνων. Σκλάβος και κωπηλάτης παραγιός. Χτισμένος σε γαλέρα των βαρβάρων. Πάροδος κάπου εκεί στην Αχαρνών Μηχανουργείο χωνευτήρι τάφος. Κι εσύ στο πιο γλυκό πικρό σου άνθος. Ρωτάς φεγγίτες να σου πουν. Γύρω κρανίου τόπος γοερός. Γρέζια χρυσίζουν. Γλώσσες της φωτιάς γιορτάζουν. Κρότοι που βρίσκουν χρόνο να κρυφτούν. Μένουν μετέωροι και σε εξουσιάζουν. Κι εκεί που πάει ο νους σου να χαθεί. Κάτι σαν ίχνος σαν φυγή στο σπέρμα. Είναι που δεν κρατιέται η ψυχή. Πες το ξανά. Πες το ξανά κι ας είναι ψέμα. Πόδια που βιάζονται να ξεχαστούν. Παραθυράκι μια σταλιά ο κόσμος. Άγγελοι κολασμένοι σε κρατούν. Κι εσύ ο πιο μικρός στους λωτοφάγους. Πνεύμα και σάρκα σε ανθρωποφάγους. Ρωτάς φεγγίτες να σου πουν. Δωδεκάχρονο το βλέμμα. Κόκκινο βαθύ σαν αίμα. Ποια ματιά να σου χαρίσω. Να σε δω να μου γελάς. Είναι δώδεκα η ώρα, είναι η ώρα των τρελών κάπου θα σε συναντήσω, κάπου θα σε βρω στα κελιά τους οι άνθρωποι, ύπνο κάνουν ελαφρό είναι ελεύθεροι οι δρόμοι για κυνηγητό. Είναι δώδεκα η ώρα, είναι η ώρα των τρελών βραχνό γέλιο αν ακούσεις, κλείσε το ρολό. Λύκε, λύκε μου, καλέ μου λύκε, λύκε μου είσαι εδώ βγαίνω από τη φωλιά μου και σε κυνηγώ. Λύκε, λύκε μου, καλέ μου λύκε, λύκε μου είσαι εδώ είσαι η μόνη μου ελπίδα και σ ακολουθώ. Όμορφο μου προβατάκι τι γυρεύεις μες στο δρόμο είμαστε όλοι μπερδεμένοι στο δικό του νόμο. Δόντια βγάζουνε τα αστέρια, νύχια φύτρωσαν στους δρόμους, ξέφρενη η νύχτα παίζει κλέφτες και αστυνόμους όταν πέφτει το σκοτάδι βγαίνει ο λύκος στην πλατεία στη χαμένη πολιτεία και ζητά τροφή. Κλειδωμένα είναι τα αρνάκια, ζαχαρένιο το κλειδί κάτι απόμερα παγκάκια, θάμνοι και σιωπή. Λύκε, λύκε μου, καλέ μου λύκε, λύκε μου είσαι εκεί είναι η άγρια πλευρά σου που με συγκινεί. Είναι δώδεκα η ώρα, είναι η ώρα των τρελών όπου ανθίζει το σκοτάδι, όπου ανθίζει το σκοτάδι. Είναι δώδεκα η ώρα, είναι η ώρα των τρελών κάπου θα σε συναντήσω, κάπου θα σε βρω. Κάθε παιχνίδι έχει μια νίκη και μια ήττα κι από παιδί το ξέρω, πριν την αλφαβήτα όμως απόψε ούτε νίκη, ούτε ήττα. Από μωρό κοιμάμαι με το φως σβησμένο από το σκοτάδι ξέρω τι να περιμένω. Έχω ένα λύκο στο μυαλό μου αναθρεμμένο. Κι όσο τη γη αυτή γυρίζει με ένα σώμα δεν έχει κλείσει τις παρτίδες του ακόμα. Κι όσο στο στήθος η καρδιά του θα χτυπάει θα τον κρατάει αυτή η ζωή κι ας μην του πάει. Περνούν οι άνθρωποι νερό, σιγά το νέο έχω γνωρίσει ένα ποσοστό γενναίο μέσα στη θλίψη έχω μάθει να αναπνέω. Και κάθε τόσο που γεμίζει το φεγγάρι βγάζω το λύκο πριν τον πάρουνε χαμπάρι από τη νύχτα τους εκδίκηση να πάρει. Κι όσο τη γη αυτή γυρίζω με ένα σώμα δεν έχω κλείσει τις παρτίδες μου ακόμα. Κι όσο στο στήθος η καρδιά μου θα χτυπάει θα με κρατάει αυτή η ζωή κι ας μη μου πάει. Ο Μάης έχει μυστικά κι ένα κλειδί κρυμμένο που ανοίγει μάτια σκοτεινά και χείλη πικραμένο έχει και άνεμο τρελό που κουβαλάει τη γύρη και πυροβάτες της καρδιάς σαν βγεις στο πανηγύρι και πυροβάτες της καρδιάς σαν βγεις στο πανηγύρι. Ο Μάης είναι μουσική από παλιό τραγούδι από κλαδί ροδακινιάς και από λεύκας χνούδι δεν έχει Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει. Ο Μάης είναι μια φωτιά, μια φλόγα μαγεμένη έχει τη μέρα αγκαλιά, τη νύχτα ερωμένη έχει και ήλιο κυνηγό που ξέρει από σημάδι να βρίσκει αυτόν που έριξε τα μάγια στο πηγάδι να βρίσκει αυτόν που έριξε τα μάγια στο πηγάδι. Δεν έχει Λάμδα ούτε Ρο στη γλώσσα να βουλιάζει είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει είναι από Άλφα καθαρό κι όταν γελάς σου μοιάζει. Διώξε πια το μακρυμάλλη. Διώξε πια το μακρυμάλλη. Διώξε πια το μακρυμάλλη για χατίρι φαλακρού. Πέντε τρίχες όλες κι όλες. Πέντε τρίχες όλες κι όλες. Πέντε τρίχες όλες κι όλες μα καρδιά μικρού παιδιού. Μακρυμάλλη μακρυμάλλη. Άιντε βρες κι εσύ μιαν άλλη. Η αγάπη που της είχες. Ήταν ένα μάτσο τρίχες. Να ζήσουν οι καράφλες. Μάρτης, Μάρτης μίλησε και είπε πως θα αργήσει έχει ακόμα δυο βροχές και μία να χιονίσει. Ένα δεντράκι τα άκουσε και πήγε να λυγίσει του είπα να έχει υπομονή, το φόβο να νικήσει. ότι αργεί κι ότι στη Γη είναι βαθιά κρυμμένο. Πάλι στο φως θα βαφτιστεί και θα έρθει ευλογημένο. Ο Μάρτης χείλη έσκασε, στον ήλιο να γελάσει είπε θα αργήσει, μα θα έρθεί ο κόσμος να χαλάσει. Θα βάλει τα Ανοιξιάτικα να ομορφύνει η πλάση, στα μπλε και στα κατάλευκα θα βγει να παρελάσει. ότι αργεί κι ότι στη Γη είναι βαθιά κρυμμένο, πάλι στο φως θα βαφτιστεί και θα έρθει ευλογημένο. Ένας μέρμηγκας κουφός με πήρε απ το χέρι. Είμαι λέει ο πιο σοφός σε ολόκληρο το ασκέρι. Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια χειροκροτάνε με ενθουσιασμό εν δυο προσκυνάμε, εν δυο πολεμάμε, εν δυο δεν πεινάμε. Τα βολεύεις μια χαρά σπουδαίο μου μυρμήγκι όμως πρόσεχε καλά το ωραίο σου λαρύγγι. Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια χειροκροτάνε με ενθουσιασμό εν δυο προσκυνάμε, εν δυο πολεμάμε, εν δυο μα πεινάμε. Πριν προλάβω να του πω το σύστημα να αλλάξει πλάκωσε όλο το χωριό το μέρμηγκα να χάψει. Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια χειροκροτάνε με ενθουσιασμό εν δυο προσκυνάμε, εν δυο μα πεινάμε, εν δυο θα σε φάμε! Ένας αγέρας ήτανε μικρός και δροσερός κι όλο φυσούσε κι όλο γυρνούσε και πέρναγε ο καιρός. Αγάπαγε τα σύννεφα και τα ανοιχτά πανιά και τα μαντήλια και τα κοχύλια, τα στάχυα τα χρυσά. Μα πιο πολύ αγάπαγε τα ξέπλεγα μαλλιά και τις στιγμούλες μες στην ανάσα και τα γλυκά φιλιά. Αγέρα, αγέρα, αγόρι μου αγέρα, αγέρα, αγόρι μου. Αγέρα, αγέρα, αγόρι μου αγέρα, αγέρα, αγόρι μου. Ένας αγέρας ήτανε μικρός και δροσερός κι όλο φυσούσε κι όλο γυρνούσε και πέρναγε ο καιρός. Ο έρωτας τον λάβωσε με την απανεμιά και δε φυσάει κι ούτε γυρνάει και δεν ξαναπερνά. Μια μέρα όμως μεγάλωσε κι έγινε βοριάς και με παγώνει και είμαι μόνη κι εσύ δεν με αγαπάς. Αγέρα, αγέρα, αγόρι μου αγέρα, αγέρα, αγόρι μου. Αγέρα, αγέρα, αγόρι μου αγέρα, αγέρα, αγόρι μου. Ένας άνθρωπος κλειστός σαν παρατημένο σπίτι ούτε φως, ούτε καπνός, ούτε τζάμι στο φεγγίτη ο μικρός μου αδελφός ένας άνθρωπος κλειστός σαν παρατημένο σπίτι. Γράφει λόγια στο νερό στα πηγάδια ρίχνει πέτρες στου θεού το φιλιατρό με σχοινιά τραβά δραπέτες τους τραβά έξω στο φως κι ύστερα φεύγει σκυφτός στα βουνά στις μαύρες πέτρες. Ο μικρός μου φίλος δεν είχε όνομα, είχε δυο λυπημένα μάτια, είχε δυο λυπημένα μάτια, στο χρώμα των ονείρων, είχε δυο λυπημένα μάτια, είχε δυο λυπημένα μάτια, στο χρώμα των ονείρων. Δεν είχε όνομα, δεν είχε όνομα, μόνο σαν σφύριζε στα δέντρα ο αέρας άκουγε κι έτρεχε. Ο μικρός μου φίλος δεν είχε βιβλία, στα πράσινα τα φύλλα πάνου, στα πράσινα τα φύλλα πάνου, μόνος συλλάβιζε, στα πράσινα τα φύλλα πάνου, στα πράσινα τα φύλλα πάνου, μόνος συλλάβιζε. Δεν είχε βιβλία, δεν είχε βιβλία, με πεταλούδες λογάριαζε τις μέρες του και με τα κύματα. Ο μικρός μου φίλος δεν είχε όνομα, είχε δυο λυπημένα μάτια, είχε δυο λυπημένα μάτια, στο χρώμα των ονείρων, είχε δυο λυπημένα μάτια, είχε δυο λυπημένα μάτια, στο χρώμα των ονείρων. Πήγα χθες στην εκκλησιά κι έφερα κεροδεσιά με ανασήκωσε η νόνα να φιλήσω την εικόνα. Κει που πήγα να ασπαστώ βλέπω το μικρό Χριστό και μου φάνηκε πως κάτι μου έγνεψε με το ένα μάτι. Τον ρωτάω. Τι αγαπάς; Μου είπε φεύγοντας ο παπάς θα βγω στο περβόλι από έξω με όλα τα παιδιά να παίξω. Οι μοίρες που με βάφτισαν στη πιο μυστήρια λίμνη, θαρρείς και με ζωγράφισαν στων κοριτσιών τη μνήμη. Πότε νεράϊδα ντύθηκα, πότε νυφούλα στα άσπρα κι άλλες φορές στολίστηκα τον ουρανό με τα άστρα. Το χάδι ήταν το γάλα μου, το όνειρο η ζωή μου, το παραμύθι η σκάλα μου που ανέβαινε η ψυχή μου. Μες στη σιωπή πορεύτηκα, κόρη μαζί και μάνα κι από νωρίς παντρεύτηκα το γέλιο και το κλάμα. Άκουσα τόσα μυστικά που ράγισε η καρδιά μου, καθώς η χτένα μπέρδευε τα αχτένιστα μαλλιά μου. Ο μόνος μόνος περπατά και μοναχός κοιμάται για δυο πονάει κι αγαπά για τέσσερις θυμάται. Ο μόνος μόνος του κερνά και πίνει στην υγειά του σαν δυο πλαγιάζει και ξυπνά στην άδεια αγκαλιά του. Ο μόνος μόνος δεν μπορεί και άλλον δεν αντέχει ο πόνος του οπλοφορεί και άδεια δεν έχει. Ο μόνος μόνος του μιλά και μοναχός δειπνάει τη νύχτα ψάχνει για δουλειά τη μέρα ξενυχτάει Περνούν χειμώνες και καλοκαίρια, που τριγυρίζω με άδεια χέρια, με άδειες τσέπες ο κακομοίρης και είμαι πάντα εγώ μπατίρης, με άδειες τσέπες ο κακομοίρης και είμαι πάντα εγώ μπατίρης. Εχουν τα ρούχα μου παλιώσει και τα παπούτσια μου ξηλώσει, μα τι να κάνω δεν έχω χρήμα και θα μαι πάντα εγώ το θύμα, μα τι να κάνω δεν έχω χρήμα και θα μαι πάντα εγώ το θύμα. Κι όμως να ξέρεις αυτά τα πάθη, για μια γυναίκα τα έχω πάθει κι όλο μπατίρης εγώ γυρνάω κι αν υποφέρω δεν την ξεχνάω κι όλο μπατίρης εγώ γυρνάω κι αν υποφέρω δεν την ξεχνάω. Σήμερα σε είδα κι αναγάλιασα εσένα που σε βύζαξαν οι Μοίρες. Όνειρο κι ελπίδες το στεφάνι μου που σε στόλισα μπροστάρη μου. Σήμερα σε είδα. Γύρισε να ανοίξεις τις πόρτες τις μεγάλες που κλείσανε μια νύχτα. Μάζεψε το σπόρο από τα αλώνια τα μαρμαρένια και σπείρε τα καρπερά χωράφια ακρίτες να αναστηθούν καβαλάρηδες. Όνειρο κι ελπίδες το στεφάνι μου που σε στόλισα μπροστάρη μου. Γύρισε να ανοίξεις τις πόρτες τις μεγάλες που κλείσανε μια νύχτα. Μάγκες πέσανε στην πιάτσα κι έκαναν πολλά στραπάτσα. Βάρεσαν το Νικοκλάκια το δειλό το κοχλαράκια. Σε έφαγαν ρε Νικοκλάκια Μήτσος, Κώτσος τα τσιράκια γιατί σου έδειχναν τη πίτα και σου κρύβαν τη μανίτα. Λένε πως ο Νικοκλάκιας πριν να γίνει κοχλαράκιας, ήτανε κι αυτός μαγγιώρος, τουφατζής και κασαδόρος. Αχ, ρε Νικολή, φίλε μερακλή, που σε βάρεσαν οι μάγκες για να κάνουν ματσαράγγες. Ο νους μου επά κι ο νους μου αλλού κι ο νους μου ταξιδεύει. Κι ο νους μου στα βαθιά νερά πάει και καρκατεύγει Κρυγιένω αυτό πεθυμώ φοβούμαι και τρομάζω Αποκοντώ και σέρνομαι φεύγω και πάλι αράζω Αχ αμάν Λάμπρο μου με το κανονάκι σου, με έκαψε! Χρόνια πολλά στην ξενιτιά ήμουν και καρτερούσα και την γλυκιά αγάπη μου αχ την επιθυμούσα. Το όνειρο μου το γλυκό ήτανε και ποθούσα να φύγω από την ξενιτιά που πάντα εβλαστημούσα. Αχ κακούργα Ξενιτιά! Και ο πόθος μου επέρασε και ήρθα στην πατρίδα για αυτήν που ονειροπόλαγα και είχα κρυφή ελπίδα. Αλλά και πάλι βλαστημώ και είμαι μετανιωμένος την ξενιτιά επιθυμώ που ζούσα ευτυχισμένος. Ωχ! Γεια σου Σαλονικιέ μου! Πες μου αλήθεια αν το μέρος αυτό υπήρξε ή εγώ το φαντάστηκα; Κάποιοι λένε πως η μνήμη είναι όλη μια απάτη κι εγώ μέσα της πιάστηκα. Πες μου αλήθεια αν το σπίτι αυτό ήταν πάντα χαμηλό και στενάχωρο. Στο μικρό σαλονάκι περιμένω το λύκο να φυσήξει το άχυρο. Πες μου αλήθεια αν αυτή η μουσική ήταν πάντα μπουζούκια κλαψιάρικα. Στο παλιό μου πικάπ μένει μέσα ένα ζωο που μασάει χιλιάρικα. Πες μου αλήθεια αν αυτός ο μπακάλης απέναντι ήταν πάντα μισάνθρωπος. Ούτε μέρα δεν πρόλαβε να ζήσει στο καπό του αμαξιού ο χιονάνθρωπος. Πες μου αλήθεια αν στους Άγιους Πάντες εψάλη ποτέ ο Ακάθιστος. Στην μπανιέρα μου ένας μικρόσωμος πόνος περιμένει αβάφτιστος. Πες μου αλήθεια αν αυτό το τραγούδι θα φτάσει στο κορίτσι που αγάπησα. Το όνομά της ακόμα είναι γραμμένο στο κουδούνι μα εγώ δεν το πάτησα Στον παπά τα κονομούσα και σε εσένα τα ακουμπούσα γιατί σε είχα στην καρδιά μου τέλεια νοικοκυρά μου. Έπαιζα και δαχτυλήθρες μα συ μου ξηγιόσουν τρίχες κι έτρωγες τα τάλιρά μου με άλλονε νοικοκυρά μου. Κι αφού μυρωδιά σε πήρα πρόσεχε ρε κακομοίρα για εσένα θα ξεκάνω για στην τούφα θα πεθάνω Άρχοντας περιπλανητής, στους δρόμους χρόνια ζει και το χαμένο ταίρι του στον κόσμο αναζητεί εφτά ζευγάρια έλιωσε ποδήματα ακριβά σε μια κορφή ανέβηκε τον ήλιο και ρωτά. Ήλιε μου και τρισήλιε μου και κοσμογυριστή συνάντησες στο διάβα σου μια κόρη λυγερή στην κρύα γη του φεγγαριού την είδες να αγρυπνάει στην έρημο γλυκό νερό αν το αχείλι της διψάει. Το φως του ήλιου θάμπωσε σκοτείνιασε ο ουρανός γκρεμός μπροστά μου άνοιξε πως σκιάζομαι ο φτωχός στο δάσος πίσω έτρεξα βαθιά για να κρυφτώ σε μια πηγή ξαπόστασα κι έγειρα να πιω. Εκεί αποκοιμήθηκε στης λίμνης το γιαλό και το όνειρό του κύλησε μες στο θολό νερό και στο βυθό συνάντησε του χάρου το σαράι ο χάρος έπινε κρασί και κείνη τον κερνάει. Κρατώ κερί και φέγγω του γυαλί και τον κερνώ μα άκουσα τη φωνούλα σου και γύρισα να δω και μου ραγίζει το γυαλί σβήνεται το κερί και χύνεται η σταγόνα του στα στήθη μου καυτή. Κι ευθύς ραγίζει το γυαλί σβήνεται το κερί και χύνεται η σταγόνα του στα στήθη της καυτή. Πέφτουν σαν βροχή κέρματα, πανό, φωνές και ψέματα κι ούτε μια ψυχή να έρθει να σε πλύνει από τα αίματα. Μέσα στα στενά βρήκαν τη ζωή σου και της ρίξανε θύτης πουθενά άλλη μια φορά τας χείρας νίψανε. Ο πιο ωραίος αγαπά και προσπερνά ο πιο ωραίος δεν πεθαίνει και το αίμα τον ξυπνά. Βρίσκουν τα ρούχα του στον τάφο αδειανά. Ο πιο ωραίος δεν πεθαίνει κι από το αίμα ομορφαίνει. Άδειες γειτονιές, σύρματα, φωτιές, συλλαλητήρια κρέμονται οι γενιές πάνω σε τριάκοντα αργύρια. Στέγνωσε η φωνή, λάμες τριμματίζουνε την άνοιξη δήθεν ταπεινοί, σφάζουν με βαμβάκι και κατάνυξη. Ο πόνος έγινε βουνό, τα βάσανα ποτάμι, σκουριά σκορπά, σκορπά το δειλινό είναι το σπίτι σκοτεινό κι ο ουρανός κατράμι. Έχασα την αγάπη μου, σε ποιον να πω τα πάθη μου. Στο στήθος καίει μια φωτιά, το μέτωπο παγώνει, βροχή κυλά, κυλά από τη μάτια, ο κόσμος είναι μια ψευτιά, ποτέ δεν ξημερώνει. Έχασα την αγάπη μου, σε ποιον να πω τα πάθη μου. Ο πόνος όταν τραγουδά φορά μαντήλι μαύρο, δίνει βιτσιά του αλόγου του και πάει στην ερημιά, στου στήθους του τα τρίσβαθα και γύρω δεν κοιτά. Τα λόγια βγάζει από τη φωτιά, μεσάνυχτα τα πλένει, με δάκρυ, μουσικό νερό τα σύννεφα κερνά, με όλα τα αφανέρωτα που κρύβει η καρδιά. Με την ψυχή σου ζήσε ίσια και στραβά, εκείνα που πονάνε είναι τα ακριβά. Ο πόνος στο τραγούδι του τον πόνο του ξεχνάει, πλώρη στο φεγγαρόφωτο τον βάζει και τραβά, στης ομορφιάς τα τρίκορφα με βλέφαρα κλειστά. Τα δύσκολα περνάνε, έτσι είναι η ζωή, σαν κύματα πώς σπάνε θα έχουν ξεχαστεί Όπως κυλάει ο ποταμός κυλάει κι η ζωή μου. Έχει τα χρόνια για νερό, όχθες την αντοχή μου. Αλλού θολώνει και γυρνά, χάνεται μες στη δίνη κι αλλού καθρέφτης γίνεται και κλέβει τη σελήνη. Αχ της ζωής μου ποταμέ, ζωή μου που σε χάνω, σε τρώει η μαύρη θάλασσα μα τι μπορώ να κάνω. Έχει κορμούς που πλέουνε και πέτρες που γλιστράνε, έχει και μνήμες πέστροφες, που στην πηγή γυρνάνε. Όνειρα ποταμόπλοια που κόπηκαν στη μέση και αγκαλιές νερόλακκους, γυμνό κορμί να πέσει. Αχ της ζωής μου ποταμέ, ζωή μου που σε χάνω, σε τρώει η μαύρη θάλασσα μα τι μπορώ να κάνω. Κανείς δεν ξέρει πού να ψάξει να βρει πού κρύβεται ο άλλος εαυτός του αυτός που χάνει συνεχώς το ρυθμό του και συλλαβίζει λάθος τις νότες γελώντας πίσω από τις πόρτες. Κανείς δεν ξέρει πότε φωνάζει και πότε θλίψη από μέσα του βγαίνει πόση χαρά και λύπη του απομένει πόσα σωστά και λάθη θα διαλέξει γελώντας πίσω από τις λέξεις. Άγγελος ή διώκτης αγχωμένος πότης. Πραματευτής κατέβαινε από ένα βουνί απάνω λαλεί μουλάρια δώδεκα μουλίτσες δεκαπέντε σε μια μουλίτσα ταπεινή μόσχο είχε φορτωμένο. Κι από τον μόσχο τον πολύ κι από τη μυρωδιά του ο νιός εποκοιμήθηκε εις τη μουλίτσα απάνω, μουλίτσες παραστράτησαν σε άγρια μονοπάτια. Χαρά σε τούτα τα βουνά που κλέφτες δεν υπάρχουν ο νιος δεν το είχε να το πει. Άλλοι του ξεφορτώναν κι άλλος βαρά με το σπαθί κι άλλος με το μαχαίρι και το αδερφάκι τον βαρά με κοφτερή φαλτσέτα. Μα αφήστε μωρέ παιδιά κι εμένα τον καημένο, έχω κι εγώ έναν αδερφό στους κλέφτες καπετάνιο. Για πε μας βρε πραματευτή σουσούμια του σπιτιού σας. Μηλιά έχω μες στην πόρτα μας και κλήμα στην αυλή μας. Και τότες το αδερφάκι του έσυρε το μαχαίρι και το βαρά στο στήθος του. Το σίγουρο είναι ότι ξεκίνησα πάλι αργά. Και πάω με τα πόδια συνέχει χαζεύω, κοιτάζω. Μυρμήγκια που σκάβουν στου κόσμου το ρήμαγμα. Μου λένε να σκάψω λιγάκι κι εγώ, μα διστάζω. Κι αν είμαι σε κάτι στα αλήθεια καλός. Φοβάμαι πως είναι το αμήχανο βήμα. Μα εκεί προς το μέρος σου λάμπει ένα φως. Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός. Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός. Κι αν είναι ένας τρόπος για να έρθω είναι αυτός. Να αλλάζω στη διαδρομή συνεχώς. Να αλλάζω στη διαδρομή συνεχώς. Το σίγουρο είναι ότι πηγαίνω στην ομορφιά. Μα ο μέσα μου αντίπαλος βιάζεται τρέχει να φτάσει. Κοιτάω το όνομά του που αστράφτει στην αγορά. Ακούω το τραγούδι του που θέλει απλά να σου μοιάσει. Κι αν είναι σε κάτι στα αλήθεια καλός. Φοβάμαι πως είναι ο μηχανισμός του. Μα εκεί προς το μέρος σου λάμπει ένα φως. Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός. Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός. Κι ο δρόμος σου σίγουρα δεν είναι αυτός. Να μένω ο ίδιος μα πιο βιαστικός. Να μένω ο ίδιος μα πιο βιαστικός. Το σίγουρο είναι ότι δεν υπάρχει σιγουριά. Στο δρόμο αυτό δεν υπάρχουν ταμπέλες και βέλη. Μονάχα ουρανός και αέρας και μοναξιά. Κι αυτό που η καρδιά μου συνέχεια κι ακούραστα θέλει. Κι αν είμαι σε κάτι στα αλήθεια καλός. Το ξέρω πως είναι ότι απλά συνεχίζω. Κι εκεί προς το μέρος σου λάμπει ένα φως. Που δείχνει πως είσαι ο προορισμός. Πως είσαι ο δικός μου ο προορισμός. Θα φτάσω εκεί κάποτε θα έρθει ο καιρός. Να σου τραγουδήσω να γίνουμε φως. Να σου τραγουδήσω να γίνουμε φως. Είμαι εγώ ο πυρετός είμαι άντρας δυνατός και σε όλους σας γνωστός σαν πολύ σκληρός εχθρός. Όταν με αντικρίζουν όλοι στο κρεβάτι τους αφήνω κι όποτε μου κάνει κέφι τους παγώνω ή τους ψήνω. Τους ζεσταίνω, τους κρυώνω φέρνω ρίγη, τους ιδρώνω μεγαλώνω και μικραίνω από δω κι εκεί πηγαίνω. Πότε γίνομαι σαράντα και παραμιλάνε πάντα πότε είμαι τριαντα εφτά και πονάνε τα πλευρά. Και τα βάζω με πολλούς με μεγάλους και μικρούς όλοι τους με πολεμάνε μα ποτέ δε με νικάνε. Μια μου ρίχνουν πορτοκάλια και μπανάνες και παπάγια μια με λούζουνε με τσάγια ή με ξόρκια και με μάγια. Τους ζεσταίνω, τους κρυώνω φέρνω ρίγη, τους ιδρώνω μεγαλώνω και μικραίνω από δω κι εκεί πηγαίνω. Τριάντα εφτά, τριάντα οχτώ, τριάντα εννιά ανεβαίνω κι όλο ανεβαίνω τριάντα εφτά, τριάντα οχτώ, τριάντα εννιά πυρετός. Και νομίζουν πως κερδίζουν σαν τα μάγουλα ροδίζουν αλλά όμως δε γνωρίζουν ότι άδικα ελπίζουν. Κι ότι θα με ξαναδούνε τους χειμώνες που θα έρθουνε ναι, θα με ξαναδούνε τους χειμώνες που θα έρθουνε. Φτωχέ μου Σάντσο από το Λεβάντε έζησε πάντοτε αφανής για σένα και τον Ροσινάντε δε νοιάστηκε ποτέ κανείς. Ώρα κακή στο σιδερά, κακό έστησε καρτέρι κι ο μάστορης το δίκιο του ζητά κι ας το ξέρει κάλλιο το χέρι να χτυπά σε δίκοπο μαχαίρι. Μωρέ είναι δύσκολο πολύ να βγει η αλήθεια στο κλαρί σαν πρωτοπέταχτο πουλί και να λαλεί και να λαλεί μωρέ είναι δύσκολο πολύ να βγει η αλήθεια στο κλαρί Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υακίνθους πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους. Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών γι αυτό σωπαίνουν ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν παρά δήμων ονείρων, παρα δήμων ονείρων. Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξω κι αν φωνάξω. Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίας ή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα. Είναι βαρύ και δύσκολο, δέ μου φτάνουν οι ζωντανοί πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω. Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνος οι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγκους και το φλασκί των ανέμων αδειάζει. Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει ξυπνώ σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας μέσα στα χάσματα της αστραπής. Και ο αγέρας και ο κατακλυσμός και τα ανθρώπινα σώματα, κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της μοίρας στον αξεδίψαστη γης συγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα. Θα έλεγες είναι φορτωμένοι σε ένα παμπάλαιο κάρο κατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλντερίμια, οι αγάπανθοι τα ασφοδίλια των νέγρων. Πώς να τη μάθω ετούτη τη Θρησκεία; Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη έπειτα έρχεται το αίμα κι η δίψα για το αίμα που τον κεντρίζει το σπέρμα του κορμιού καθώς το αλάτι. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι το μακρινό ταξίδι εκείνο το σπίτι περιμένει με ένα γαλάζιο καπνό με ένα σκυλί γερασμένο περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό. Μα πρέπει να με αρμηνέψουν οι πεθαμένοι είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους, όπως τα βάθη της Θάλασσας ή το νερό μες στο ποτήρι. Τα μάτια μου δε χαίρουνται τα χείλη δε γελούνε χίλιες να βλέπουν ομορφιές μια μέρα αν δε σε δούνε. Τα μάτια σου είναι μάτια μου τα χείλη σου δικά μου και τα σγουρά σου τα μαλλιά χορδές του ταμπουρά μου. Του Τζάνγκο του αρχιληστή ήταν γραφτό του να πιαστεί σε μια ληστεία και είπε από τη φυλακή πως η ζωή είναι τραγική μαζί κι αστεία. Πήγαν στον Τζάνγκο το ληστή οι τίμιοι κι οι σεβαστοί για να του πούνε είναι καιρός να αλλάξει νου και ότι πρέπει από κοινού να εργαστούνε. Ήξερε ο Τζάνγκο τις καρδιές να ανοίγει και τις κλειδαριές με μια καρφίτσα και τον αγάπησαν πολύ όλου του κόσμου οι τρελοί και τα κορίτσα. Τον Τζάνγκο βρήκανε νεκρό ένα ξημέρωμα πικρό μα εγώ τον είδα σαν μια καρφίτσα φωτεινή να την καλούν οι ουρανοί σαν ηλιαχτίδα. Άγαλμα φτιάξαν του ληστή κι οι τίμιοι κι οι σεβαστοί όλο καμάρι σέρνουν του Τζάνγκο τη φωνή σαν της αρκούδας το σκοινί μες στο παζάρι. Ο Πέτρος τρέχει και ρωτά με αγγέλους τάγματα εφτά για συνοδειά του ψάχνουν τον Τζάνγκο το ληστή που έχει εξαφανιστεί με τα κλειδιά του. Εν Παραδείσω τη εικοστή πρώτη του μηνός Σεπτεμβρίου του σωτηρίου έτους 2311 μετά Χριστόν. Ο επικίνδυνος και αμετανόητος ειδεχθής ληστοσυμμορίτης Τζάνγκο παραμένει ασύλληπτος μέχρις και σήμερον. Συνωστισμός ψυχών παρατηρείται εις τας Πύλας του Αιώνος. Το έκτακτον και αλλόφρον της καταστάσεως οδήγησαν εις τη λήψη δραστικών μέτρων, αρχής γενομένης από της επικηρύξεως του θρασυτάτου ληστού. Οιαδήποτε χρήσιμος πληροφορία ανταμοιφθήσεται διά διαγραφής αμαρτημάτων οίτινα θα ποικίλλουν εκ της αξιολογήσεως της εν λόγω πληροφορίας. Φήμαι οίαι διεδόθησαν και ήθελον τον επαίσχυντον αρχιληστήν κεκρυμμένον παρά του Άρχοντος του Σύμπαντος εις τη μεγαλόθυμον οικίαν του, ίνα προκαλεί εις αυτόν ακατάσχετον γέλωτα, κρίνονται ως απολύτως αβάσιμαι. Πάσα νεωτέρα είδησις θα κοινοποιείται εις το θεοσεβές ποίμνιον εκ του γραφείου υποδοχής τε και ασφαλείας απωλεσθέντων ψυχών. Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθει εφη ημάς. Στων ανέμων το σταυροδρόμι και στου δάσους τη σκιά, εγεννήθηκα χειμώνα, κάποιο βράδυ του Φλεβάρη. Σε ένα τόπο που έχει μάθει από τη γη να ζει, και ξέρει πως φυτρώνει το σιτάρι πως τρυγάνε το αμπέλι. Κει που φώλιασε ο χρόνος κει που ρίζωσε ο πόνος. Μες στων λουλουδιών τους κήπους και στων άστρων τη σιωπή με των δέντρων το τραγούδι έζησα μικρό παιδί σε ένα τόπο που δεν ξέρει τους εμπόρους, τους μεσίτες πως πουλάν τη γη, το μέλι, πως χωρίζουνε τις πίκρες. Κει που στήνει γλέντι ο ήλιος κει που πλέει το φεγγάρι. Εγώ θα σου φωνάζω και λέγεμε τρελό που γράφει στη ζωή του παραμύθια, εγώ θα τραγουδάω, τσιγγάνος σε σταθμό, που παίζει με ταμπούρλο την αλήθεια. Το γέλιο μου χαρίζω στα αδέσποτα σκυλιά, στα πάρκα, σε πλατείες και ταβέρνες, μοιράζω την ζωή μου σαν τη σταλαγματιά, μα δε γιομίζουν εύκολα οι στέρνες. Γυρνούσα μες στους δρόμους και σου έλεγα να έρθεις, να ερχόσουνα λιγάκι πιο κοντά μου, να μου έδινες το χέρι που πρόδωσαν αυτοί, να το έβαζα σφραγίδα στην καρδιά μου. Το γέλιο μου χαρίζω στα αδέσποτα σκυλιά, στα πάρκα, σε πλατείες και ταβέρνες, μοιράζω την ζωή μου σαν τη σταλαγματιά, μα δε γιομίζουν εύκολα οι στέρνες. Εγώ θα σου φωνάζω και θα σε ακολουθώ βαθιά στο πλήθος και στις συγκεντρώσεις, την ώρα που σε φτύνουν και σε ποδοπατούν και σου ζητάνε δόξα να τους δώσεις. Το γέλιο μου χαρίζω στα αδέσποτα σκυλιά, στα πάρκα, σε πλατείες και ταβέρνες, μοιράζω την ζωή μου σαν τη σταλαγματιά, μα δε γιομίζουν εύκολα οι στέρνες. Τα λόγια μου της νύχτας μετανάστες σε δρομολόγια χωρίς επιστροφή άσε τις πλατείες να βογκούν σου λέω άστες ίσως με βρεις μες στην επόμενη στροφή. Στενεύουν τα περάσματα οι φίλοι μου φαντάσματα κι η πόλη μοιάζει γενικώς τάφος οικογενειακός. Ένας Στρυμόνας και βουλιάζω στα νερά όπως ψαράς μέσα στη λάσπη της Κερκίνης οιωνοσκόπος με σημάδια φανερά χάθηκα πάλι μες στο πρόσωπο εκείνης. Στενεύουν τα περάσματα οι φίλοι μου φαντάσματα κι η πόλη μοιάζει γενικώς τάφος οικογενειακός. Ματώνει στα Κυβέλεια η οθόνη κι εγώ ρεμβάζω σε πεδία αχανή στο Μιραμάρε κολυμπούσες πάντα μόνη και ο Ματθαίος έχει χρόνια να φανεί. Στενεύουν τα περάσματα οι φίλοι μου φαντάσματα κι η πόλη μοιάζει γενικώς τάφος οικογενειακός Από την Αντίκερα προβάλλει ο Ζαχαριάς και ξεμακραίνει το ελανίτικο καράβι θαλασσομάχοι εμείς της λευτεριάς από την Αντίκερα προβάλλει ο Ζαχαριάς. Έγια μόλα έγια λέσα μπρος θαλασσομάχοι εμείς της λευτεριάς. Μεσοπελάγου αρμενίζουμε μεμιάς όμοια μπουρλότο η ψυχή φωτά κι ανάβει καθώς προβάλει το λιμάνι της Ιτιάς μεσοπελάγου αρμενίζουμε μεμιάς. Στο Γαλαξίδι οι ελανίτες μέσα κι η καμπάνα γλυκόηχα να χτυπάει έγια μόλα παιδιά, έγια λέσα στο Γαλαξίδι οι ελανίτες μέσα. Ο ύπνος σε τύλιξε με πράσινα φύλλα ανάσαινες. Σαν ένα δέντρο με πράσινα φύλλα ανάσαινες. Μέσα στο ήσυχο φως μέσα στη διάφανη πηγή κοίταξα τη μορφή σου. Κλεισμένα βλέφαρα και τα ματόκλαδά σου χαράζαν το νερό Αγαπημένη εσύ εν γυναιξί γυναίκα μου πανέμνοστη κυρά να πιω νερό στη χούφτα σου και σάλιο στο φιλί να γλείψω δάκρυ δάκρυ μου κι αλάτι να φανερωθώ στο κύμα σε μια μεγάλη θάλασσα που τη χτυπάνε τα βουνά με δώδεκα ποτάμια. Γλυκό νερό γλυφό νερό αμίλητο νερό της λησμονιάς αλλά η δίψα δίψα. Ο φασισμός δεν έρχεται από το μέλλον καινούριο τάχα κάτι να μας φέρει. Τι κρύβει μέσα στα δόντια του το ξέρω, καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι. Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν και χάνονται βαθιά στα περασμένα. Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν, μα όχι και το μίσος του για μένα. Το φασισμό βαθιά καταλαβέ τον. Δε θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον. Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος που λούζεται στον ήλιο και στο αγέρι, το κουρασμένο βήμα του το ξέρω και την περίσσεια νιότη μας την ξέρει. Μα πάλι θέ να απλώσει σαν χολέρα πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου, και δίπλα σου θα φτάσει κάποια μέρα αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου. Γάμος απόψε γίνεται παντρεύεται ο χάρος παίρνει τα μάτια που αγαπώ αχ που αγαπώ και εγώ μπαίνω κουμπάρος. Γραβάτα μαύρη εγώ φορώ κι ο χάρος σέρνει το χορό κι ο χάρος σέρνει το χορό γραβάτα μαύρη εγώ φορώ. Χάρε λεβέντη χόρεψε να ανάψουν τα άρματά σου που έφεραν την αγάπη μου, αγάπη μου στα μαύρα δώματά σου. Γραβάτα μαύρη εγώ φορώ κι ο χάρος σέρνει το χορό κι ο χάρος σέρνει το χορό γραβάτα μαύρη εγώ φορώ. Χάρε κουμπάρος έκαμα πες μου και εμένα το τρόπο να κόβω σαν τα γιασεμιά αχ γιασεμιά τα νιάτα των ανθρώπων. Γραβάτα μαύρη εγώ φορώ κι ο χάρος σέρνει το χορό κι ο χάρος σέρνει το χορό γραβάτα μαύρη εγώ φορώ. Ποτέ δεν το περίμενα να φύγεις να με αφήσεις και ότι χτίσαμε μαζί εσύ να το γκρεμίσεις. Πρόσωπη που με έκανες τόσο να σε αγαπήσω τέτοια φωτιά που με άναψες τώρα πως να τη σβήσω. Σε λάτρευα σε πρόσεχα ήσουν το παν για μένα μα τώρα δηλητήριο το πίνω από σένα. Πρόσωπη που με έκανες τόσο να σε αγαπήσω τέτοια φωτιά που μου άναψες τώρα πως να τη σβήσω. Ο χωρισμός είναι σκληρός για κείνους που αγαπάνε και από σίδερα καρδιές λυγίζουνε και σπάνε. Πρόσωπη που με έκανες τόσο να σε αγαπήσω τέτοια φωτιά που μου άναψες τώρα πως να τη σβήσω Ότι αγάπησα πίσω το άφησα, να φωτίζει τα σκοτάδια που περπάτησα, να περνάς εσύ να μη χάνεσαι, κι όποιος χάνεται να μη νοιάζεσαι. ότι αγάπησα πολύ μες από θαμπό γυαλί το κοιτώ και το αγαπάω τώρα πιο πολύ. ότι αγάπησα πίσω το άφησα, σαν πουλί σε μαύρη πέτρα το ζωγράφισα, να το δεις εσύ, λίγο να σταθείς, κι αν με θυμηθείς, μη μου λυπηθείς. Ότι φεύγει από κοντά σου να το χαίρεσαι άνοιξέ του γλυκά την πόρτα μην ενδιαφέρεσαι. Μη λυπάσαι και μην τρέχεις μες στους δρόμους να το βρεις είναι το μόνο που θα μείνει από σένα σαν χαθείς. ότι πεφτει από την τσέπη σου δε χάνεται από του δρόμου το χεράκι σαν παιδάκι πιάνεται. Μη λυπάσαι και μην τρέχεις μες στους δρόμους να το βρεις είναι το μόνο που θα μείνει από σένα σαν χαθείς Φόρεσε το μανδύα του και το χρυσό καπέλο και να, η ζωή αξίωσε να παίξει τον Οθέλλο. Στα βλέμματα των θεατών τη νιότη του γυρεύει και της ζωής του την κλωστή στα δάχτυλα μαζεύει. Παίζει ο γέρος ποιητής το ρόλο της ζωής του αυτόν που κράταγε κρυφό βαθιά μες στην ψυχή του. Χρόνια των στίχων γητευτής τις ρίμες ξεκαρφώνει ρομαντικός πραματευτής στο τζάμπα τις σκοτώνει. Αψήφησε τη μοίρα του, κάθε λογης κανόνες κι έτσι στο τέλος της γιορτής θα είναι στους επιζώντες. Παίζει ότι ονειρεύτικε, το χθες του ξεγυμνώνει και τη ζωή περιφρονεί σαν τη γριά την πόρνη. Καλή γριά μου γίνε, γίνε κοριτσάκι και στα αγριολίβαδα τρέξε να κρυφτείς. Ήλιος πυρπολητής κι ανάλαφρο αεράκι μαζί σου παίζουν το παιχνίδι της ζωής. Αλλιώς τα περιμέναμε κι αλλιώς μας ήρθαν, λένε αναστενάζοντας στον τόπο μου οι γριές. Σέρνουν βαρύ σταυρό και όταν αποθάνουν τον κόβουν ξύλα οι γείτονες κι ανάβουνε φωτιές. Σου έχω πει πολλές φορές τα λόγια που ζητάς γελούσανε τα μάτια σου, ήσουν ευτυχισμένη. Όλη την ώρα ρώταγες πες μου πού θα με πας από τα χέρια μου έπινες, χόρευες μεθυσμένη. Σου είπα κι άλλα μα δεν ήθελες να ακούς πως όλοι οι δρόμοι κάποτε τελειώνουν. Να καίγεσαι στου έρωτα τους μαύρους πυρετούς αλλά να ξέρεις πως ελάχιστοι γλιτώνουν. Σου έχω πει πολλές φορές τους όρκους που ζητάς κρατιόσουνα στις λέξεις μου, ανέβαινες στο στόμα. Κάθε φιλί σαν πρώτο μας ήθελες να μετράς σαν τελευταίο κράτα το και φίλα με ακόμα. Άλλη μια χρονιά που δεν αρρώστησα, που με αγάπησαν, που δε φτώχυνα. Άλλη μια χρονιά που έχω το σπίτι μου και τους ανθρώπους μου, που ονειρεύομαι, που κάνω σχέδια. Άλλη μια χρονιά που πήγα θέατρο κι άκουσα δίσκους κι είδα ταινίες που με συγκίνησαν. Άλλη μια χρονιά που ταξίδεψα και δούλεψα, που έγραψα κι έσκισα και δεν απελπίστηκα. Άλλη μια χρονιά που βρήκα ανθρώπους να με εμπνεύσουν. Και τους κράτησα. Και μου το επέτρεψαν. Που δεν έχασα το δρόμο μου και που εκπλήρωσα έστω ένα στόχο από τους πολλούς. Που παρατήρησα και που στοχάστηκα και που απόρησα και που κατάλαβα. Για όσο μπόρεσα, ότι κατάλαβα, όπως κατάλαβα, όσο κατάλαβα. Που άνοιξα τα μάτια μου κι ας έχασα κομμάτια μου σε σύνορα και θάλασσες. Κι οι απώλειες με μεγάλωσαν κι ας έγιναν οι ελπίδες μου κομμάτι από τις θάλασσες, ένα με τις θάλασσες. Άλλη μια χρονιά που μπορώ να μετράω τα καλά με σιγουριά. Άλλη μια χρονιά που τα μικρά είναι τα πιο σημαντικά. Άλλη μια χρονιά γεμάτη που με γράμματα δικά μου καταγράφομαι κι εγώ στους επιζώντες. Την όμορφη, που επούλαε έναν καιρό άρματα, λέω πως την ακούω θλιμμένη να λαχταρά, με μάταιο πια καημό κοπέλα σαν και πριν να ξαναγένει κι αχ, γερατειά να λέει τη βουλιασμένη γιατί έτσι πρώιμα να με έχετε κουρσέψει; Πώς δε σκοτώνουμαι; Η τυραννισμένη ζωή μου πώς δε λέει πια να τελέψει; Μου κλέψατε τις τόσες ζουρλαμάδες που σκόρησε τσι ομοφιάς μου ο πειρασμός σε εμπόρους, σε σοφούς και σε παπάδες. Γιατί κάθε άντρας τότες σαν τρελός μου χάριζε άσκεφτα όλο του το βιος. Και ύστερα ας το έκλαιγε όσο ζούσε, φτάνει να του έδινα ότι τώρα ούτε στραβός θέλει, ούτε κι οι πιο βρόμικοι ζητιάνοι. Α, κόσμο πτότες που έδιωξα σωρό για την αγάπη κάποιου κατεργάρη μορφονιού, άμυαλο ήμουν θηλυκό που, αν τα ψευτόχαϊδά μου άλλοι είχαν πάρει, του ερώτου μου αυτός τρύγησε τη χάρη. Τον αγάπησα, το ορκίζομαι, τρελά! Μα αυτός να με χτυπάει το είχε καμάρι και να μου τρώει τα όσα έβγαζα λεφτά. Πέθανε εδώ και τριάντα χρόνια πια και τα μαλλιά μου, οϊμένα, έχουν ασπρίσει. Σα σκέφτομαι τα νιάτα τα χρυσά, πώς ήμουν και πώς έχω καταντήσει! Σα θωρώ το κορμί μου, ως το έχω γδύσει και βλέπω η δόλια πόσο είμαι αλλαγμένη, φτωχή στεγνή, πώς έχω αδυνατίσει, μια μάνητα με πιάνει λυσσασμένη. Έρχονται οι γλάροι φωτιά το φεγγάρι η αγάπη στα ζάρια με πρόστυχα χάδια της μοίρας σημάδι οι κόκκινοι γλάροι ντάρι ντάρι. Σαν αλήτες του ονείρου από τα βάθη του Νείλου κουρσάροι ντάρι ντάρι. Φεύγουν οι γλάροι κορμιά στο σκοτάδι τραγούδια στο κύμα κι οι έρωτες χύμα η μνήμη κουβάρι κι οι κόκκινοι γλάροι ντάρι, ντάρι, ντάρι, ντάρι. Κοιτάς από το παράθυρο βλέπεις το λιώσιμο των πάγων έρχονται οι μέρες του φωτός είσαι κιόλας 30, στα ανοιχτά των καιρών. Κοιτάς κάτω το δρόμο σου είναι το πέρασμα των μάγων που ταξιδεύουν διαρκώς είσαι μόλις 30. Πήγες 30 χρονών! Από κάπου έρχεται μια μακρινή μουσική σε ξεσηκώνει. Θέλεις να βγεις, να ακολουθήσεις τη μεγάλη πορεία νιώθεις πως γράφεται ιστορία. Έρχονται οι μέρες του φωτός, οι μέρες του φωτός μια εποχή τελειώνει. Έρχονται οι μέρες του φωτός, οι μέρες του φωτός μια εποχή τελειώνει. Μια εποχή τελειώνει. Κοιτάς από το παράθυρο βλέπεις την κίνηση της πόλης κόσμος γυρίζει βιαστικός είσαι μόλις 30 και εντελώς καθαρός! Από κάπου έρχεται μια μακρινή μουσική σε ξεσηκώνει. Θέλεις να βγεις, να ακολουθήσεις τη μεγάλη πορεία νιώθεις πως γράφεται ιστορία. Έρχονται οι μέρες του φωτός, οι μέρες του φωτός μια εποχή τελειώνει. Έρχονται οι μέρες του φωτός, οι μέρες του φωτός μια εποχή τελειώνει. Μια εποχή τελειώνει. Γίνεται γλέντι μάτια μου σήκω αν θέλεις κι έλα μη βάλεις καθημερινά ούτε και τα καλά σου. Και μην το παίξεις γκόμενα και φοβηθεί η κοπέλα που κρύβεις μες στα στήθια σου και στη μικρή καρδιά σου. Τη γριά που χαιρετίζω στο απέναντι μπαλκόνι τόσο λίγο τη γνωρίζω μα η ματιά της με πληγώνει. Κι όπως φεύγουνε οι μέρες και περνάνε οι βδομάδες έτσι κρύβουνε οι κοπέλες τις μοναχικές γιαγιάδες. Κι όπως φεύγουνε οι μέρες και περνάνε οι βδομάδες έτσι κρύβουνε οι κοπέλες τις μελλοντικές γιαγιάδες. Είναι μέσα μου κρυμμένη είμαι μέσα της κι εγώ τι να σκέφτεται η καημένη την κοιτάζω κι απορώ. Κι όπως φεύγουνε οι μέρες και περνάνε οι βδομάδες έτσι κρύβουνε οι κοπέλες τις μοναχικές γιαγιάδες. Κι όπως φεύγουνε οι μέρες και περνάνε οι βδομάδες έτσι κρύβουνε οι κοπέλες τις μελλοντικές γιαγιάδες Τούτοι δω εφέρανε τουφέκια γεμάτα μπαρούτι. Τούτοι δω διατάξανε τη στυγερή εξόντωση. Τούτοι δω συναντήσανε το λαό να τραγουδάει ενωμένος. Και το λιγνό κορίτσι έπεσε με την σημαία του και το αγόρι κύλησε χαμογελώντας λαβωμένο στο πλευρό της. Του προδότη που προχώρησε ως ετούτο το έγκλημα ζήτω την τιμωρία. Εκείνου που έδωκε το σύνθημα του θάνατου ζητώ την τιμωρία. Εκείνων που προστατέψανε αυτό το έγκλημα ζητώ την τιμωρία. Δε θέλω να μου δίνουνε το χέρι, το μουλιασμένο από το δικό μας αίμα δεν τους θέλω για πρεσβευτές, ούτε ήσυχους μέσα στα σπίτια τους. Θέλω να τους δω να δικάζονται, σε τούτο δω το μέρος, σε τούτη την πλατεία. Με όλες τις αγάπες μου πήγαινα στα ξένα. Όμως στην πατρίδα μου ήθελα να βγω. Όταν όλα τέλειωναν γύριζα σε μένα. Μέσα στην παγίδα μου έπεφτα κι εγώ. Οι παλιές αγάπες μου φύγανε και πάνε. Πάντοτε τις άφηνα με ένα σε αγαπώ. Κι αν ποτέ σε ξέχασα φίλοι θα ρωτάνε έτσι από άμυνα ψέματα θα πω. Όλα μας τα κύτταρα μνήμες συσσωρεύουν. Πάνε τρεις Απρίληδες που έχω να σε δω. Όταν τις αγάπες τους άλλοι μου παινεύουν, σαν να λες επίτηδες. Θα είμαι πάντα εδώ. Από την κούνια με πουλάς και με αγοράζεις με αγκαλιάζεις δυνατά όταν βουλιάζεις. Σε χώρα δίχως όνομα μαθαίνω ότι μένω, όμως πως να σε πιστέψω ουρανούς να καταστρέψω και να ρίξω το φεγγάρι στα σκυλιά. Τέρμα πια οι παρελάσεις,τα χειροκροτήματα μια ζωή τον εαυτό μου ψάχνω μες τα θύματα. Τέρμα πια οι παρελάσεις, όχι άλλη επέτειο ως την κόλαση θα φτάσω για να βρω τον αίτιο. Με ένα ψέμα με πληγώνεις κάθε τόσο και την άνοιξη μου λες να την σκοτώσω πατρίδα μου τα χρώματα δεν γίνεται να σβήσω. Ακόμα ονειρεύομαι για αυτό δεν κάνω πίσω πες μου πως να σε πιστέψω ουρανούς να καταστρέψω και να ρίξω το φεγγάρι στα σκυλιά. Τέρμα πια οι παρελάσεις, τα χειροκροτήματα μια ζωή τον εαυτό μου ψάχνω μες τα θύματα. Τέρμα πια οι παρελάσεις, όχι άλλη επέτειο ως την κόλαση θα φτάσω για να βρω τον αίτιο. Που να σε κρύψω γιόκα μου να μη σε φτάνουν οι κακοί σε ποιο νησί του ωκεανού σε πια κορφή ερημική. Δε θα σε μάθω να μιλάς και το άδικο φωνάξεις ξέρω πως θα έχεις την καρδιά τόσο καλή τόσο γλυκή που μες τα βρόχια της οργής ταχειά, ταχειά θε να σπαράξεις. Συ θα έχεις μάτια γαλανά θα έχεις κορμάκι τρυφερό θα σε φυλάω από ματιά κακή και από κακό καιρό. Από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης δεν είσαι εσύ για μάχητες δεν είσαι εσύ για το σταυρό εσύ νοικοκερόπουλο όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης. Κι αν κάποτε τα φρένα σου το δίκιο φως της αστραπής κι αν η αλήθεια σου ζητήσουνε παιδάκι μου να μην τα πεις. Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή από την αλήθεια της σιωπής χίλιες φορές να γεννηθείς τόσες, τόσες θα σε σταυρώσουν. Στο πάλκο αυτό ξημέρωσαν του έρωτα τραυματίες τραγούδια που στοιχειώσανε στην άγια σιωπή. Μέσα στα θυμιάματα και τις γνωστές αιτίες τους μάγκες δοξολόγησαν κι αυτό που μου είχες πει. Όσοι θα ζήσουν σε σπηλιές και μες τις ασωτίες μονάχα αυτοί θα νιώσουνε την κάθε ανατροπή. Οι πρίγκηπες του τραγουδιού γράψαν την ύπαρξή τους μες στις κρυστάλλινες σπηλιές και μέσα σε καπνούς. Κι ήταν σαν επιτάφιος ολόκληρη η ζωή τους στο πάλκο που ταξίδευε σε ξένους ουρανούς. Οι πρίγκηπες της ερημιάς που κράτησαν μαζί τους σα φάρμακο και σα γιατρό καημούς βυζαντινούς. Ήταν αρρώστια μυστική κι ήταν επιδημία να ζεις με χόρτα μαγικά μιας άγνωστης φυλής. Να δοξαστούν οι άγγελοι κι η Παντοδυναμία με νόμους που δεν έμαθαν ποτέ εισαγγελείς. Κι αυτό που όλοι το έλεγαν βαριά παρανομία ήταν το αποτέλεσμα μιας θείας εντολής. Τις τελευταίες μέρες μου θα τις ρίξω στη θάλασσα νιώθω λες και μεγάλωσα για να βρεθώ με εκείνη σε παραλία απόμερη με ένα φθαρμένο μοντγκόμερι θα στήσω την πολυθρόνα μου για τη γριά μου τη μνήμη. Τις τελευταίες μέρες μου θα τις μετράω σε απογεύματα θα παραθέτω γεύματα για τα φαντάσματά μου θα ξαγρυπνάω ως τις δυομιση κάνοντας μια ταξινόμηση στις εμπειρίες του βίου μου στα παιδικά όνειρά μου. Τις τελευταίες μέρες μου θα τις ρίξω στη θάλασσα να δω όπως μεγάλωσα τι ψάρια μείναν να πιάσω κι όταν ενώσω τα νήματα θα με απαγάγουν τα κύματα κι από τον βυθό ως τον αφρό σαν ένα κύμα κι εγώ θα περάσω. Αχ τι μας λείπει και τι ψάχνουμε να βρούμε ένα τραπέζι, δύο φίλους και κρασί οι μυρωδιές από την κουζίνα κι ένα φιλί. Κουβεντολόι και αγάπη είναι γιορτή, κουβεντολόι και αγάπη είναι γιορτή. Και όλα να τα ξέρουμε και όλα να τα λέμε κι από τα γέλια τα πολλά τα μάτια μας να κλαίνε. Γρήγορα η ώρα να περνά, η νύχτα να έρχεται γλυκά κι εμείς σαν τα παιδιά κι άλλα να λέμε. Αχ πως μου αρέσει οι να έρχονται στο σπίτι να μαγειρεύω και να μένουμε ως αργά να κουβεντιάζουμε από τα νέα ως τα παλιά κι όταν θα φεύγουν, να με παίρνεις αγκαλιά κι όταν θα φεύγουν, να με παίρνεις αγκαλιά. Και όλα να τα ξέρουμε και όλα να τα λέμε κι από τα γέλια τα πολλά τα μάτια μας να κλαίνε. Γρήγορα η ώρα να περνά, η νύχτα να έρχεται γλυκά κι εμείς σαν τα παιδιά κι άλλα να λέμε κι εμείς σαν τα παιδιά κι άλλα να λέμε. Τίποτα στο κόσμο δεν τον νοιάζει παρά μόνο το μυαλό του ανοικτό να μένει μέσα στην αδράνεια τρομάζει ξαναβλέπει στη φορμόλη την ψυχή σβησμένη κόβει το κορμί του και το θάβει σε νερό και σε φωτιά να χωριστεί. Στους δεκάξι παγωμένους εφιάλτες κάτι απρόσωπα λαμπάκια της νυκτός δανείζει σε άνυδρους ανέραστους αντάρτες στοιχειωμένος σε μια εθνική οδό που πήζει βρίσκει την αχτίδα που απομένει και μαζί της τη φυγή θα μοιραστεί. Οι ψυχές και οι αγάπες σιαμαίες αυταπάτες όμοιες σαν άσπρα πλήκτρα σαν φωτάκια μες τη νύκτα βρίσκουν σώματα παρθένα στη συνήθεια πουλημένα με φιλιά τα εξαγνίζουν τους χαρίζονται. Τούτος ο αρχέγονος ρυθμός των Αφρικάνων κάτι από μπάλο Συριανό θυμίζει ανθρωποθυσία στους θεούς των ηφαιστείων σαν αναπαραγωγής βωμό γυαλίζει κράτησε αγάπη μου για λίγο την πνοή σου κλείσε όλη τούτη τη στιγμή σε ένα φιλί. Κοίταξε τριγύρω τα Μετέωρα πως πέφτουν μπάλες από χιόνι μείνε ζωντανή ακόμη κρίνε με σαν άνθρωπο που ψάχνει την ψυχή του κι άμα τον γουστάρεις θα σου πω συγγνώμη είναι κάτι μήνες που φιλοξενώ τον τρόμο κι έχω ανάγκη να με βλέπεις σαν μωρό παιδί. Αχ μωράκι σαστισμένο μέσα στο μυαλό σου ξένο τι να πρωτοτραγουδήσεις και ποια πόρτα να κτυπήσεις να σου πω για να σε πείσουν στα μετάξια να σε ντύσουν να φανούν λευκά δοντάκια μες το γέλιο σου. Χίλιες και μια νύχτες ανοιχτά της οικουμένης αλυσοδεμένος πολικός αστέρας άφηνα τους άλλους να μιλούν για μένα και φοβόμουν μη με δει το φως της μέρας τα χαμένα χρόνια θα τα πάρω πίσω φτάνει που και που να λες ακόμα σε αγαπώ. Κόκκινος ορίζοντας τα χρόνια που απομένουν κάνε το σινιάλο να σε βρει ψυχή μου πρόσωπα λιμάνια κράτησε τα φεύγουν πάρε με αγκαλιά και κράτα με μαζί σου βιντεοταινίες η ζωή που είδα του άστεγου του νου μου η πατρίδα είσαι εσύ. Αχ αγάπη μου αγάπη διαμαντάκι μες στη στάχτη και νησάκι που έχει φάρο ένα μεθυσμένο γλάρο γύρω σου που φτερουγίζει το όνομά σου συλλαβίζει σημαδεύει τη ματιά σου και αφήνεται. Όταν σε βρω θα βάλω πέτρα και σταυρό σημάδι μη σε χάσω όταν με βρεις και πριν περάσουν μέρες τρεις εσύ θα με ξεχάσεις. Όλα μας τα όνειρα σε τούτη τη ζωή ζούνε μόνο μια βραδιά και σβήνουν το πρωί. Όλα μας τα όνειρα οι αγάπες τα φιλιά στο πρώτο ξημέρωμα πετάνε σαν πουλιά. Όταν σε βρω από το δικό σου το πλευρό στιγμή δε θα κινήσω όταν με βρεις στην αγκαλιά μου αν κοιμηθείς μονάχος θα ξυπνήσω Κρατώ το αίμα σου από παλιά πληγή από τα ρούχα σου ένα ξέφτι ένα σου αχ από το στήθος σου πριν βγει και τη σκιά σου στον καθρέφτη. Κρατώ τη σπίθα σου από παλιά φωτιά σε ένα τσιγάρο που τελειώνει την τελευταία πικραμένη σου ματιά κι από τα φιλιά σου λίγη σκόνη. Όλα πολύτιμα για αυτό και δεν τα αγγίζω από την ψυχή μου τίποτα άλλο δεν ορίζω. Κρατώ το γέλιο σου από παλιά γιορτή το πρόσωπό σου μεθυσμένο το τελευταίο που μου άφησες χαρτί με ότι ήταν πάνω του γραμμένο. Κρατώ το χάδι σου στα ήσυχα μαλλιά το φόβο μήπως με ξυπνήσεις τα δυο σου χείλη που δε βγάζανε μιλιά μα λέγανε πως θα με αφήσεις. Όλα πολύτιμα για αυτό και δεν τα αγγίζω από την ψυχή μου τίποτα άλλο δεν ορίζω. Προχτές μιλούσα στο Θεό μια ώρα στο τηλέφωνο και τού είπα τα συμπτώματα που τρώει ο κόσμος χώματα. Και πώς συμβαίνει δηλαδή να προσβληθεί ένα παιδί για όλα τα συμπτώματα χωρίς να πούμε ονόματα. Κι όλα τα είπα στο Θεό να ξέρει τι συμβαίνει εδώ. Στο κόσμο αυτό το σκοτεινό τον ακριβό και τον φτηνό χάρες εγώ δε ζήτησα γιατί και ποιους αψήφησα. Μονάχα λέω στο Θεό να κάνει το λογαριασμό, γιατί πληρώνω με καημούς και παίρνω ρέστα στεναγμούς. Κι όλα τα είπα στο Θεό να ξέρει τι συμβαίνει εδώ Ήλιος που τρύπησε τα βλέφαρά μου, καρέκλα που έτριξε στο κάθισμά μου, κούπα που έγειρε πάνω στα χείλη. Η μέρα έρχεται και θα ανατείλει. Τα ρούχα που φορώ με χαιρετάνε Μαζί σου, αφεντικό, και στο βούρκο πάμε. Λοξό το κοίταγμα στο ρολογάκι, σαν κλέφτης που πηδάει το καγκελάκι. Τα λόγια τα πικρά, τα τιποτένια, τα πήρε ο ύπνος μου μακριά στα ξένα. Αφήνω πίσω μου ζεστό κρεβάτι και παίρνω της ζωής το μονοπάτι. Μπορεί να πληγωθώ, μπορεί να κλάψω, μπορεί τα λάθη μου να μην το αλλάξω, μα όλα τα πρωινά μοιάζουν σε κάτι, τα στεφανώνει μια γλυκιά φενάκη. Πού πάνε οι νύχτες που στοιχειώνουν και όσα, όσα δε μου λες. Σε πόσα μέρη να χωρίσω χρόνους τόπους και εποχές. Και η ξαστεριά που μου χαρίστηκε να γίνεται κατάρα. Και όσα δεν έλυσα της λευτεριάς μου χαραμάδα. Και ποιος θεός μου έταξε, τις μοίρες μου θα τιθασεύσω, και κάθε ομορφιά, από την αρχή να με πληγώνει. Και όσοι πίστεψαν πως μπορεί, όλοι μαζί να γίνουν ένα, φωτιά τους κέρασε η ζωή, και η ιστορία μόνο ψέμα, Και όσα θέλω όλα ψέμα, και η αγάπη ένα ψέμα, και οι εχθροί ακόμα ψέμα. Όλη τη νύχτα περπατώ, ύμνοι μες στο μυαλό μου ανάβουν κάτω από τα φώτα της λεωφόρου σαν φωτοστέφανα που λάμπουν. Σαν μέρα φέγγει ετούτη η νύχτα σκέφτομαι, τώρα θα κοιμάσαι, αφήνει η σκέψη μου σημάδια όταν περνάς να με θυμάσαι. Κι αλλάζω δρόμο, γυρνάω την πλάτη όλα τελειώνουν στου χρόνου την απάτη κι ένα φανάρι αναβοσβήνει μες στη νύχτα και μου κλείνει το πορτοκαλί του μάτι. Σαν μέρα φέγγει ετούτη η νύχτα τι θέλω εγώ στα περασμένα δρόμοι, απρόσωπη λεωφόρος, τι να θυμάσαι από εμένα. Όλη τη νύχτα περπατώ, κι ένα τραγούδι που είχα αρχίσει άσε το να πάει στο χαμό ποτέ να μην ξαναγυρίσει. Κι αλλάζω δρόμο, γυρνάω την πλάτη όλα τελειώνουν στου χρόνου την απάτη κι ένα φανάρι αναβοσβήνει μες στη νύχτα και μου κλείνει το πορτοκαλί του μάτι. Όλοι μου λεν πως έχω μάτια δακρυσμένα και πως στα στήθια κουβαλώ παλιά πληγή για το χατήρι σου θα αλλάξω μιαν αυγή και θα γελώ για σένα. Θαλασσοπρόσωπο κορίτσι δεν πειράζει ίσως η αγάπη να είναι γράμματα ψιλά για όσους μάθανε στου κόσμου τα καλά κι ο πόνος τους τρομάζει. Αχ ουρανέ που δε με αφήνεις να ησυχάσω μοιάζουν τα ντέρτια σου με σύννεφα μαβιά πως να τραβήξω στη ζωή μου μολυβιά και πως να σε ξεχάσω. Ένα τραγούδι θα σου στείλω από τα ξένα να σου χαϊδέψει σαν τον μπάτη τα μαλλιά τώρα που βρίσκεσαι σε άλλη αγκαλιά και δε ρωτάς για μένα. Έπεσε η νύχτα, φάνηκε το φεγγάρι. Για άλλους ελπίδα και για άλλους συμφορά. Άμα με αφήσεις, το δάκρυ μου ποτάμι. Αν με αγαπήσεις, θάλασσα η χαρά. Αχ οι σιωπές φυτρώνουν άγρια χόρτα σε παίρνουν όμηρο. Άσε ανοιχτή του ονείρου σου την πόρτα να μπω σαν όνειρο. Αχ οι σιωπές τα βάσανα του κόσμου θηρία ανήμερα. Ένα κλειδί να σου εξηγήσει δώσε μου κι ας φύγω σήμερα. Έπεσε η νύχτα κι ο ύπνος δε με πιάνει. Μες στο σκοτάδι βλέπω καθαρά. Μου έχεις χαρίσει αγκάθινο στεφάνι κι ένα ζευγάρι ολόλευκα φτερά Φορώ το μαγικό σκουφί που αόρατο με κάνει γλιστρώ από το σεντονάκι της να φύγω στα κρυφά. Σκοτάδι είναι, παγωνιά. Στα σπίτια όλοι κοιμούνται με από τις γρύλιες όνειρα βγαίνουν και συναντιούνται. Την πόλη αφήνω πίσω μου άγρυπνος και ξαναμμένος. Από το γεφύρι του Ξηριά περνώ αλλοπαρμένος και φτάνω πάνω στο βουνό, ψηλά στο Γκουνταμάνι ομίχλη έχει, νότισαν τα γένια του Μπαμπάνη. Με καλοδέχθη το βουνό, μου φτιάχνει προσκεφάλι με κάπαρη, με ρίγανη, με μέντα και θυμάρι. Παρακαλεί και τα άγρια, που χάρη του χρωστάνε να μου κρατήσουν συντροφιά και να παραφυλάνε. Πουλιά της νύχτας τραγουδάν για να με νανουρίσουν και την ψυχή που ανοίγεται στον ύπνο να κερδίσουν. Και βλέπω όνειρα τρελά και τον ληστή Μπαμπάνη να τουφεκάει τον ουρανό, να κλαίει στο Γκουνταμάνι. Ώ! όμορφη Θεσσαλονίκη ώ! τα μαγικά σου βράδια νοσταλγώ. Είσαι το καμάρι της καρδιάς μου Θεσσαλονίκη όμορφη γλυκιά κι αν ζω στην ξελογιάστρα την Αθήνα για σένα τραγουδώ κάθε βραδιά. Μέσα στα στενά σου τα σοκάκια έζησα τις πιο γλυκές στιγμές καντάδες χίλιες νύχτες έχω κάνει για όλες τις μποέμικες καρδιές. Πάντα με κρατάς στην αγκαλιά σου πάντα σε θυμάμαι και πονώ κι αν είμαι τώρα λίγο μακριά σου με τον καιρό κοντά σου θα βρεθώ. Τις λαχτάρες που μου κάνεις μη θαρρείς πως τις ξεχνώ κι αν γυρνάς τα βράδια με άλλες βρε παλιόπαιδο έχε χάρη που είσαι μάγκας κι ομορφόπαιδο έχε χάρη που είσαι μάγκας κι ομορφόπαιδο κι ας γυρνάς τα βράδια με άλλες βρε παλιόπαιδο. ότι μου ζητάς στο δίνω σαν κορόιδο σε αγαπώ κι αν μου μάσησες τα φράγκα βρε τρελόπαιδο έχε χάρη που είσαι μάγκας κι ομορφόπαιδο έχε χάρη που είσαι μάγκας κι ομορφόπαιδο κι ας μου μάσησες τα φράγκα βρε τρελόπαιδο. Κι όμως δεν το μετανιώνω ξέρω πίκρες να περνώ κι αν πεθαίνω εγώ για σένα βρε παλιόπαιδο έχε χάρη που είσαι μάγκας κι ομορφόπαιδο έχε χάρη που είσαι μάγκας κι ομορφόπαιδο κι ας πεθαίνω εγώ για σένα βρε παλιόπαιδο Ονειρεύομαι ταξίδια που ποτέ δεν κάναμε στο παιχνίδι της αγάπης παίζαμε και χάναμε ονειρεύομαι τις νύχτες που ποτέ δεν ήρθανε τις δικές σου καληνύχτες που σαν κλέφτες φύγανε. Ασε με λοιπόν να ονειρευτώ να σε φανταστώ να σε αγαπήσω μόνος μου εδώ στο όνειρο να ζω αφού δεν μπορώ να σε φέρω πίσω. Ονειρεύομαι τους δρόμους που δεν περπατήσαμε και τους όρκους μιας αγάπης που δεν τους κρατήσαμε ξέρω δε χωράει συγγνώμη φτάσαμε στο όριο όμως την ελπίδα κρύβω πάντα σε ένα όνειρο. Ασε με λοιπόν να ονειρευτώ να σε φανταστώ να σε αγαπήσω μόνος μου εδώ στο όνειρο να ζω αφού δεν μπορώ να σε φέρω πίσω. Στο μυαλό μου σε κράτησα σταματάω το χρόνο από σένα τι έμεινε μια ανάμνηση μόνο Μυρίζω άρωμα βροχής από το θέμα που θα πεις, πρώτη φορά μου δε φοβάμαι που βραδιάζει. Σβήνω το χρόνο της ζωής, όλος ο κόσμος μόνο εμείς κι ένα φεγγάρι που αργά με κομματιάζει. Γράφω με φλόγα και φωτιά, με αίμα από λαβωματιά και το χαρτί στο προσκεφάλι μου θα βάλω. Μέρα, μην έρχεσαι ξανά, άσε η νύχτα να γυρνά, άσε να δω κι εγώ ένα όνειρο μεγάλο. Όντε σου θέλω θυμηθώ με τα θεριά μαλώνω και με τους δράκους πολεμώ και σαν σε δω μερώνω. Με πόση τέχνη προσπαθώ να χτίσω κόντρα στον καιρό μα δεν θα αλλάξει το μπετό αυτού του κόσμου δεν έχω επάνω μου σπαθί μονάχα ένα ζεστό κερί για να φωτίσω αυτή τη γη που υπάρχει εντός μου σιγανά, σιγανά, ταπεινά πατώ. Σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτό το χρόνο κρατάω εσένα για οξυγόνο κρατάω εσένα, εσένα μόνο εσένα μόνο, για οξυγόνο. Με πόσα αντίπαλα θεριά να την ζυμώσω την φωτιά για να κερδίσω τελικά μονάχα στάχτη με όποιον και να αναμετρηθώ μειοψηφία είμαι εγώ σαν την καρδιά ένα γυμνό μικρό κομμάτι. Σιγανά, σιγανά, ταπεινά πατώ. Σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτό το χρόνο κρατάω εσένα για οξυγόνο κρατάω εσένα, εσένα μόνο εσένα μόνο, για οξυγόνο. Την αγωνία μου μια μέρα θα τη νιώσεις, μην το ξεχνάς πως είναι κύκλος η ζωή. Κι αν τώρα σκέφτηκες εμένα να προδώσεις κι εσύ σκληρά θα προδοθείς κάποιο πρωί. Όπου και να είσαι να το θυμάσαι πόσο μου έκανες κακό. Όπου και να είσαι να το θυμάσαι. Όλα πληρώνονται εδώ, όλα πληρώνονται εδώ, εδώ. Όπως εγώ, να ξέρεις, κάποτε θα κλάψεις και σαν κι εμένα τι θα γίνω θα ρωτάς. Όπως εγώ θα σιγοτρέμεις, θα παγώνεις σαν το σπουργίτι που το έδειρε ο βοριάς. Όπως παίζει μαζί σου το φως έτσι θέλω στα μαλλιά, στο προφίλ, στο καπέλο, στο λαιμό, στο γιακά και στα χείλη σου ακόμα, μην κουνιέσαι και πέσει στο σώμα. Αν ήσουνα φεγγάρι, κι αν ήμουνα πουλί θα το έδινα το θέμα σε ζωγράφο μα πρόκειται για αγάπη που σαν μελαγχολεί τρομάζει ωκεανό και σεισμογράφο. Όπως παίζει μαζί μου η ζωή σου φοβάμαι τις στιγμές της σιωπής που περνάμε. Δαχτυλίδια καπνού μου περνάς κι ανασαίνω. Μην κουνιέσαι, δεν ξέρω, πεθαίνω Σα τσι χαχάλες του καβρού που πάνε ομπρός και οπίσω. Έτσι επήγανες και εσύ ως που να σε αγαπήσω. Και με το είπε και γέλασε και με το είπε και στάσου. Επήρες μου τόνε το νου και θελημάτεψά σου. Άλλα έλεγες άλλα έκανες αλλά είπες κι άλλα κάνεις. Άλλα λογιάζεις κι άλλα λες κι άλλα στο νου σου βάνεις. Αγάπου να σε έχω καλά. Μα ελιγοχάρηκά σε. Ανάθεμάτσι πού ήσανε. Αιτία κι έχασά σε. Όρτσα διαλέ την πίστη σου κι όπου το βγάλει η βράση ή που θα σάσει μια δουλειά ή που θα σου χαλάσει Ακούσατε που γύρισα από τις αυλές του Χάρου κι όσοι ρωτούν για θάνατο απόκριση να πάρουν. Θα πιουν αθάνατο νερό. Και θα νικήσουν τον καιρό τα ελάφια τα αμέρωτα που παίζουν με τον έρωτα λύνουνε κάβους και σκοινιά κι ανοίγει η ζωή πανιά. Κάτω στη μαύρη θάλασσα στο μαύρο καλαμιώνα μες στα καρνάγια οι ψυχές στου Χάρου το λιμίωνα. Μου παν το αρχαίο μυστικό ποιοι φεύγουν από το ριζικό εκείνοι που σπούνε τις βαριές τις πόρτες και τις σιδεριές να φύγουν τα άγρια πουλιά από του αφέντη κελιά. Στη γη του μαύρου φεγγαριού στα παγωμένα μέρη. Βρήκα τα χνάρια του φονιά και του έστησα καρτέρι. Να τον ρωτήσω να μου πει. Ποιανού κλωστή δε θα κοπεί κείνων που κρύβουν τη φωτιά μέσα στα στήθια τους βαθιά. Και αγκαλιάζουν το βοριά. Να γίνει η σπίθα πυρκαγιά. Στου Κάτω κόσμου τα σκαλιά πήγα για να ρωτήσω για μια καρδιά που αγάπησα αν θα γυρίσει πίσω και μου είπε πως θα την δω όταν θα σιγοτραγουδώ. Να λέει με το στόμα μου να μπαίνει μες στο σώμα μου πρώτη να σέρνει το χορό να την ξεχάσω δεν μπορώ. Όσα βουνά κι αν πέρασα, όλα τα παραγγέλνω, βουνά μα να μη, βουνά μα να μη χιονίσετε, βουνά μανα μη χιονίσετε, κάμποι μην παχνιαστείτε. Ώσπου να πα, ώσπου να πάγω και να έρθω, βρίσκω τα χιόνια στα βουνά, τους κάμπους παχνιασμένους, βρίσκω και τη, βρίσκω και την αγάπη μου. Όσο είσαι μακριά μου στάζει αίμα η καρδιά μου η καρδιά μου. Θα πεθάνω κι είναι κρίμα στη φτωχή μου αγκάλη γύρνα πάλι γύρνα πάλι γύρνα. Τι σου είπαν κι έχεις φύγει και ο πόνος με τυλίγει με τυλίγει. Πριν με στείλεις πια στο μνήμα στη φτωχή μου αγκάλη γύρνα πάλι γύρνα γύρνα, γύρνα. Κάθε μέρα που περνάει και μια πίκρα με κερνάει με κερνάει. Φτάνει πια να με έχεις θύμα στη φτωχή μου αγκάλη γύρνα πάλι γύρνα γύρνα, γύρνα Θα βγω στη βροχή να χορέψω, θα πιω, θα μεθύσω, θα κλάψω, φεγγάρια κι αστέρια θα ανάψω για σένα που τόσο αγαπώ. Όσοι αγάπησαν και λένε πως δεν κλαίνε ψέματα λένε, ψέματα λένε, όσοι αγάπησαν έχουν σημάδια κι ένοχα βράδια, ένοχα βράδια, κι εγώ που τόσο αγαπώ, όνειρα μόνη μου μετρώ, όσοι αγάπησαν και λένε πως δεν κλαίνε, ψέματα λένε, ψέματα λένε. Θα βγω σε κρυφά μονοπάτια τη νύχτα να κάνω κομμάτια, να βρω της καρδιάς τα παλάτια για σένα που τόσο αγαπώ. Όσοι αγάπησαν και λένε πως δεν κλαίνε ψέματα λένε, ψέματα λένε, όσοι αγάπησαν έχουν σημάδια κι ένοχα βράδια, ένοχα βράδια, κι εγώ που τόσο αγαπώ, όνειρα μόνη μου μετρώ, όσοι αγάπησαν και λένε πως δεν κλαίνε, ψέματα λένε, ψέματα λένε. Όταν έρχεται ο Απρίλης. Με τον ήλιο του μαζί. Μπουμπουκιάζουνε τα ρόδα. Και το κρίνο ξαναζεί. Όταν σκίζει το φεγγάρι. Το γαλάζιο ουρανό. Μες στο δρόμο του τα αστέρια. Κολυμπούν το φωτεινό. Όταν δει δυο μάτια μαύρα. Ο τραγουδιστής γλυκά. Από μέσα του τραγούδια. Βγαίνουνε μαγευτικά. Τι τα θέλετε και τα άστρα. Και φεγγάρι κι ουρανός. Και λουλούδια και τραγούδια. Μάτια ήλιος φωτεινός. Θαυμαστά ωραία είναι όλα. Ποιος αντιμιλεί. Μα ο κόσμος είναι άλλος. Είναι κάτι πιο πολύ Όταν μαυρίζει ο ουρανός κι η γη δε με χωράει, όταν μου ρίχνει ο κεραυνός φωτιά για να με φάει, παίρνω λαούτο και φτερό, σπαθί κι αστροπελέκι για να μερέψω τα θεριά στης τρέλλας μου το στέκι. Όταν η αγάπη δε φυσά και φύλλο δεν κουνάει, όταν στερεύει η καρδιά και στάλα δεν κερνάει, παίρνω μολύβι και χαρτί βοριά και καταρράχτη να κατακλύσω τα στοιχειά στης τρέλλας μου το χάρτη. Παίρνω λαούτο και φτερό, σπαθί κι αστροπελέκι για να μερέψω τα θεριά στης τρέλλας μου το στέκι, για να μερέψω τα θεριά στης τρέλλας μου το στέκι. Πώς να μιλήσω. Το πλήθος δάμαζε τους δημεγέρτες. Και τους πλάνους. Μες στιλέτα κάρφωναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω. Όταν στήνονταν μυστικές αγχόνες. Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο. Και τόσα πού να στοιβαχτούνε γεγονότα; Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί. Πώς να μιλήσω. Ποιο απλά τι ήταν ο Ηλίας. Η κλαίρη ο Ραούλ. Η οδός Αιγύπτου. Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια. Με σκοτεινές παραβολές. Και παραμύθια. Έχει στηθεί η σκηνή. Μα δε φωτίζουνε οι προβολείς. Κι όλα τα πρόσωπα είναι εδώ αντάξια του δράματος γενεές γενεών υποκριτές. Η θλιβερά ερωμένη ο άνθρωπος με το χαμόγελο ο επίορκος τα κουδουνάκια του τρελού κάθε κατώτερη ράτσα άρχοντες και πληβείοι κι αυτοτιμωρούμενοι. Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί και τόσα γεγονότα απλά βιβλία χωρίς την επινόηση νέας διάταξης στοιχείων χωρίς νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία Όταν βλέπετε να κλαίω κάπου μέσα μου πονεί πληγωμένο αηδονάκι που του πήραν τη φωνή. Όταν βλέπετε να πίνω στης ταβέρνας τη γωνιά θέλω λίγο να ζεστάνω της καρδιάς την παγωνιά. Κι όταν δείτε να γελάω σαν το ξένοιαστο παιδί σαν παλιά πως με αγαπούσε στο όνειρό μου θα έχω δει Σε μέρα σκοτεινή διαβαίνεις μονοπάτι και βρίσκεις πόρτα χαμηλή και σε ψηλό παράθυρο τη στάμνα με νερό. Και στο κατώφλι βάζεις μαντζουράνα κι ανάβεις τέσσερα κεριά ένα για αυτό ν που έφυγε ένα για αυτό ν που γύρισε το τρίτο για τη μάνα του φονιά το τέταρτο για την Αγιά Βαρβάρα. Κι όταν θα δεις καπνό κι η στάχτη θα ρουφά την πολιτεία και το καντήλι σβήσει μοναχό του να πάρεις χόρτο που φυτρώνει σε γιαλό και σε αλειτούργητη εκκλησιά να κάτσεις και να κλάψεις. Μια στη Λέρο, μια στη Νάξο, μια στην Αλικαρνασσό κι Άγιοι Ανάργυροι να λες μεγάλοι και θαυματουργοί ότι φεύγει να γυρίσει. Μόνο το κακό μόνο το κακό μαντάτο κι η απάτη κι ο εχθρός μόνο του ληστή το χέρι κι ο πικρός ο λόγος του σε κορφές που δεν πατιούνται, στον απήγανο. Όταν κοιτάζω εσένα. Όταν κοιτάζω εσένα. Βλέπω μια αρχή, μια φλόγα να καίει πάνω από τη στάχτη. Όταν κοιτάζω εσένα. Το πρώτο φως, το θαύμα βλέπω αυτό που θα έρθει θα έρθει μαζί με σένα. Όλη του δρόμου η συννεφιά όλη των άστρων η ερημιά κι όσα με πνίγουν ένα τίποτα, ένα τίποτα, όταν κοιτάζω εσένα. Όταν κοιτάζω εσένα. Όταν κοιτάζω εσένα. Βλέπω μια αρχή, μια αχτίδα. Βλέπω ουρανούς και βάθη. Όταν κοιτάζω εσένα. Βλέπω νησιά χαμένα στου ταξιδιού την άκρη νερά γαληνεμένα. Όλη του δρόμου η ξαστεριά του πρωινού όλη η δροσιά όλες οι λέξεις και τα χρώματα, τα χρώματα, όταν κοιτάζω εσένα. Όταν με αποχαιρέτησες και με το δείχτη σου σημάδεψες το γεια, εγώ είχα φύγει, ήμουνα κιόλας μακριά. Με ένα μικρό καΐκι χαρτονένιο από το δωδεκάφυλλο τετράδιο της ζωής μου πανιά είχα βάλει τα όνειρά μου. Τις νύχτες μου έφτιαξα κουπιά, σημαία μια φτερούγα από την καρδιά μου, για θάλασσα λίγη ερημιά. Πού είσαι, πού είσαι; Ταξίδι μακρινό με άφησες μονάχη μου να πάω. Πού είσαι, πού είσαι; Την γοργόνα να ρωτήσεις αν ζω, αν ζω, αν ζω κι αν σε αγαπάω. Όταν με αποχαιρέτησες με το μαντήλι σου να κρύβει το σταθμό, εγώ είχα φύγει σε δρόμο δίχως γυρισμό. Με ένα μικρό τρένο ζωγραφισμένο με γκρίζο τη λαχτάρα μου και άσπρο τη ματιά μου, για ράγες τα ίχνη από τη ζωή σου, βαγόνια τα σπίτια τα αδειανά, στις αποβάθρες σκιές από το κορμί σου και τούνελ κραυγή στην ερημιά. Πού είσαι, πού είσαι; Ταξίδι μακρινό με άφησες μονάχη μου να πάω. Πού είσαι, πού είσαι; Την γοργόνα να ρωτήσεις αν ζω, αν ζω, αν ζω κι αν σε αγαπάω. Όταν σε βλέπω μόνο σου, με σπαράζεις. Το βλέμμα σου στυλωμένο σε φαντάσματα, τα δάχτυλα κίτρινα από το τσιγάρο. Το βλέμμα σου στυλωμένο σε φαντάσματα, τα λόγια σου τρύπια με χάσματα. Όταν σε βλέπω μόνο σου, με σπαράζεις. Ο έρωτας λες ότι χάθηκε στους πολύβοους δρόμους. Ο Διόνυσος τραγουδάει μονάχος και ποιήματα κάνουν τους φόνους. Όταν σε βλέπω μόνο σου, με σπαράζεις. Μερικές φορές οι άνθρωποι σου θυμίζουν απομεινάρια. Τότε γίνεσαι ρακοσυλλέκτης κι από τους δρόμους μαζεύεις τα αχνάρια. Όταν σε βλέπω μόνο σου, με σπαράζεις. Περίμενε λοιπόν, μη φεύγεις, μαζί να σπαράξουν οι ματιές μας, όταν θα κοιτάμε το άνοιγμα πέρα από τις μοναξιές μας. Όταν σε βλέπω μόνο σου, με σπαράζεις. Όταν στο Θεό μιλώ και του λέω για σένα χίλια τον παρακαλώ μα ζητάω ένα. Στον αέρα να πετώ στη φωτιά να περπατώ όπου κι αν με χρειαστείς να είμαι εκεί πριν το σκεφτείς. Όταν λέω στο Θεό τόσα κι άλλα τόσα ξέρει αυτός τι εννοώ στου ουρανού τη γλώσσα. Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός βγαίνει από τα πιο σφιγμένα χείλη. Σαν πεταλούδα στην κάμαρη πετά ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει. Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος η χαραυγή θα σε ξεκάνει. Έχει το μύρο, έχει τη σιγαλιά, κι έχει τον ήλιο τον αλάνη. Καινούρια μέρα, καινούριος ποταμός στις εκβολές του θα προσφέρει όσα χαθήκαν, όσα ξεχάστηκαν κι όσα για αυτά κανείς δεν ξέρει. Πίσω από τους λόφους, πίσω από τα βλέφαρα υπάρχει τόπος και για σένα. Χωρίς Βαστίλη, χωρίς ανάθεμα, χωρίς τα χείλη τα σφιγμένα. Θα βγάλω ένα ουρλιαχτό όλα να τα γκρεμίσω, και με φωτιά του κεραυνού το στήθος θα γεμίσω. Για να γλιτώνει η ψυχή να βγει να σεργιανίσει, και να καούν οι φυλακές που έχω το νου μου κλείσει. Όλοι έχουν πόνοι και πονούν, μα εγώ δεν έχω πόνοι και μόνη μου το απορώ, πώς το κορμί μου λιώνει. Τα δάκρυα όταν πέφτουνε πες μου ποιος δεν το ξέρει τρύπες ανοίγουνε στη γη κρυστάλλινοι αρουραίοι. Κάνουν την πέτρα κόσκινο πες μου αν δεν είναι αλήθεια και χάνονται στα τρίσβαθα στην πορφυρένια ψίχα. Ούτε τριγμός, ούτε λυγμός πες μου πού είναι το ψέμα ούτε βαριά πατήματα στο δρόμο για τα ξένα. Μόνο σιωπή ασάλευτη, πες μου τι δεν ταιριάζει τα παιδικά μας όνειρα κι ο χρόνος που κοχλάζει. Ανατριχίλα και γλυκιά λιποθυμιά στο άγγιγμα σου, στο καυτό σου τον ιδρώτα. Πάθος, θηλιά σφίγγει τα δυο μας τα κορμιά. Είναι το κρεβάτι μας του παραδείσου η πόρτα. Πάρε με τώρα, πάρε με μέσα στην αγκαλιά σου. Κάνε ότι θέλεις, κάνε με μόνο να ζω κοντά σου. Είσαι φωτιά κι εγώ αέρας δυνατός κι οι δυο μαζί έχουμε κάψει τη καρδιά μας. Σαν ποταμός είναι ο έρωτας αυτός και μια βαρκούλα ταξιδεύει τα όνειρά μας. Πάρε με τώρα, πάρε με μέσα στην αγκαλιά σου. Κάνε ότι θέλεις, κάνε με μόνο να ζω κοντά σου. Ξυπνάς και γίνεται η ζωή από την αρχή ξυπνάς και γίνομαι παιδί. Στο μικρό σου χέρι μια πεταλούδα οι αιώνες. Οι κύβοι πέφτουν και γελάς που σε κοιτώ χρώματα γύρω σου παντού. Φεγγοβολάς κι ανθίζεις. Άξιζε να ζήσω να σε δω. Μου λείπεις όλο πιο συχνά καθώς περνούν τα χρόνια μα δεν το λέω πουθενά παρά στα χελιδόνια. Παρά στα αποδημητικά που φεύγουν και γυρνούνε αν σε ανταμώσουν πουθενά να έρθουν να μου το πούνε. Παιδί παιδάκι αλλιώτικο από τα παιδιά του κόσμου αν με θυμάσαι και μπορείς ένα σημάδι δώσε μου. Μου λείπεις όλο πιο συχνά καθώς περνούν οι μήνες μα δεν το λέω πουθενά παρά στις καρδερίνες. Παρά σε εκείνα τα πουλιά που ζουν φυλακισμένα και τραγουδάνε πιο γλυκά από τα συνηθισμένα. Παιδί παιδάκι αλλιώτικο από τα παιδιά του κόσμου αν με θυμάσαι και μπορείς ένα σημάδι δώσε μου. Πάλι βρέχει, τα τρένα όπως πάντοτε θα φεύγουν για καινούργιες ξενιτιές. Πάλι βρέχει κοιτάζω από το τζάμι τις σκιές κι εσύ απόψε όνειρο σαν χτες. Πάλι βρέχει, πάλι βρέχει; Πάλι βρέχει στους δρόμους όπως πάντοτε την ώρα τούτη πέφτει ερημιά. Πάλι βρέχει η νύχτα τρομαγμένη στη γωνιά κι εσύ θλιμμένη θύμηση ξανά. Πάλι βρέχει, πάλι βρέχει; Πάλι βρέχει, στην πόλη που ερήμωσε με πνίγει το τραγούδι της βροχής. Πάλι βρέχει, οι φίλοι στο καράβι της γραμμής κι εσύ εδώ σαν όνειρο να ζεις. Πάλι βρέχει, πάλι βρέχει; Παλί καυγά εβάλανε τα γιασεμιά κι οι κρίνοι γιατί μυρίζουνε αυτά κι όμορφοι είναι εκείνοι. Είναι λουλούδια που περνούν στην μυρωδιά τον κρίνο, η ομορφιά του είναι αφορμή και προτιμούν εκείνο. Δώσε το μπλε στο γκρι κάνε το μοβ γαλάζιο. Δώσε παλμό στο πριν κάνε την βροχή σινιάλο σκαρφίσου πάλι ένα σκοπό παίξε με αυτό που σου αρέσει μην νομίζεις παρελθόν ότι αφήσεις στη μέση. Πάλι φεύγω. Πάλι γυρνάς. Πάλι νιώθω πως πάλι πονάς. Πάλι ξέρω. Πάλι μου μιλάς κάτι γίνεται για μας. Πάλι κλαίω, παλι γελάς. Πάλι θέλω και πάλι αγαπάς. Πάλι πέφτω. Πάλι με κρατάς κάτι γίνεται για μας Ξαναγυρνώ στο σπίτι αυτό με τους κερένιους πόθους. Είναι βαρειά η κλειδαριά κι η νύχτα λιγοστεύει και γύρω τα άστρα χύνουν φως να λούσεις τα μαλλιά σου. Ποιος στέλνει την αγάπη μου τόσες οργιές μακριά σου; Τριγύρω οι φίλοι μου οι παλιοί ποτέ δεν ήσαν νέοι κρατούν συμβάσεις κι ευωδιές παλιές και μαραμένες κι οι μέρες με σκεπάζουνε ασφυκτικά μαζί τους. Που είσαι λοιπόν, αγάπη μου, να σβήσεις τη μορφή τους; Μοιαζεί η φωνή μου αδύναμη, τη σβήνουν κάθε βράδυ σκιάζουν με φως τη νύχτα μου, χτυπούνε τα όνειρά μου. Τα λόγια μου ασθενικά δε φτάνουνε σε σένα ξυπνώ και βλέπω το πρωί τα πάντα γκρεμισμένα. Και το τραγούδι τούτο δω το μόνο που μου μένει στο στέλνω με των αστεριών το φως μες στα μαλλιά σου. Άκου λοιπόν κι απάντα μου ευθύς από το φεγγάρι κι η χάρη σου θα κατεβεί και θα έρθει να με πάρει. Η γη μια σβούρα στου ουρανού τα πλάτη γυρίζει στον αρχέγονο χορό σπασμένη η πυξίδα μου καιρό κι εγώ αφήνομαι στου ζέφυρου την πλάτη. Σε ένα πατάρι πελαγοδρομώ δεν είναι η μοναξιά που με πειράζει τις Συμπληγάδες του καπνού περνώ να ζαλιστώ με κάποια που σου μοιάζει. Στο ξόδεμα τη λύτρωση ζητώ σε δρόμους που τρελαίνεται το αίμα. Λέω τη νύχτα μέρα και το πικρό γλυκό πυξίδα μου ένα χαμένο βλέμμα. Παίζει τραγούδια με παράφορα φεγγάρια ζούμε στο ψέμα όπως στο νερό τα ψάρια μηνύματα μη στέλνεις λυπημένα αύριο θα δεις πως μας κερδίζουν τα χαμένα. Μου λες να βάλω τη ζωή μου σε μια τάξη μα ποιος στα αλήθεια ορίζει την τροχιά του η αταξία είναι του ουρανού η τάξη κι εγώ ανασταίνομαι στο γύρο του θανάτου. Στο ξόδεμα τη λύτρωση ζητώ σε δρόμους που τρελαίνεται το αίμα. Λέω τη νύχτα μέρα και το πικρό γλυκό πυξίδα μου ένα χαμένο βλέμμα Τρεις μέρες χώ, τρεις μέρες χώρισα από σένα τρεις νύχτες μέ, τρεις νύχτες μένω μοναχή, σαν τα βουνά. Που στέκουν τώρα δακρυσμένα όταν τα βρέ, όταν τα βρέχουν οι ουρανοί. Σε κάποιες ερμηνείες. Σαν τα πουλιά. Διώξε τη λύπη, παλληκάρι πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι. Πώς να βγω και, πώς να βγω και να περπατήσω τα λόγια του, τα λόγια του να θυμηθώ; με το φεγγάρι πώς, αχ πώς να τραγουδήσω με το φεγγάρι πώς να παρηγορηθώ; Αν είναι ο κόσμος αυτός είναι διαμάντι χαμένο στη λάσπη και ένας μικρός στεναγμός η πρώτη νιότη που κλαίει για αγάπη. Αν είναι ο κόσμος αυτός μια κραυγή στην ψυχή κλειδωμένη και της λογικής θησαυρός που την καρδιά στη βροχή περιμένει. Αν άλλη μια μέρα σου ράγισε να έχεις κάτι από αυτή να θυμάσαι. Η ευτυχία σου ήρθε ή άργησε; Αντιστέκεσαι ή ακόμα φοβάσαι; Πάμε μπροστά, μονάχα μπροστά με φλόγα αναμμένη στα μάτια. Καινούρια αγκαλιά ανοίγει ξανά και ενώνει τα σκόρπια κομμάτια. Πάμε μπροστά, το βλέμμα ψηλά η αλήθεια γιατρεύει το τραύμα. Καινούρια στεριά ζωή που διψά κι ακόμα αντέχει το θαύμα. Αν είναι ο κόσμος αυτός, ένα λουλούδι που ακόμα δεν άνοιξε, ένας διαβάτης σκυφτός δίχως πυξίδα και χάρτη που χάθηκε. Αν είναι ο κόσμος αυτός, ένα ταξίδι στο φως που σταμάτησε. Μια περιπλάνηση προς ένα λιμάνι που ακόμη δε φάνηκε. Ηρθες ζεστός απο ταξίδι δέκα φορές το γύρω της Γης Έλειπες για καιρό, είχες πολλά να δεις. Δεν ξεχνάει η καρδιά με την πρώτη δυσκολία. Ελα κοντά. Παμε ξανά. ΜΑΖΙ Κάποιοι, κάπου, κάπως είδαν λένε το φως μόνο εσύ έχεις τον τρόπο έλα δείξε μου πώς. Πάμε ξανά, τώρα θα είναι αλλιώς. Υπάρχει χρόνος. Κάποιοι, κάπου, κάπως σε μιαν άλλη ζωή ήρθαν πολλοί κανεις τους όμως δεν φιλάει όπως εσύ. Πιάσε το χέρι μου και γίνε της ψυχής μου ο μόνος δρόμος. Ηρθες αργά μες στο σκοτάδι μια σιγουριά στο βήμα παλιά είχες πολλά να πεις δεν έβγαλες μιλιά. Δεν θα γίνεις ποτέ μια χαμένη ευκαιρία. Ελα κοντά. Πάμε ξανά. ΜΑΖΙ. Μέσα τη ζωή μας την πεζή ως πότε πια κανείς να ζει ως πότε πια κανείς να ζει μέσα τη ρουτίνα. Τα χρόνια ρίχνουν στα μαλλιά μας την πλατίνα και την ψυχή μας γερνάνε σιγά. Ελα να φύγουμε μαζί, ακόμα το όνειρο μας ζει έλα να φύγουμε προτού κι αυτό πεθάνει πριν το κουράγιο της ζωής μας το μαράνει και πριν να πούμε πως είναι αργά. Πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα πάμε να ζήσουμε σε κόσμους μακρινούς να βγούμε λίγο από της ζωής την καταιγίδα και να γνωρίσουμε καινούργιους ουρανούς. Χτες πρωταντίκρισα την πρώτη μου ρυτίδα υπάρχουν τόσα στη ζωή που δεν τα είδα. Πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα σε κάποια μέρη που δεν ξέρει ούτε ο νους. Αν έχεις δόντι του φονιά και γούστα ματωμένα. Αν μαύρισες τον ουρανό και θες να φας κι εμένα μέσα στη καταιγίδα. Θα γίνω αγκάθι στο λαιμό σου, σκόνη μες το μάτι, μέσα στο αυτί σου ψίθυρος και σύγκρυο στην πλάτη, στη σιγουριά σου αγκίδα. Πάντα θα ξημερώνει. Σκοτάδι αν είσαι αφέγγαρο, λεπίδι δίχως πόνο, δύναμη δίχως όνειρο, ταξίδι δίχως δρόμο οργή χωρίς καθρέφτη. Θα γίνω μέρα που θα έρθει κι άνοιξη στο λουλούδι μες το γκρεμό σου αντίλαλος και πιο βαθύ τραγούδι στη μαχαιριά που πέφτει. Πάντα θα ξημερώνει. Τι είναι Ζωή, τι είναι η Ζωή και τι το ανάμεσό τους. Ένα φωσάκι αγέννητο μες την καρδιά του σκότους. Πάντα θα ξημερώνει!!! Πάντα θλιμμένη χαραυγή. Για μένα ξημερώνει. Γιατί την ώρα που ξυπνώ. Κάθε χαρά τελειώνει. Βαρύ βαρύ το ζάλο μου. Και ταπεινά βαδίζω. Μοναχικός ο δρόμος μου. Μα οπίσω δε γυρίζω. Πάντα με το παράπονο. Τα χείλι μου ανοίγει. Γιατί είναι η πίκρα μου πολύ. Και η χαρά μου λίγη. Στην μια μου χέρα έχω σταυρό. Στην άλλη το τουφέκι. Και στην ψυχή παραχωστώ. Φωτία κι αστροπελέκι. Καλησπερίζω φέρνοντας αγέρα μυρωμένο από τα αφρισμένα κύματα χιλιοτραγουδισμένο. Σε αυτό το σπίτι που ήρθαμε πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει. Άγιε μου Βασιλάκη μου και Άγιε μου Νικόλα προστάτευε τους ναυτικούς την ώρα του κυκλώνα. Χρόνια πολλά, να είστε καλά κι εσείς και οι δικοί σας να έρθουνε τα ξενάκια σας κι όλοι οι ναυτικοί σας. Σε όλους σας ευχόμαστε αγάπη, ειρήνη, υγεία, καλή καρδιά, χαμόγελο και Θεία ευλογία. Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψιλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή κι αρχή του Γεναρίου του μεγά του μεγάλου Βασιλείου. Βασίλη μου από που έρχεσαι, και από, κι από πού κατεβαίνεις και βαστάς, και βαστάς ρόδα και ραίνεις. Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις, κάτσε τον πόνο σου να πεις. Κάτσε, κάτσε να τραγουδήσεις και να μας καλώς ορίσεις κι έβγα, κι έβγα να μας κεράσεις, που να ζεις, που να ζεις και να γεράσεις. Και του χρόνου. Δεν έψαχνα από δω πιο πέρα, ούτε να πάρω, ούτε να δώσω, μα έτσι όπως πέρασες σαν σφαίρα, δεν πρόλαβα να με γλιτώσω. Το έβλεπα αυτό που θα έρθει και μου έλεγες, πως έχουμε ώρα. Γιατί δε ζεις αυτό που υπάρχει; γιατί δε χαίρεσαι το τώρα; Πες μου από τώρα, που θα πας, πες το, να δούμε αν αντέχω. Παραμονή πρωτοχρονιάς πες μου, να ξέρω πόσο έχω. Έξω ξημέρωνε ο χρόνος κι εσύ ευχόσουν και γελούσες, δε γίνεται από αυτό πιο μόνος, εγώ πνιγόμουν κι εσύ ζούσες. Δεν έχουμε αλλού να πάμε, ούτε σε κάτι να ορκιστούμε. Από το πάντα θα πονάμε κι από το ποτέ θα νικηθούμε. Πες μου από τώρα, που θα πας, πες το, να δούμε αν αντέχω. Παραμονή πρωτοχρονιάς πες μου, να ξέρω πόσο έχω. Τον ήλιο το φεγγάρι τη θάλασσα ρωτάω μην την είδαν αντάμωσαν κι ο ήλιος μου απαντάει από το βουνό θα φέξω όλο τον κόσμο και θα τη βρω. Μου λέει το φεγγάρι και μου γελά στης μάνας της κοιμάται την αγκαλιά εγώ θα την ξυπνήσω όταν τη δω εμένανε με ακούει σαν της μιλώ. Κι η θάλασσα μου λέει από τα βάθη της εσύ θα είσαι για πάντα η αγάπη της τα κύματα θα στείλω του ωκεανού να παν να της δροσίσουν καρδιά και νου. Κι η θάλασσα μου λέει από τα βάθη της εσύ θα είσαι για πάντα η αγάπη της εγώ όλα τα ενώνω να σε χαρώ τα δυο τα κάνω ένα γη κι ουρανό Ματώνουνε τα στήθια μου που όλο κλαις μικρό μου. Πες μου σε τι σε πίκρανα παραπονιάρικό μου; Δε σε έχω σαν τα μάτια μου και ντέρτι μυστικό μου; Γιατί να μου πικραίνεσαι παραπονιάρικό μου; Κατάλαβε τη σκέψη μου και νιώσε τον καημό μου και πάψε να πικραίνεσαι παραπονιάρικό μου. Ό,τι, από πρώτα, καλά ετοιμασμένο και προβαρισμένο κι αν παίξεις, λαμπρός ηθοποιος λουσμένος στο φως γοητεία και τέχνη, μαστοριά καλλιτέχνη, μακιγιάζ και κοστούμι. Στο κέντρο του κόσμου το ρόλο σου παίξε το γέλιο, το κλάμμα στις λέξεις, η σκηνή σε ζεσταίνει, σε αγκαλιάζει, σε ραίνει με λουλούδια, με χρήματα, με χειροκροτήματα σε ουρανούς σε πηγαίνει. Μα η αλήθεια, γλυκιά ή πικρή, παρασκήνιο είναι, ψυχή μου, κρύψου όσο θέλεις μα κάποια στιγμή η αυλαία θα ανοίξει, θα σε αποκαλύψει, τότε παίξε αν μπορείς, αν μπορείς. Στα χρώματα, πάντα να παίζει η μπάντα τραγούδια για αγάπες και μίση, ντυμένος κουρέλια, ντυμένος με τάξη, βασιλιάς και ζητιάνος, πολισμάνος και κλέφτης, στρατηγός και φαντάρος. Στα πόδια σου ο κόσμος, ο όμορφος κόσμος κι εσύ, λαμπερός μέσα στη μέση, η νύχτα σε κλέβει, η μέρα ζηλεύει, των θεών χαϊδεμμένος, της ζωής κερδισμένος, εραστής, ερωμένος. Μα η αλήθεια, γλυκιά ή πικρή, παρασκήνιο είναι, ψυχή μου, κρύψου όσο θέλεις μα κάποια στιγμή η αυλαία θα κλείσει, μοναχό θα σε αφήσει, τότε παίξε αν μπορείς, αν μπορείς. Τον ρόλο μου τον έμαθα. Τον έμαθα νεράκι. Οι θεατές σωπαίνουνε. Στο τρίτο καμπανάκι. Μα δεν μπορώ τους προβολείς. Μα δεν μπορώ τα φώτα. Δεν το αντέχω να με δεις Λουσμένη στον ιδρώτα. Αρχίζει η παράσταση. Μα η αυλαία κλείνει. Κανείς δεν ξέρει σίγουρα. Τι πρόκειται να γίνει. Αν δεν ανέβεις στη σκηνή. Δεν ξέρεις τι θα χάσεις. Μπορεί να είναι δάκρυα. Μπορεί και να γελάσεις. Τα μυστικά της τέχνης μου. Δεν ξέρω πού τα πήρα. Πάντα θα νιώθω άμαθη. Χωρίς μια στάλα πείρα. Όμως τη θλίψη της καρδιάς. Την έχω ξανανιώσει. Τη γνώρισα με γνώρισε. Με έχει μαραζώσει. Αρχίζει η παράσταση. Μα η αυλαία κλείνει. Κανείς δεν ξέρει σίγουρα. Τι πρόκειται να γίνει. Αν δεν ανέβεις στη σκηνή. Δεν ξέρεις τι θα χάσεις. Μπορεί να είναι δάκρυα. Μπορεί και να γελάσεις. Παραστράτησα για σένα. Κι ο ντουνιάς γελάει με μένα το μυαλό σου δεν αλλάζει. Δε σε νοιάζει, δε σε νοιάζει. Σαν αλήτης τριγυρνάω, πίνω για να σε ξεχνάω. Κι αν με τρώει το μαράζι. Δε σε νοιάζει, δε σε νοιάζει. Μου έλεγες σαν με φιλούσες, πως τρελά με αγαπούσες. Τώρα ο νους σου δε με βάζει. Δε σε νοιάζει, δε σε νοιάζει. Πάρε τα χνάρια που άφησαν τα μαύρα δάκρυά μου κι έλα απόψε να με βρεις εκεί στην ερημιά μου. Βήμα βήμα, δάκρυ δάκρυ, θα με βρεις σε κάποιαν άκρη να κλαίω για σένα αγάπη μου, που τωρα ζεις μακριά μου. Αντιλαλούν οι ρεματιές όταν αναστενάζω και από την καρδιά μου βγαίνουν φωτιές για σένα όταν σπαράζω. Πάρε τα χνάρια να με βρεις και σώσε με αφού μπορείς. Δακρύζουν μάτια και καρδιές όταν αναστενάζω κι από τα στήθια βγαίνουν φωτιές για σένα όταν σπαράζω. Πάρε τα χνάρια να με βρεις και σώσε με αφού μπορείς. Στάσου, που πας σου είχα πει μέσα στη νύχτα και πως πετάς για ένα πείσμα μια ολόκληρη ζωή. Εσύ ήσουν το εγώ εγώ ήμουν το εμείς με τέτοιο εγωισμό δεν έμεινε κανείς. Το κάψαμε το όνειρο η στάχτη έχει μείνει γαλήνη ήθελα εγώ κι εσύ ήσουνα μπουρίνι. Το κάψαμε το όνειρο η στάχτη έχει μείνει το σπίρτο ήσουνα εσύ και πάρε την ευθύνη. Τώρα, μου λες πως δεν μπορείς χωρίς εμένα υπερβολές θέλεις το δώρο σου, μιας κι ήρθαν οι γιορτές. Σταμάτα πια να κλαις τέλειωσαν οι γιορτές δεν έχω αντοχές γι άλλες ενοχές. Το κάψαμε το όνειρο η στάχτη έχει μείνει γαλήνη ήθελα εγώ κι εσύ ήσουνα μπουρίνι. Το κάψαμε το όνειρο η στάχτη έχει μείνει το σπίρτο ήσουνα εσύ και πάρε την ευθύνη Δεν το αναλύω πιο πολύ το θέμα που με καίει. Κανένας σας δε φταίει το παίρνω απάνω μου όλο εγώ. Βγάλτε με μόνο για καφέ, να πάρω λίγο αέρα. Σαν να έφαγα μια σφαίρα και δεν μπορώ να σηκωθώ. Παρέα μόνο σάς ζητώ δε θέλω να το συζητώ. Δε θέλω αναλύσεις μην ψάχνετε για λύσεις. Παρέα διακριτική, σαν να μην είστε καν εκεί. Αν θέλεις να μιλήσεις, το κάνεις πριν κυλήσεις. Σαν να μην έγινε ποτέ. Για τον καιρό ας πούμε. Τη λύση δε θα βρούμε, όσο κι αν θέλετε πολύ. Βγάλτε με μόνο για ποτό γνωρίστε μου γνωστούς σας. Και για τους εαυτούς σας κρατείστε κάθε συμβουλή. Παρέα μόνο σάς ζητώ δε θέλω να το συζητώ. Δε θέλω αναλύσεις μην ψάχνετε για λύσεις. Παρέα διακριτική, σαν να μην είστε καν εκεί. Αν θέλεις να μιλήσεις, το κάνεις πριν κυλήσεις. Παρέα διακριτική, σαν να μην είστε καν εκεί. Αν θέλεις να μιλήσεις, το κάνεις πριν κυλήσεις. Έλα και διώξε την συννεφιά από την θλιμμένη μου καρδιά άλλη αγάπη δεν ξαναύρα έφυγες κι είναι όλα μαύρα. Σε μένα γύρισε ξανά γιατί η καρδιά μου σε πονά. Παρηγοριά μου γύρνα κοντά μου για να μου φέρεις την χαρά θα με φιλήσεις και θα νομίσεις πως με αγαπάς πρώτη φορά. Σε μένα γύρισε ξανά γιατί η καρδιά μου σε πονά. Απόψε να με θυμηθείς πάρε τον δρόμο και να έρθεις άλλη αγάπη εγώ δεν έχω μακριά από σένα δεν αντέχω. Ο χωρισμός είναι σκληρός δεν τον γιατρεύει ο καιρός. Παρηγοριά μου γύρνα κοντά μου για να μου φέρεις την χαρά θα με φιλήσεις και θα νομίσεις πως με αγαπάς πρώτη φορά. Σε μένα γύρισε ξανά γιατί η καρδιά μου σε πονά. Την γκρεμισμένη μας φωλιά έλα να κτίσουμε ξανά κι εγώ το ξέρω κι εσύ το ξέρεις πως υποφέρω και υποφέρεις. Μια τέτοια αγάπη δεν μπορείς ούτε να βρω ούτε να βρεις. Παρηγοριά μου γύρνα κοντά μου για να μου φέρεις την χαρά θα με φιλήσεις και θα νομίσεις πως με αγαπάς πρώτη φορά. Σε μένα γύρισε ξανά γιατί η καρδιά μου σε πονά. Στης θάλασσας τη μοναξιά στο απόμακρο λημέρι πατρίδα έχω από φωτιά και σίδερο φτιαγμένη. Μνήμες θολές σε συναντούν και σου κρατούν το χέρι κάνουνε πως σε αγαπούν μα στήνουνε καρτέρι. Κι όσοι θαρρούν πως σε πονούν πατρίδα αγαπημένη το βράχο όσο κι αν χτυπούν για πάντα βράχος μένει. Κι αν το αμπέλι μαραθεί κι αν η ελιά λυγίσει μόνη θα ξαναγεννηθεί στον κόσμο να ανθίσει. Γυμνοί μαζί μες στην βροχή στην μπόρα και στο αγιάζι μέσα στο καταχείμωνο ζεστό το χιόνι μοιάζει. Κι όσοι θαρρούν πως σε πονούν πατρίδα αγαπημένη το βράχο όσο κι αν χτυπούν για πάντα βράχος μένει. Κι αν το αμπέλι μαραθεί κι αν η ελιά λυγίσει μόνη θα ξαναγεννηθεί στον κόσμο να ανθίσει. Κι όσοι θαρρούν πως σε πονούν πατρίδα αγαπημένη το βράχο όσο κι αν χτυπούν για πάντα βράχος μένει. Το βράχο κάνε μη χτυπούν στάσου ανδρειωμένη. Μες σε αυτή τη γειτονιά έχω μπλέξει βρε παιδιά, μια μικρούλα. Πατρινιά μου έχει πάρει τα μυαλά. Αμάν αμάν Πατρινιά είσαι όλο τσαχπινιά, τα σγουρά σου τα μαλλιά μου έχουν κάψει τη καρδιά. Άιντε να ζήσει η Πάτρα θα μεθύσω μια βραδιά για τα σένα πατρινιά, και θα έρθω στη γειτονιά να στα κάνω γης μαδιάμ. Αμάν αμάν δεν βαστώ Πατρινιά θα τρελαθώ, για τα σένα ξενυχτώ στις ταβέρνες και μεθώ. Γεια σου Πατρινιά. Κοντά στα κύματα θα χτίσω το παλάτι μου. Θα βάλω πόρτες με αλυσίδες και παγώνια. Και μες στη θάλασσα θα ρίξω το κρεβάτι μου γιατί κι οι έρωτες μου φάγανε τα χρόνια. Να κοιμηθώ στο πάτωμα να κλείσω και τα μάτια γιατί υπάρχουν κι άτομα που γίνονται κομμάτια. Ξυπνώ μεσάνυχτα κι ανοίγω το παράθυρο κι αυτό που κάνω ποιος σου το είπε αδυναμία. Που λογαριάζω το μηδέν μου με το άπειρο και βρίσκω ανάπηρο τον κόσμο στα σημεία. Να κοιμηθώ στο πάτωμα να κλείσω και τα μάτια γιατί υπάρχουν κι άτομα που γίνονται κομμάτια. Η νύχτα σκέπασε βαριά Αθήνα και Περαία φέρτε μου ένα μπαγλαμά και κάντε μου παρέα, για μένα απόψε η βραδιά είναι η τελευταία. Κι όταν σωπάσει ο μπαγλαμάς κάποιος θα λείπει από μας, κάποιος θα λείπει από μας πέθανε ο μπάρμπα Θωμάς. Για τελευταία πια φορά παρέα θα σας κάνω, ύστερα θα αποκοιμηθώ ύστερα θα πεθάνω. Οι τελευταίες μου πενιές στον μπαγλαμά μου απάνω. Κι όταν σωπάσει ο μπαγλαμάς κάποιος θα λείπει από μας, κάποιος θα λείπει από μας πέθανε ο μπάρμπα Θωμάς. Στάθηκα πολλές φορές εδώ που είχες σταθεί ένα κρύο πρωινό στο κάθε σου χέρι ένα παιδί μια οικογένεια από την παλιά Ελλάδα στην Θεσσαλονίκη του 1970, χειμωνιάτικη λιακάδα. Και κοιτάζω ένα μωρό που με κοιτάζει με απορία μέσα από ένα σκούφο, μια παλιά φωτογραφία Λεωφόρος Νίκης παραλιακή, πριν σαράντα χρόνια κάποια Κυριακή θα ήταν. Μου έκλεισες το μάτι κι έσβησες το φως ξύπνησα κι ο κόσμος είναι αλλιώτικος ήταν λέει μια κακή στιγμή ψάχνω και δεν είσαι τώρα εκεί. Τσιγάρα στο φωταγωγό φωτιές στην παραλία ποτά φυτίλια, μάταιη βία, σύρμα, τρέχω να ξεφύγω πυροσβεστική και περιπολικά γλύτωσα από θαύμα φίλε, ότι κι αν σου λέω είναι λίγο. Πλήξη κι απαξία, ενδογενής μελαγχολία άγχος, ασφυξία, πανικός ουρλιάζω μες στον ύπνο μου. Έριξα ένα τζαμί άγρια χαρά, κατόρθωμα όχι αστεία βγήκα στην παρανομία πια. Μου έκλεισες το μάτι κι έσβησες το φως ίσως κάποια μέρα να μου έδειχνες το πως φτάνει μόνο μια κακή στιγμή για να σε τραβάνε μια ζωή. Μα εδώ δεν έχω φίλους πια και τίποτα δικό μου κάτι χρέη σβήνω από τον παλιό εαυτό μου πήρα αυτό που ήθελα και πλήρωσα ακριβά έδωσα ότι είχα ήταν λίγα ήταν πολλά δεν ξέρω. Μα ακόμα φτάνω στο λιμάνι με τα πόδια και γυρίζω παίρνω φόρα, πέφτω πάλι μέσα στου ουρανού το γκρίζο μέσα από την ομίχλη φάνηκε ένα πλοίο το ρολόι δείχνει περασμένες δύο. Μα έλα κλείσε μου το μάτι, σβήσε μου το φως τώρα πια ο κόσμος είναι αλλιώτικος ήταν λέει μια κακή στιγμή ψάχνω μα δεν είσαι πια εκεί. Πέντε έξι μάγκες είμαστε σαΐνια μες στην πιάτσα γνωστοί για τα γλεντάκια μας και τα τρελά στραπάτσα. Δεν αρέσει σε όλους μας η τεμπελιά κάθε μέρα όλοι πρώτοι στην δουλειά, κάθε μέρα όλοι πρώτοι στην δουλειά δεν αρέσει σε όλους μας η τεμπελιά. Ρεφαρισμένοι πάντοτε ντυνόμαστε στην πένα και κούρσα διαθέτουμε μοντέλο 1961. Κάθε βράδυ στα μπουζούκια βρε παιδιά, πω πω γλέντι κέφι και καλή καρδιά. Πω πω γλέντι κέφι και καλή καρδιά, Κάθε βράδυ στα μπουζούκια βρε παιδιά. Στα πέριξ μας γνωρίζουνε και σε όλη την Αθήνα και πάντα δίνουμε παρόν όπου καλή ρετσίνα. Μας αρέσει πότε πεύκο κι αμμουδιά, πού και πού και κρουαζιέρα στα νησιά. Πού και πού και κρουαζιέρα στα νησιά, μας αρέσει πότε πεύκο κι αμμουδιά. Πέρασα χθες από τη γειτονιά σου και στάθηκα για μια στιγμή, η μάνα σου ετοίμαζε τα προικιά σου κι όλα θυμίζανε γιορτή. Μη προδοθώ μπήκα στο καφενείο μα εκεί κερνάγαν το γαμπρό, με γνώρισαν στο τσούρμο κάνα δυο και μου έβαλαν κρυφά να πιω. Μέσα μου έκλαιγε ένα μπλουζ και εσύ βαφόσουνα στα ρουζ, δεν έχω σώμα ούτε ψυχή σαν μια συρμάτινη χορδή θα σπάσω στον καημό σου. Μέσα μου έκλαιγε ένα μπλουζ και εσύ βαφόσουνα στα ρουζ. Ποια μάγισσα το νου σου έχει πάρει, ποιοι λόγοι σε έφεραν εκεί, το θέλησες ή στο έχουν επιβάλλει κάποιοι επιστήθιοι εχθροί. Μου είπε ο Κωστής φύγε για να μην γίνει, μην γίνει απόψε μακελειό, μα αυτή η πληγή, αυτή η πληγή πώς κλείνει φίλε μου πες μου να σωθώ. Μέσα μου έκλαιγε ένα μπλουζ και εσύ βαφόσουνα στα ρουζ, δεν έχω σώμα ούτε ψυχή σαν μια συρμάτινη χορδή θα σπάσω στον καημό σου. Μέσα μου έκλαιγε ένα μπλουζ και εσύ βαφόσουνα στα ρουζ. Πέρασε κείνος ο καιρός που είμαστε οι δυο μας ένα και μόνο θύμησες παλιές με δένουνε με σένα. Εσύ που μου έδιδες χαρά κι ελπίδα στη ζωή μου έκαμες να είναι στεναγμός η κάθε αναπνοή μου Εσείς που πάντα χαίρεστε αλλά δεν υποφέρεστε και άγεστε και φέρεστε και κρίνετε αναλόγως. Τη χάρη να μου κάνετε μέχρι εκεί που φτάνετε στο στόμα σας μη πιάνετε τον περί ου ο λόγος. Δικά σας μέτρα και σταθμά κρατούν τον κόσμο στα δεσμά είναι η ψυχή σας χάλασμα και κρίνετε αναλόγως. Μα αυτός που κάνει μόνος του τα λάθη τα δικά του ξύπνιο κρατάει το Θεό και κλέβει τη φωτιά του. Κι είναι το μαύρο πρόβατο που διάλεξε από τη φύση το πιο βαθύ σημάδι του ο έρωτας να αφήσει. Εσείς που επιβιώσατε σβήσατε και φουντώσατε τον κόσμο ματαιώσατε ξανά στο πάρατρίχα. Όλα τα ξεπεράσατε νικήσατε ότι χάσατε μα όμως δεν πεινάσατε για του Θεού την ψίχα. Εσείς του κόσμου αρπακτικά περνάτε για αφεντικά μα είσαστε τα δουλικά στου θάνατου την προίκα. Μα αυτός που κάνει μόνος του τα λάθη τα δικά του ξύπνιο κρατάει το Θεό και κλέβει τη φωτιά του. Κι είναι το μαύρο πρόβατο που διάλεξε από τη φύση το πιο βαθύ σημάδι του ο έρωτας να αφήσει. Κανείς δεν είναι της γης το αλάτι κι όμως όλοι μας μες στη ζωή κρύβουμε αυτό το ανεκτίμητο κάτι που είναι το αλάτι της για μια στιγμή. Δεν είναι ένοχοι όλοι οι δολοφόνοι. Ούτε αθώοι όλοι οι δικαστές. Μα θά ήταν όμορφο καθώς ξημερώνει κι οι δύο τους να ανήκαν στο χθες. Τίποτα δε χτίζεται πάνω στην πέτρα. Όλα πάνω στην άμμο χτίζονται. Μα εγώ θα χτίζω πάνω στην άμμο. Σαν να ήταν η άμμος πέτρα. Μη την λατρέψεις τυφλά την αλήθεια γιατί ο καθένας μας την έχει αρνηθεί μέσα σε μια μέρα μονάχα χίλιες φορές για να σωθεί. Κι αν θα σε βάλει σε πειρασμό το κορμί σου συγχώρεσέ το κι άκου τι λέει τι κρύβει το σώμα, τι κρύβει η ψυχή σου αυτό μπορεί να μην το μάθεις ποτέ. Τίποτα. Ούτε η εκδίκηση ούτε η συγγνώμη βρήκανε μέσα μου κάποια γωνιά. Η λησμονιά είναι η μόνη συγγνώμη και η μόνη εκδίκηση η λησμονιά. Ρίξε τα μαργαριτάρια στα αγρίμια. Δως την καρδιά σου εκεί στα σκυλιά όσοι αγαπάνε τη ζωή ξοδεύονται. Δίνονται, δίνονται κι είναι αυτό που μετράει. Τίποτα. Ευτυχισμένοι, τέλος, όσοι αγαπάνε κι όσοι αγαπιόνται δεμένοι σφιχτά ευτυχισμένοι κι όλοι όσοι μπόρεσαν να ξεπεράσουνε αυτά τα δεσμά. Τίποτα. Περνά ο καιρός μα η σκέψη μου δε φεύγει από κοντά σου για αυτό και είμαι ταχτικά φως μου στα όνειρα σου. Είναι στιγμές που αισθάνομαι το βλέμμα σου κοντά σου σαν επισκέφτης να χτυπά τη πόρτα της καρδιάς μου. Τη λύπη πρόσωπο φοράς το γέλιο στενοχώρια κι από τον κόσμο χώρια τον δρόμο σου τραβάς. Κλειδώνεις μέσα σου σκιές τους φίλους σου τους διώχνεις και ζεις για να ανταμώνεις μονάχα με σκιές. Πες μου λοιπόν τώρα που σκοτεινιάζει ποια αγάπη σε τρομάζει και πίσω σου κοιτάς. Δώσε μου λοιπόν να κάψω το μαράζι που μέσα σου φωνάζει και σε άλλους μη μιλάς. Κρατάς φεγγάρι σκοτεινό τις νύχτες τις μεγάλες με της βροχής τις στάλες κρατάς τον ουρανό. Στρώνεις σεντόνι μοναχό και εγώ διπλή κουβέρτα τα νιάτα σου όλα φέρτα να τα τυλίξω εγώ. Πες μου παππού, πες μου παππού αυτός ο κόσμος πάει που και του δικού σου του σκοπού μάθε μου την αξία. Να σε συλλάβω δεν μπορώ μυαλό δεν έχω κοφτερό ήμουνα κι έμεινα μωρό στην κυριολεξία. Πες μου γιαγιά, πες μου γιαγιά γιατί αν δεν έχουμε μαγιά ότι κι αν κάνουμε γιαγιά η ζύμη δε φουσκώνει. Και πες μου σε παρακαλώ όταν το αλεύρι είναι καλό πως αβγαταίνει το κιλό και βγαίνουνε δυο τόνοι. Πες μου μπαμπά, πες μου μπαμπά τον κόσμο με τον αραμπά τον κόσμο με τον αραμπά γιατί να τον ταράξεις. Τώρα δεν πιάνεται μπαμπά πετάει τρέχει κολυμπά με ένα λαχάνιασμα μπαμπά στη σκέψη και στις πράξεις. Πες μου μαμά, πες μου μαμά γιατί όταν πάω σινεμά ενώ αλλάζω σινεμά το έργο δεν αλλάζει. Έρχεται ο άγριος μαμά για νταηλίκι κι αχταρμά ψήνει τον ήμερο μαμά τον τρώει και ησυχάζει. Πέστε μου όλοι σας καλέ πώς κάνουνε στο κυριλέ πώς κάνουνε στο κυριλέ τα πάντα οι μεγάλοι. Και τα στραβόμοιρα καλέ τα κρύβουν σε Γεντί Κουλέ έτσι και κάψουν ναργιλέ και στρώσουνε κεφάλι να χαχανίσουν τη ζωή και τούτη κι όποια άλλη. Δε θέλω άλλα στιχάκια ερωτικά, αυτά που λένε εύκολα το σε αγαπώ τους. Απόψε βάλε δυο τραγούδια λαϊκά που ρίζωσαν μετρώντας τον καημό τους. Δε θέλω άλλα χάδια τρυφερά, μην πεις είμαι η αγάπη σου ακόμα. Απόψε φόρεσε σαν ρούχο την καρδιά και μίλησέ μου, σώμα, με το σώμα. Πες μου τα αληθινά σου κι ας με λυγίσουν και ας με σπάσουν. Πες μου τα αληθινά σου και ας με κόψουνε στα δυο. Έτσι κι αλλιώς αυτό που με έφερε κοντά σου δεν ήταν ψέμα, ήτανε βλέμμα αληθινό. Μη μου μιλάς με λόγια τρυφερά, αυτά αρέσουν στο μυαλό κι όχι στο σώμα. Απόψε βάλε μες στο στόμα σου σπαθιά και μίλα μου όπως η φωτιά στο χώμα. Πες μου, τι είμαι για εσένα, ένα γράμμα ή τα αλφάβητο, πάθος, λάθος ή ψέμα, στης ψυχής σου το άδυτο. Μονοπάτι ή δρόμος, τυραννία ή απόλαυση, ο παράδεισος είναι ή του έρωτα η κόλαση, ή του έρωτα η κόλαση. Πες μου, τι είμαι, να το μάθω, πες μου, τι είμαι, να το μάθω κι ότι αξίζω, ας το πάθω, αρκεί να μάθω, πες μου, τι είμαι κι ας το πάθω, αρκεί να μάθω. Πες μου, τι είμαι για εσένα, στη ζωή εισητήριο, του καφέ κατακάθι ή τσιγάρο μυστήριο. Η βροχή που δεν ήρθε ή ένας μύθος που έπεσε, μελωδία αν είναι ή μια νότα που ξέπεσε, ή μια νότα που ξέπεσε. Πες μου, τι είμαι, να το μάθω, πες μου, τι είμαι, να το μάθω κι ότι αξίζω, ας το πάθω, αρκεί να μάθω, πες μου, τι είμαι κι ας το πάθω, αρκεί να μάθω. Πες μου, τι είμαι κι ας το πάθω, αρκεί να μάθω, πες μου, τι είμαι κι ας το πάθω, αρκεί να μάθω, πες μου, τι είμαι κι ας το πάθω, αρκεί να μάθω. Και που λες σε αγαπώ. Μιας και το φερε εδώ. Η κουβέντα. Το ρισκάρω που λες. Κάτι νύχτες θολές. Που χω ρέντα. Το ρισκάρω που λες. Με ελπίδες πολλές. Για αβάντα. Με ρωτάς τι να πεις. Οπαδός της σιωπής. Από πάντα. Πες ότι θες. Δε με πειράζει. Ότι να ναι. Είναι οι σιωπές κι όχι τα λόγια που πονάνε. Πες οτι θες. Δε με πειράζει. Πες μια λέξη. Αναλαμβάνω την ευθύνη αν μας μπλέξει. Και που λες σε αγαπώ. Μιας και θες να σου πω. Τι με τρώει. Βιαστικά μου γελάς. Να μη δω που κοιτάς. Το ρολόι. Βιαστικά μου γελάς. Μια σιωπή κουβαλάς. Για ασπίδα. Προσπαθείς να μη δω. Πως τελειώνουμε εδώ. Μα το είδα. Πες ότι θες. Δε με πειράζει ότι να ναι. Είναι οι στιγμές κι όχι τα χρόνια που περνάνε. Πες ότι θες. Δε με πειράζει. Πες μια λέξη. Δώσε το χρόνο στην καρδιά σου να διαλέξει. Εσύ να παίζεις τη δική σου ιστορία, χορός αγγέλων στου πεπρωμένου τη σφαγή. Να αλλάζεις όνομα σε κάθε νέο φόβο που έτυχε να είναι δίπλα σου το πρωί. Κι εγώ να παίζω με μιαν άθλια κουστωδία, φεγγάρια βρωμικα σε βρωμικο ουρανό. Μικρές λεξούλες που με παίρνει να φωνάζω σε σάπιους κόλακες που φέρνουν πυρετό. Κι άλλη μια φορά να διστάζω κι άλλη μια φορά να ξεχνώ. Άλλη μια φορά να φωνάζω, άλλη μια φορά να μη ζω, να μη ζω. Μου φέρνεις πέτρινα νησιά τα καλοκαίρια, δρόμους γεμάτους δέντρα και θυμό, μια ζεστασιά θεϊκή τα μεσημέρια, άλλες φορές με αφήνεις να ξεχνώ. Κι ύστερα χάνομαι σε μαύρες παραλίες τις ώρες που χαράζει. Φτηνό παράπονο, μίζερες μελωδίες σε ρυθμό που τους ταιριάζει. Κι άλλη μια φορά να διστάζω κι άλλη μια φορά να ξεχνώ. Άλλη μια φορά να φωνάζω, άλλη μια φορά να μη ζω, να μη ζω. Μου λες κουράστηκες δε θες να περιμένεις είκοσι χρόνια το ίδιο φόρεμα να υφαίνεις κι εγώ που γύρισα τον κόσμο δίχως χάρτη άκου τι έμαθα δεμένος στο κατάρτι. Όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι κι όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη. Σε σένα πάντα θα γυρνώ κι αν δε σου φτάνει καράβι γίνε να γινώ εγώ λιμάνι να δούμε μάτια μου στο τέλος ποιος θα αντέξει και ποιος καλύτερα το ρόλο του θα παίξει. Όλους τους ξέμπαρκους τους τρώει το σαράκι κι όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη. Κι όσα δεν έγιναν μην τρέχεις να προλάβεις αφού δεν μπόρεσες ποτέ να καταλάβεις πως ήσουν πάντα από την αρχή μέχρι το τέλος εσύ η ασπίδα μου το τόξο και το βέλος. Κι όλους τους ξέμπαρκους θα τρώει το σαράκι κι όσοι ταξίδεψαν ζηλεύουν την Ιθάκη Μου λες κουράστηκες δε θες να περιμένεις είκοσι χρόνια το ίδιο φόρεμα να υφαίνεις. Δέκα χρόνια άφαντος κι ούτε μια φωνή, Πηνελόπη έγινα σε άγονη γραμμή. Δέκα χρόνια πέρασα στην. Παροναξιά κι ούτε γνώμη άλλαξα, ούτε μοναξιά. Δέκα χρόνια πάνε που γυρνάς κι ακόμα να φανείς, σίγουρα θα ερχόσουν πιο νωρίς με πλοίο της γραμμής. Ναυαγό να σε έβρισκα, σαν τη Ναυσικά, δέκα χρόνια να έσβηνα κι όνειρα κακά. Και γυμνό να σε άφηνα μες στη φυλλωσιά, δέκα νύχτες έρωτα για μια φορεσιά. Δέκα χρόνια πάνε που γυρνάς κι ακόμα να φανείς, σίγουρα θα ερχόσουν πιο νωρίς με πλοίο της γραμμής. Είσαι γεμάτη αρχαία μυστικά. Χάρτης χωρίς σημάδια. Μες στην ψυχή σου χίλια αερικά, Στήνουν χορό με κόλπα μαγικά, Σαν πέφτουν τα σκοτάδια. Πιες από τα μάτια μου φωτιά, Και κάψε την ψυχή μου. Σαν ξαφνική παλίρροια, Μπήκες μες τη ζωή μου. Πιες από τα μάτια μου φωτιά, Και κάψε την ψυχή μου. Είσαι σαν πίνακας χωρίς υπογραφή. Ποίημα χωρίς ψεγάδια. Σαν την ευθεία που την έβλεπα στροφή. Αλήθεια που έμεινε μισή ανασκαφή. Ήλιοι που γίνανε βράδια. Πιες από τα μάτια μου φωτιά, Και κάψε την ψυχή μου. Σαν ξαφνική παλίρροια, Μπήκες μες τη ζωή μου. Σαν ξαφνική παλίρροια, Μπήκες μες τη ζωή μου. Πιες από τα μάτια μου φωτιά, Και κάψε την ψυχή μου. Κοίταξέ με, σε φοβάμαι κοίτα με, μπερδεύομαι είμαι όνειρο, κοιμάμαι και σε ονειρεύομαι. Τρυφερό με μαλλιά λυτά, άσπρο σα νερό και πικραγαπημένο. Σε αγαπώ με αναφιλητά, κι ίσως να στο πω την ώρα που πεθαίνω. Με το μαύρο, το πιο μαύρο μυστικό σε ράντισα, ρώταγες τι ψάχνω να βρω κι όμως δε σου απάντησα. Αφού βαρέθηκες γιατί δε φεύγεις. Και επιμένεις να με γελάς. Αφού με πρόδωσες γιατί γυρεύεις. Τα παραμύθια σου να μου πουλάς. Είναι πικρό μαρτύριο να ζω και να πεθαίνω. Της προδοσίας η πληγή είναι βαριά. Είναι πικρό μαρτύριο να ζω και να μαθαίνω. Πόσο πονάει στην καρδιά η μαχαιριά. Είναι ανθρώπινο να αγαπήσεις. Ίσως να βρήκες αυτό που θες. Όμως απάνθρωπο να με γεμίζεις. Με τόσα ψέματα και προσβολές. Είναι πικρό μαρτύριο να ζω και να πεθαίνω. Της προδοσίας η πληγή είναι βαριά. Είναι πικρό μαρτύριο να ζω και να μαθαίνω. Πόσο πονάει στην καρδιά η μαχαιριά. Εμένα δε με δείλιασες ντουνιά με το φαρμάκι εσύ στο ζόρι το έριξες κι εγώ στο τραγουδάκι. Πικρό ποτήρι είναιη ζωή φαρμάκι μες στο στόμα μικρές και λίγες οι χαρές κι όμως μέσα στις συμφορές θέλεις να ζεις ακόμα. Κι αν το γυρέψει η θύμηση παλιούς καημούς να ανάψει εγώ θα αντέχω, το ορκίστηκα ζωή μου με έχεις κάψει. Κάτω από την άσφαλτο είναι χώμα και κρυμμένοι εκεί σπόροι χιλιάδες όλοι βυθισμένοι λένε ακόμα να έρθει ετούτη η Άνοιξη ραγιάδες. Πάνω σε άσπρους τοίχους κρεμασμένοι πίνακες που δείχνουνε τη φύση είμαστε όλοι κάπως γκρεμισμένοι άμαχους μας έχουνε νικήσει. Να ονειρευτούμε αλλού να πάμε. Τώρα πια. Δεν ξέρεις πια. Δεν έχουμε. Όπου και να θέλουμε να πάμε πρέπει τώρα λένε να προσέχουμε. Μέσα στο συρτάρι μαζεμένα πράγματα που βλέπω, σαν τα ανοίγω τι θα γίνουν λέω όταν φύγω δε μιλάνε αλλού μόνο σε μένα. Είμαστε όλοι κάπως γκρεμισμένοι άμαχους μας έχουνε νικήσει πίνακες σε τοίχους κρεμασμένοι πίνακες που δείχνουνε τη φύση. Τι όνειρα που έφτιαξα βγήκαν παραμύθια κι άδικα επίστεψα στη γλυκιά ματιά. Η καρδιά μου πόνεσε στην πικρή αλήθεια γιατί όσα γνώρισα ήταν μια ψευτιά. Πίστεψα σε όνειρα που έχτισαν δυο μάτια και γι αυτά αρνήθηκα πλούτη και παλάτια. Πίστεψα σε όνειρα αστροφωτισμένα μα τα είδα γύρω μου όλα γκρεμισμένα. Σε δυο χείλη πίστεψα κόκκινα βαμμένα και σε δυο κατάλευκα χέρια τρυφερά. Τώρα όλα σβήσανε είναι περασμένα κι η ζωή που έμεινε δίχως πια χαρά. Πίστεψα σε όνειρα που έχτισαν δυο μάτια και γι αυτά αρνήθηκα πλούτη και παλάτια. Πίστεψα σε όνειρα αστροφωτισμένα. Μα τα είδα γύρω μου όλα γκρεμισμένα. Και τίποτα άλλο δε θυμάμαι να έχω ζήσει που να έχει μέλι από σκουριά στην άκρη του σβησμένο, όσο όταν στέκομαι στα πόδια μου μετά από μεθύσι και να με πάρεις αγκαλιά στο δρόμο περιμένω. Θέλω να δω το άστρο του κόσμου μέσα από τα μάτια ενός πιτσιρικά να ημερέψω λίγο φως μου κι όταν θα γεννηθεί ο γιος μου θα μου τα μάθει της ζωής τα μαγικά. Και ξόδεψα και μοίρασα και μάλλον ξεχρεώνω μια στοίβα χρόνια ασθενικά με μια αγκαλιά σκουπίδια. Άλλα να θέλω σαν τρελός και με άλλα να ματώνω, φυγές να σκάβω μες στη γη και να γυρνώ στα ίδια. Ποια μέλισσα το μέλι σού έχει φέρει. Ποιο ρόδο άνοιξε και φάνηκες εσύ. Ποιο δένδρο έσκυψε και σού έβαλε στο χέρι. Καρπό που τρώγαν μόνο οι Θεοί. Ποιοι ποταμοί ανοίξαν τα νερά τους. Και κάνανε Παράδεισο τη γη. Ποιες σκάλες δώσανε σε εσένα τα σκαλιά τους. Κι ήρθανε δίπλα μου απόψε οι ουρανοί. Ποιος άγγελος σου έδειξε τον δρόμο. Ποιο κυπαρίσσι έγινε ραβδί. Ποιος γαλαξίας σου έδωσε το γάλα. Και λευκοφόρεσε μαζί σου όλη η γη. Να σε αγαπήσω να σε κυλήσω μέσα σε νέα φιλιά πάνω στο στρώμα σώμα με σώμα δώσε μου μιαν αγκαλιά. Μάγισσα πάμε χρόνια πετάνε γύρω απ την ίδια πληγή μίλα ψυχή μου και τέλος κι αρχή μου μίλα μου μάνα μου γη μίλα ψυχή μου και τέλος κι αρχή μου μίλα μου μάνα μου γη. Ποιοι μας γελάσανε ποιοι μας πετάξανε το όνειρο μες τη φωτιά όσα μας τάξανε όλα βουλιάξανε αγάπες με άδεια ματιά. Τώρα γυρίζουμε και συλλαβίζουμε μες το σκοτάδι το φως όλα τα βίασαν τα παραβίασαν και δεν υπάρχει σκοπός. Να σου φωνάξω θέλω να αλλάξω τους κωδικούς της ζωής πάνω στο στρώμα, σώμα με σώμα ψάξε την αλήθεια να βρεις πάνω στο στρώμα σώμα με σώμα ψάξε την αλήθεια να βρεις. Ποιοι μας γελάσανε ποιοι μας πετάξανε το όνειρο μες τη φωτιά όσα μας τάξανε όλα βουλιάξανε αγάπες με άδεια ματιά. Τώρα γυρίζουμε και συλλαβίζουμε μες το σκοτάδι το φως όλα τα βίασαν τα παραβίασαν και δεν υπάρχει σκοπός. Ποιος είναι, σε ρωτάω, ο πιο δυνατός; Ο πόνος που το σώμα βασανίζει και μικραίνει τη ζωή; Ή ο χρόνος που τον πόνο εξαγνίζει και επουλώνει την πληγή; Ποιος είναι, σε ρωτάω, ο πιο δυνατός; Ο νόμος που τον κλέφτη τον αρπάζει και τον κλείνει στο κελί; Ή ο κλέφτης που τον νόμο τον χλευάζει και το σκάει σαν πουλί; Ποιος είναι; Ποιος είναι, σε ρωτάω, ο πιο δυνατός; Ο κλέφτης ή ο νόμος, ο πόνος ή ο χρόνος; Ή μήπως είμαι εγώ εγώ που σε αγαπώ; Κι η αγάπη μου σου λέει, σου λέει ποιος είναι ο πιο δυνατός! Ποιος είναι, σε ρωτάω, ο πιο δυνατός; Τίποτε άλλο, κανείς ως την άκρη της γης. Μόνο εγώ, μόνο εγώ κι η αγάπη Θεός είναι ο πιο δυνατός. Ποιο είναι, σε ρωτάω, το πιο δυνατό; Το όπλο μες στο χέρι που σκοτώνει κι η ματιά παραφρονεί; Ή το χρήμα που το χέρι το μισθώνει, την ψυχή δολοφονεί; Ποιο είναι, σε ρωτάω, το πιο δυνατό; Η δόξα που τρελαίνει και σαλεύει το θολό εγωισμό; Ή το ψέμα που φουντώνει κι αγριεύει μες στον ανταγωνισμό; Ποιο είναι; Ποιο είναι, σε ρωτάω, το πιο δυνατό; Το όπλο ή το χρήμα, η δόξα ή το ψέμα; Ή μήπως είμαι εγώ εγώ που σε αγαπώ; Κι η αγάπη μου σου λέει, σου λέει ποιος είναι ο πιο δυνατός! Ποιος είναι, σε ρωτάω, ο πιο δυνατός; Τίποτε άλλο, κανείς ως την άκρη της γης. Μόνο εγώ μόνο εγώ κι η αγάπη Θεός είναι ο πιο δυνατός. Δεν είχα βάσανο βαρύ να πιω για να μεθύσω μονάχα είχα όρεξη για να φιλοσοφήσω. Και σκέφτομαι γιατί πονά ο άνθρωπος ο μόνος όσο μακρύς κι αληθινός του καθενός ο δρόμος. Ποιος έχει το δικαίωμα για κείνον να μιλήσει που καίγεται με τη φωτιά στου έρωτα τη Δύση. Άραγε τι θα γίνουμε ο δρόμος πού θα βγάλει; Θα πέσουμε σε ξέφωτο ή σε καινούρια πλάνη; Σοφία δίνει η μοναξιά απόψε και σωπαίνω κείνο που νόμιζα γνωστό τώρα το βλέπω ξένο. Ποιος έχει το δικαίωμα για κείνον να μιλήσει που καίγεται με τη φωτιά στου έρωτα τη Δύση. Ποιος ήλιος ποιο ξημέρωμα για μένα θα προβάλλει το φως που μου έδιδες εσύ να μου το φέρει πάλι. Πού να σε βρω, πού και να δω, τα ζάλα σου στη στράτα ο στεναγμός μου γίνεται αέρας και χαλά τα Ποιος θα το πίστευε, ότι θα ερχόταν ώρα ποιος θα το πίστευε, πως θα έφτανε ποτέ στιγμή που θα μας έδερνε, του χωρισμού η μπόρα και τα χαμόγελα, πικροί θα γίνονταν λυγμοί. Αντίο λοιπόν, κι αν τη χαρά μαζί σου παίρνεις κουράγιο θα βρω να αντέξω αυτόν τον χωρισμό αντίο λοιπόν, κι αν θες, στις στράτες που θα παίρνεις σημάδια να βρεις, να βάλεις για το γυρισμό. Ποιος θα το πίστευε, ότι θα ερχόταν ώρα ποιος θα το πίστευε, πως θα έφτανε ποτέ στιγμή. Ποιος φανταζότανε, πως όλα θα τελειώσουν έτσι όπως τέλειωσαν ετούτη την στερνή νυχτιά και πως τα όνειρα, σαν τα κεριά θα λιώσουν γιατί δε θα άντεχαν κι αυτά στου πόνου τη φωτιά. Αντίο λοιπόν, κι αν τη χαρά μαζί σου παίρνεις κουράγιο θα βρω να αντέξω αυτόν τον χωρισμό αντίο λοιπόν, κι αν θες, στις στράτες που θα παίρνεις σημάδια να βρεις, να βάλεις για το γυρισμό. Ποιος θα το πίστευε, ότι θα ερχόταν ώρα ποιος θα το πίστευε, πως θα έφτανε ποτέ στιγμή. Ποιος κουμανταίρνει τσι χαρές, ποιος είναι αυτός που κρίνει, και πέμπει αλλού με το σωρό κι αλλού θρουλί δε δίνει; Κοντό κι ίντα είναι η ζωή και ποιο είναι το μυστικό τζη; Είναι φορές που η χαρά κιη πρίκα σοζυγιάζει και το καλό με το κακό συμπορπατεί και μοιάζει κι υπάρχει η στράτα του καημού, τση πρίκας και τση οδύνης κι απάνω στις ίδιες πατουχιές και τη χαρά διακρίνεις. Θε μου και γιάιντα τη χαρά, πάντα με τέθοιο τρόπο σοζυγιασμένη με καημούς, την πέμπεις των αθρώπω; Ποιος κυβερνά τον έρωτα και ποιος του δίνει αέρα να μπαίνει μέσα στις καρδιές να τις τρυπάει σαν σφαίρα. Ποιος κυβερνά τα πάθη μου και ποιος μου λέει εμένα πως κάποτε θα ξαναβρώ τα χρόνια τα χαμένα. Κι εσένα ποιος σε κάλεσε κι ήρθες με τόση φόρα και μια στιγμή προκάλεσε τόσο μεγάλη μπόρα. Πού με πας, πού με ταξιδεύεις σαν στρατός σύνορα γυρεύεις. Μη ρωτάς αν θα πολεμήσω, δεν μπορώ όρκους να κρατήσω. Μοιάζεις με πολεμιστή που ποθεί τη μάχη για να νιώσει και τη νύχτα στη σκηνή κλαίει την ψυχή του να λυτρώσει. Κι αν με πας όπου θες να φτάσεις θα χαθώ και θα με ξεχάσεις. Μη ζητάς πια καινούριο σώμα είμαι εγώ από έρωτα και χώμα. Όνειρο είναι μια ζωή κι όνειρο κάποια άλλη. Κι όταν τα σμίγουν οι καιροί να την εσβήσει ποιος μπορεί; Να την εσβήσει ποιος μπορεί τέτοια φωτιά μεγάλη; Πόρταπόρτα το όνειρό σου κι όταν την περνάς. Πρώτα πρώτα, να το ξέρεις, πίσω δε γυρνάς. Ήξερα πως τα όνειρα πεθαίνουνε τη μέρα. Ήρθες κοντά μου ένα πρωί κι είδα πώς πάει η ζωή. Κι είδα πώς πάει η ζωή από το όνειρο πιο πέρα. Πόρταπόρτα το όνειρό σου κι όταν την περνάς. Πρώτα, πρώτα, να το ξέρεις, πίσω δε γυρνάς. Κάποια τσιγγάνα μου είχε πει. Το όνειρο κι η αλήθεια έχουνε σύνορα αχνά κι όποιος τον κίνδυνο ξεχνά. Κι όποιος τον κίνδυνο ξεχνά λαβώνεται στα στήθια Πότε Βούδας, πότε Κούδας, πότε Ιησούς κι Ιούδας. Έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι. Έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι. Πότε Βούδας, πότε Κούδας, πότε Ιησούς κι Ιούδας. Όλο ίδια και τα ίδια, του μυαλού σου ροκανίδια άλλο ο ανοιχτομάτης κι άλλο ο αυγουλομάτης άλλο ο ανοιχτομάτης κι άλλο ο αυγουλομάτης. Όλο ίδια και τα ίδια, του μυαλού σου ροκανίδια. Στο είπα μια και στο είπα δύο, στο είπα χίλιες δέκα δύο βρε δεν είναι εδώ το Σούλι, εδώ είναι του Ρασούλη βρε δεν είναι εδώ το Σούλι, εδώ είναι του Ρασούλη. Στο είπα μια και στο είπα δύο, στο είπα χίλιες δέκα δύο. Πότε Βούδας, πότε Κούδας, πότε Ιησούς κι Ιούδας. Έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι. Έχω καταλάβει ήδη της ζωής μου το παιχνίδι Πότε Βούδας, πότε Κούδας, πότε Ιησούς κι Ιούδας. Ψάχνω να βρω εξηγήσεις στις παρεξηγήσεις μας ψάχνω να βρω λύσεις αν μου μιλήσεις πια. Ψάχνω να βρω την αλήθεια μες τα παραμύθια σου ψέμα ή συνήθεια, όλα τα ίδια στο σκοτάδι. Και βασανίζομαι γλυκά ζαλίζομαι, χάνω τον έλεγχο. Ποτέ δεν ξέρεις η αγάπη αν είναι αληθινή ποτέ δεν ξέρεις αν δεν προσπαθήσεις να συμβεί. Ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει στη στροφή ποτέ δεν ξέρεις που θα βρεις τη μαγική σου αυλή. Ψάχνω κάτι να μου κάνει κάτι να με συγκινεί βάζω φαντασία, είναι η ουσία που με φτιάχνει. Και βασανίζομαι γλυκά ζαλίζομαι, χάνω τον έλεγχο. Ποτέ δεν ξέρεις η αγάπη αν είναι αληθινή ποτέ δεν ξέρεις αν δεν προσπαθήσεις να συμβεί. Ποτέ δεν ξέρεις τι σε περιμένει στη στροφή ποτέ δεν ξέρεις που θα βρεις τη μαγική σου αυλή. Στο ανύποπτο το πλήθος, απο τα στοιχειά του νου, έτρεξα για να ξεφύγω μα όλα έτρεχαν παντού! Μέσα το βλέμμα μου, μεσ το αίμα μου, ησυχία μόνο να ακούς τον πόνο. Η μορφή σου εδώ, η ηχώ σου εγώ και μια σκέψη μόνο μοναχά. Ποτέ, ποτέ ξανά. Η παράσταση αρχίζει κι όλα παίρνουνε ζωή. Ξημέρωσε ο Θεός απλώθηκε το φως στον Ψηλορείτη κι έλαμψε το πληγωμένο κορμί της Κρήτης κι η θάλασσα. Τα σπίτια καίγονται θρηνούνε οι γυναίκες γυρίζουν τα παιδιά ορφανεμένα κι οι άντρες απροσκύνητοι πιάνουν τα διάσελα χωρίς ψωμί, χωρίς φυσέκια. Πού είναι ο Θεός την Κρήτη μας να δει να την πονέσει! Πού να είσαι τώρα εσύ, σε είδα μόνο δυο τρεις φορές. Μου είπες κάτι που δεν το λες, το θυμάμαι κάθε στιγμή. Πού να είσαι τώρα εσύ, τι διαβάζεις και τι φοράς. Ένα στέκι της συμφοράς παίζει εκείνη τη μουσική. Ποιος κοιτάει τα μαύρα σου μάτια; Ποιος αντέχει τα λάθη σου; Από πίσω ποιος σε αγκαλιάζει; Ποιος βουλιάζει στα βάθη σου; Ποιος φοβάται το πρόσωπό σου; Ποιος σου στέλνει αιτήματα; Ποιος κολλάει στο παράθυρό σου; Ποιος διαγράφει μηνύματα; Είμαι μόνος και περπατάω, ίδιο μέρος, άλλη ζωή. Κάνω ότι ξέρω πού πάω, πού να είσαι τώρα εσύ. Πού να είσαι τώρα εσύ σε είχα μόνο δυο τρεις φορές. Μου είπες κάτι που δεν το λες, το θυμάμαι κάθε στιγμή. Απόψε δε θα ακούσετε ρεμπέτικα τραγούδια, άλλος αέρας φύσηξε, σκόρπισαν τα λουλούδια τα φώτα ας χαμηλώσουμε, τα όργανα αρχίζουν κι αυτά που θα σας παίξουμε το παρελθόν σκαλίζουν. Προς Θεού μην κλάψεις όταν φύγεις, κλείσε όλα τα φώτα να μην δω τα θολά τα μάτια σου, το πικρό χαμόγελο, τη ζωή να γίνεται δάκρυ σιωπηλό, τα θολά τα μάτια σου, το πικρό χαμόγελο, τη ζωή να γίνεται δάκρυ σιωπηλό. Σε αγαπώ, μην πεις όλα τελειώσαν και σπάσαν οι κλωστές που μας ενώσαν, σε αγαπώ, μην πεις ότι θα φύγεις, στο χαμό την πόρτα μην ανοίγεις, σε αγαπώ, την πόρτα μην ανοίγεις. Προς Θεού μην κλάψεις όταν φύγεις και μην πεις πως ήταν ως εδώ, πριν βραδιάσει το όνειρο, στο μηδέν πριν φτάσουμε, άσε να φαντάζομαι ότι θέλω εγώ, πριν βραδιάσει το όνειρο, στο μηδέν πριν φτάσουμε, άσε να φαντάζομαι ότι θέλω εγώ. Σε αγαπώ, μην πεις όλα τελειώσαν και σπάσαν οι κλωστές που μας ενώσαν, σε αγαπώ, μην πεις ότι θα φύγεις, στο χαμό την πόρτα μην ανοίγεις, σε αγαπώ, την πόρτα μην ανοίγεις. Γονατιστός προσεύχομαι για της χαρας το θαύμα, γιατι το ξεβαρέθηκα στα μάτια μου το κλάμα. Με προσευχές και τάματα διαβαίνει η ζωή μου, και αντίς για θαύμα οι καημοί βλογούνε το κορμί μου. Στα μάτια σου ένα φως άνοιξη στα βουνά και η ψυχή σου ανθός τραβάει στο πουθενά. Σύννεφα περνούν ήσυχα ζυγώνουν μέσα στο ποτάμι μια ψιλή βροχή. Βράδια μες στο σπίτι στη σιωπή μέσα στην πόλη μοναχή μέσα στην πόλη. Στα μάτια σου ο Θεός κοιτάζει ξεχασμένος μες στο δωμάτιο γυρνάς και ψάχνεις σαν χαμένος Την ανθοδέσμη μου κρατώ και μπαίνω στην αυλή της, μα η μαμά της ξέχασε να δέσει το σκυλί της. Και τότε φιλαράκια μου μου σκίζει τα μπατζάκια μου. Τρεχάτε ποδαράκια μου! Έρχομαι για καλό σκοπό, κυρά μου να την κάνω. Μπορεί να μη μεγάλωσα με γαλλικά και πιάνο. Όπως η κόρη σας, μαμά, μα η κοινωνία με εκτιμά που παίζω φίνο μπαγλαμά. Κλαίνε, φωνάζουν οι γονείς ποιος να τους συγκρατήσει; Χτυπά την πόρτα το σκυλί να πει, να μου ορμήσει. Η πρότασή σου είναι τρελή είσαι από τάξη χαμηλή. Και το μυρίζει το σκυλί. Ο γάμος σκίζει, μάγκες μου, καρδιές και παντελόνια, και μια τσιγγάνικη ψυχή δεν κάνει στα σαλόνια. Και φεύγω δίχως τσιμουδιά όπως ο κλέφτης, ρε παιδιά, μην πάρει ο σκύλος μυρωδιά! Κάθε που πίνω από την πηγή σου κάτι μου καίει τον ουρανίσκο ψάχνω στο φως μα δε σε βρίσκω μες στην αδιάκοπη ροή σου. Δεν έπρεπε να ήσουν βροχή μόνο της φυλακής μου ο τοίχος κι είναι παράταιρη εποχή να βρει το δίκιο του ένας στίχος. Στου κόσμου τις στοές χαμένη μετράς τις πένθιμες βραγιές του να είσαι κορίτσι του Ηφαίστου η στάχτη από φωτιά σβησμένη. Δεν έπρεπε να ήσουν φωτιά μόνο ένα κρίνο του πελάγου να σε αποκλείσω στη στεριά με μοχθηρία αρχαίου μάγου. Τώρα τα γυάλινά σου μάτια έχουν μιαν αίσθηση απορίας σπασμένη σε μικρά κομμάτια σαν κρύσταλλο άγριο της Τσεχίας. Δεν έπρεπε να ήσουν ζωή μόνο μια πεταλούδα χιόνι να μου σκεπάζει την ψυχή κι από το κρύο της να μη λιώνει. Πρωινή μελαγχολία μέσα στα λεωφορεία άνθρωποι μετακινούνται ο καθένας μια ιστορία στις χειρολαβές κρατιούνται με τα χέρια τους τα κρύα. Μια γραμμή μπροστά στη στάση ποιος θα τρέξει να προφτάσει ζώδια και βιταμίνες μόδα είναι, θα περάσει τα λεπτά γίνονται μήνες τη ζωή του ποιος θα πιάσει. Κάπου κάπου, μέσα Σαββάτου μια αναπνοή χάνει κάπου το νόημά του να είναι ζωντανοί κατά βάθος νιώθουν άγχος όλο το πρωί πάντα κάποιος βλέπει το λάθος και μελαγχολεί. Πρωινός καφές στο χέρι τι να πει κανείς δεν ξέρει άνθρωποι μετακινούνται μέχρι να έρθει καλοκαίρι στις χειρολαβές κρατιούνται κι η ζωή τους μεταφέρει Σαν λουλούδι η ανάσα μου ξυπόλητη αρχή σε ένα αρχαίο χορό έχει στη ρίζα μόνο νερό. Μέσα στη γλάστρα μου απλώνω κλαδιά λες θα αγγίξω του θεού τα μαλλιά αν κάποιος ξοδέψει για μένα λίγο καιρό. Τι με ξεδιψάει, ρωτάω. Κι ανθίζω να αφουγκραστώ μια ξένη δροσιά να με ποτίσει με μια γουλιά το χωρισμό μήπως γεμίσει. Κάθε πρωί όταν ξυπνάω με σπασμένα σχοινιά μόνο οι χαρακιές στο στόμα του πηγαδιού δείχνουν πως ήπια νερό. Στα χνώτα του πρωινού βαφτισμένος λέω πως ο καθένας μας γεννιέται ποιητής ζει σαν κλέφτης και πεθαίνει διψασμένος. Δε θέλω ειδήσεις, όχι άλλα σκουπίδια μόνο τη δύναμη του ανθρώπου που κάθε μέρα σα να ευλογεί από την αρχή τα πάθη τα ίδια. Σε ευχαριστώ ζωή μου διψασμένη κι ακριβή που με έμαθες. Πως μόνο ο εαυτός μου δε μου αρκεί. Πριν με σπαράξει η δουλειά στο μαξιλάρι μου ψάχνω του αστεριού μου το φως μια προσευχή να κρατηθώ ζωντανός. Στα χνώτα του πρωινού βαφτισμένος λέω πως ο καθένας μας γεννιέται ποιητής ζει σαν κλέφτης και πεθαίνει διψασμένος. Τι με ξεδιψάει, ρωτάω. Κι ανθίζω να αφουγκραστώ μια ξένη δροσιά να με ποτίσει με μια γουλιά το χωρισμό μήπως γεμίσει. Σε ευχαριστώ ζωή μου διψασμένη κι ακριβή που μου έμαθες. Πως μόνο ο εαυτός μου δε μου αρκεί. Όταν τελειώνουν τα αστεία χαμηλώνεις το βλέμμα, κλείνω τα μάτια και γίνεται Αύγουστος. Αδειανή παραλία, το φεγγάρι σαν κέρμα με κρατάς από το χέρι κι ανοίγει η άβυσσος. Του χρόνου τέτοια μέρα δε θα θυμάσαι τίποτα του χρόνου η φοβέρα τα κάνει όλα ανύποπτα. Πρωτοχρονιά κάποιος γιορτάζει μακριά. Όταν τελειώνουν τα αστεία σκοτεινιάζει το πλάνο αλεξίπτωτα λόγια δε με σώζουν εδώ. Στου μυαλού τη σκακιέρα παίζω μόνος και χάνω την κλωστή που μας δένει μοναχός την κρατώ. Του χρόνου τέτοια μέρα δε θα θυμάσαι τίποτα του χρόνου η φοβέρα τα κάνει όλα ανύποπτα. Πρωτοχρονιά κάποιος γιορτάζει μακριά. Μικρές μικρές πολύ μικρές μικρές πυγολαμπίδες τσαλαβουτάνε στο άρωμα. Έχουν όλες δυο ξανθιές και μακριές κοτσίδες και κοκαλάκια πράσινα. Φορούν μπικίνια με λεπτές και κόκκινες λωρίδες φορούν και κόκκινα σκουφιά. Βουτιές κάνουνε με φωνές και δυνατές τσιρίδες σαν πέφτουνε από ψηλά. Πετούν μετά καμαρωτές και ρίχνουνε αχτίδες σαν αστεράκια μακρινά. Τρία από τα πολλά θεριά η πυρ, γυνή και η θάλασσα. Τρία από τα πολλά θεριά απού έβγαλε η φύση η πυρ, γυνή και η θάλασσα θα σε κατανικήσει. Είδα ένα όφι πύρινο να με περικυκλώνει και ένα μπεντένι υδάτινο να μου κοντοσιμώνει. Και ευθύς ανασυντάχθηκα να το αντιμετωπίσω θάλασσα πάνω στην φωτιά προσπάθησα να ρίξω. Και σαν αρχαιοέλληνας φίλος του Ποσειδώνα εδάμασα τα κύματα και τα έστρεψα στη φλόγα. Και ενώ φαινόμουν νικητής με λάφυρα στον ώμο μία γυνή επάντηξα σαν γύριζα στο δρόμο. Νίκησα θάλασσα από τη μια φωθιά από την άλλη όμως με ένα θηλυκό ποιος πάει να τα βάλει. Και έγινε η μάχη άνιση και χαλασμός Κυρίου απόρθητη αποδείχτηκε σαν κάστρο Βυζαντίου. Είχε τα σκήπτρα τση ομορφιάς και γέμιζε με πάθος φώθιοθαλασσονικητής έχασα κατά κράτος. Το είπε, κάτι πολύ σοφό που τριγυρίζει στης ντροπιασμένης πολιτείας τα δρομάκια. Στις λαϊκές και τις πολυτελείς καφετερίες στα λεωφορεία, τα ταξί τα μηχανάκια. Πως τούτος ο καιρός κάτι κακό θα φέρει γιατί δεν έχει στάλα αγάπη να προσφέρει. Πως τούτος ο καιρός κάτι καλό θα φέρει γιατί θα αλλάξει είτε θέλει, είτε δε θέλει. Το είπε, κάτι πολύ σοφό το είπε για σένα το είπε για μένα που δεν αγαπώ κανένα. Φωνή βραχνή από λαρύγγι ραγισμένο να μουρμουρίζει σε ένα κόσμο λυσσασμένο. Πως τούτος ο καιρός κάτι κακό θα φέρει γιατί δεν έχει στάλα αγάπη να προσφέρει. Πως τούτος ο καιρός κάτι καλό θα φέρει γιατί θα αλλάξει είτε θέλει είτε δε θέλει. Το είπε, κάτι πολύ σοφό που τριγυρίζει ξυπόλητο, γυμνό τα βράδια και σφυρίζει. Πως τούτος ο καιρός κάτι κακό θα φέρει γιατί δεν έχει στάλα αγάπη να προσφέρει. Πως τούτος ο καιρός κάτι καλό θα φέρει γιατί θα αλλάξει είτε θέλει είτε δε θέλει. Θέλω να φύγω, μακριά από τους ανθρώπους από τα μάτια τους να σβήσω, να χαθώ σε ένα βουνό, σε μια σπηλιά. Σε ξένους τόπους τον κάθε πόνο της καρδιάς μου να ξεχνώ σε ένα βουνό, σε μια σπηλιά. Σε ξένους τόπους τον κάθε πόνο της καρδιάς μου να ξεχνώ. Όλες τις νύχτες, το ζεστό το καλοκαίρι θέλω να βγαίνω, και τα αστέρια να μετρώ όλους τους πόνους να τους βάζω στο ένα χέρι και μακριά από την καρδιά να τους πετώ. Όλους τους πόνους να τους βάζω στο ένα χέρι και μακριά από την καρδιά να τους πετώ. Ποτέ μου πια να μην πονώ, να μην δακρύζω θέλω να ζήσω ευτυχισμένος. Να γελώ στο κάθε τι. Αγάπη μόνο να χαρίζω στο κάθε τι. Με αγάπη μόνο να μιλώ στο κάθε τι. Αγάπη μόνο να χαρίζω στο κάθε τι. Με αγάπη μόνο να μιλώ. Κρατούσες πάντοτε τις αποστάσεις έκανες στάσεις επαναστάσεις πάντοτε μέσα στις καταστάσεις πάντοτε ένα βήμα πιο πίσω από το κέντρο του πυρός. Ως αρχηγός, ως τροχοφόρο ασθενοφόρο που φτάνει πάντοτε ένα λεπτό μετά που είναι νεκρός ο νεαρός με το κασκέτο που έπινε τον ήλιο σκέτο. Κι εσύ με μια παλιά τραγιάσκα φορώντας μάσκα λατρευτική ο μέγας μάγος, ο όρθιος τράγος με συνοδεία ελκυστική μια κρύα κότα, μια μπλε κοκότα ένα βιογράφο πορτοκαλί. Ένα αποπαίδι παπαδοπαίδι να μουρμουρίζει σε σολ μινόρε μια ψαλμωδια βυζαντινή. Αχ βαχ, πασά μου αχ βαχ, σεβντά μου που με κερνάς γλυκό πιοτό κι ας με ζαλίζει κι ας με κοιμίζει κι ας με εμποδίζει να αναπτυχθώ κι ας με στραβώνει κι ας με καρφώνει κι ας με αφήνει ανάπηρο. Κρατούσες πάντοτε τις αποστάσεις ήξερες στάσεις με διαστάσεις ελκυστικότατες στις καταστάσεις. Παιδί μου ατίθασο, να σε χαρώ πάντα ένα βήμα πίσω από το θύμα πάντα έναν πόντο μακριά από το βλήμα πάντα έξυπνος, μελετημένος τέσσερις άσσοι κι ένας κρυμμένος. Αχ βαχ, πασά μου αχ βαχ, σεβντά μου αχ βαχ, μπελά μου που με κερνάς γλυκό πιοτό παιδί μου ατίθασο να σε χαρώ κι ας με κοιμίζει κι ας με ζαλίζει κι ας με στραβώνει κι ας με καρφώνει κι ας με αφήνει ανάπηρο. Τα χρέη του πατέρα μου κι όλα τα δάνεια στην πλάτη μου και η ψεύτικη η επιφάνεια. Τις μάσες, τις ρεμούλες του, τα γλέντια, τη φιγούρα, κουβαρνταλίκια, σουαρέ, τα ζάρια και τη σούρα, όλα τα άφησε σε μένα, να πληρώσω τα σπασμένα. Τα δάνεια του γέρου μου που διογκώθηκαν τα βρήκα μπρος στον δρόμο μου και θα φορτώθηκα. Τις βούτες, τις κομπίνες του εγώ να τις ξοφλήσω, δε θα φτάσει μια ζωή να τα γυρίσω πίσω. Οι βούτες, οι κομπίνες του τώρα μου τρων το βιός μου κι αν δε με φτάσει μια ζωή, θα τα πληρώσει ο γιος μου. Όλα τα άφησε σε σένα, να πληρώσεις τα σπασμένα. Έχω τόσα πολλά σε ένα βλέμμα γραμμένα όμως που να τα πω είναι μόνο για σένα. Έχω μάτια ανοιχτά και φτερά ανοιγμένα μα χωρίς ουρανό κάθε αρχή μου και τέρμα. Δε θέλω μετριότητες σε αστείρευτες ποσότητες κι απλά να αναλώνομαι και να ανακυκλώνομαι σε στιγμιαία αισθήματα και σε ρεφρέν ασήμαντα. Σε αγαπώ, τίποτα άλλο κι αναβάλω της ζωής τα προσεχώς. Σε αγαπώ κι άμα θέλεις που να ξέρεις τι σημαίνει αυτό. Έχω τόσο θυμό που ξεχνάω τι είμαι όμως μια να σε δω θα σου φώναζα μείνε. Έχω μια φυλακή με την πόρτα σπασμένη κι από έξω ταξί που απλά περιμένει. Δε θέλω μετριότητες σε αστείρευτες ποσότητες κι απλά να αναλώνομαι και να ανακυκλώνομαι σε στιγμιαία αισθήματα και σε ρεφρέν ασήμαντα. Σε αγαπώ, τίποτα άλλο κι αναβάλω της ζωής τα προσεχώς. Σε αγαπώ κι άμα θέλεις που να ξέρεις τι σημαίνει αυτό. Ψυχούλα μου γλυκιά κορμάκι τρομαγμένο εγώ θα σε προσμένω κι ας είσαι αλλουνού. Ομίχλη του ουρανού τακούνι φωτισμένο για μένα είσαι το τρένο που θα με πάει αλλού. Ρηχά νερά ρηχά νερά μα η καρδιά μεγάλη ρηχά νερά ρηχά νερά θα βγούμε στα ανοιχτά. Πολύχρωμο πανί τρελό μου τρεχαντήρι εγωισμού χατήρι και σκέρτσο του καιρού. Κρασάκι να σε πιω να πιω να μεταλλάβω να δω να καταλάβω τι σε κρατάει αλλού. Βελόνα αιχμηρή πλεκτό βασανισμένο για μένα είσαι πλεγμένο και ας φοριέσαι αλλού. Σεντόνι στη βροχή σχοινάκι τεντωμένο πλένω και ματαπλένω ο ήλιος να φανεί. Στην έξαρσή του ο ποιητής, μας δείχνει τη στιγμή, στον ήλιο της απόγνωσης, ακίνητη σαν σαύρα. Ρίξε το βλέμμα πάνω τηςδες το σαν προσταγή και νιώσε τα σπαράγματα και τη στυφή τους αύρα. Ο Ρίλκε είναι μεγάλος. Με στόμα που γελά όταν ο θάνατος θαρρεί πως ξεχειλίζει από ζωή τολμά να κλάψει, ο ποιητής, στο κέντρο της καρδιάς του. Οι κόγχες μας δανείζονται τα μάτια αλλονών, οι λέξεις μας μυρίζουνε χαμό και χαμομήλι. Λιώνουν τα ακροκέραμα στα σπίτια των τρελών. Του κόσμου το παιχνίδισμα, πόρτα είναι που τρίζει. Αρχίζουνε το βέλασμα οι ψάλτες και το αμήν, παίρνουν και τα αναλόγια μόνα τους να γυρνάνε. Του ανθρώπου παρακάμπτεται η ατέλεια προς στιγμήν. Τώρα νυχτώνει απότομα κι οι γρύλοι τραγουδάνε. Ο Ρίλκε είναι μεγάλος. Σαν ένα τσαμπί σταφύλι μαζευτήκανε οι φίλοι που μισούν τις Κυριακές τους πιο πολύ από τις ενοχές τους αγαπούν το μαύρο χρώμα και αντέχουνε ακόμα. Άντε να γίνεις ουζερί εσύ του κόσμου η τυχερή κι εγώ να σπάω τα ποτήρια να κάνουν όλοι χαρακίρια. Στο δολάριο μπλεγμένη σέρνεται η οικουμένη ένας κλέβει για να φάει κι άλλος για να τα σκορπάει και κουτός όποιος παλεύει για να τα αποταμιεύει. Άντε να κάνεις ριφιφί και στη δική μας την αφή να κλαίει το αφεντικό μας που δε χωράει στο ρεπό μας Στου ροδάκινου το χρώμα έβαψες τα μάγουλά σου και του κερασιού τη γλύκα με κερνάς με τα φιλιά σου. Τώρα τα λόγια που είχες πει σκορπίσματα του αέρα αχ να άκουγα από τα χείλη σου άλλη μια καλημέρα. Κανελλόριζα και δυόσμο κι από την ερημιά το μέλι σου χαρίζω όλο τον κόσμο και μου λες πως δε σε μέλλει. Τώρα τα λόγια που είχες πει. Είμαι πλάσμα της σελήνης μαργαριταρένιο και στον ήλιο αν με κοιτάξεις πάλι θα το δεις. Μπαίνω μέσα από τις γρίλιες άηχο, ασημένιο και σου δείχνω τα όνειρά σου να καθρεφτιστείς. Παίρνω τους δρόμους τα σκαλοπάτια παίζω κρυφτό με τις στιγμές και με τα χρόνια που έχω πάει ρώτα να σου πουν τα χιόνια κι εκείνα λιώνουνε τον ήλιο αν δουν στα μάτια. Η καρδιά μου έχει μάθει άριστο κυνήγι για του θηρευτή το βήμα άγρυπνο το αυτί. Πάει κι έρχεται ένα κύμα ποια στεριά έχει φύγει μένει εκεί να κλαίει η αγάπη πριν ξενιτευτεί. Μόνος πηγαίνω μες στη νύχτα και σε ζητάω εδώ κι εκεί, νιώθω της μοναξιάς τα δίχτυα να μου τυλίγουν την ψυχή. Και σε ζητώ στον άδειο δρόμο, και στην ατέλειωτη σιωπή, πού να βρω τώρα ταχυδρόμο να σε βρει για να σου το πει, πολύ σε αγάπησα πολύ. Είναι η καρδιά μου ένας διαβάτης κι ο κόσμος γκρίζα ερημιά και η ζωή μου ένας χάρτης με θάλασσες, χωρίς νησιά. Και σε ζητώ στον άδειο δρόμο, και στην ατέλειωτη σιωπή, πού να βρώ τώρα ταχυδρόμο να σε βρεί για να σου το πει, πολύ σε αγάπησα πολύ. Σε έβλεπα στα μάτια κι ήσουνα δικός μου, ταίρι μου παντοτινό. Με άφησες μια μέρα κι έχασα το φως μου κι έχασα τον ουρανό. Στον Άγιο Σπυρίδωνα ένα δειλινό γύρισες, χαρά μου, κι ήρθα να σε βρω. Δάκρυσαν τα μάτια σου, δάκρυσα κι εγώ στον Άγιο Σπυρίδωνα ένα δειλινό. Πάλι την πόρτα μου θα χτυπάς με αγαπάς, με αγαπάς πάλι καρδούλα μου θα σε το πω σε αγαπώ, σε αγαπώ. Όταν πεθάνω κάψτε με, κάντε με στάχτη, βάλτε με σε ένα μπαγλαμαδάκι. Να το έχω στο ταξίδι μου καμάρι και στολίδι μου, να σβήνω τα μεράκια μου με κανα τραγουδάκι. Θα παίζω να καλοπερνούν οι φίλοι του άλλου κόσμου, θα γίνει ο Άδης εξοχή και ο παράδεισός μου. Όταν πεθάνω κάψτε με, βαθιά στην άμμο θάψτε με σε ένα μπαγλαμαδάκι. Να γίνει το ταξίδι μου το πιο τρελό παιχνίδι μου, να πνίγω τα μεράκια μου με κάθε κυματάκι. Σάββατο μοιάζεις με κερί σε μακρινό ξωκκλήσι που αργά σημαίνει εσπερινό σε πορφυρένια δύση. Σάββατο μοιάζεις με φωτιά σε χρόνια περασμένα που τραγουδούσαν τα πουλιά για σένα και για μένα κι όταν σιμώνει Κυριακή και ξεψυχάς. Σαββάτο ποτήρι μοιάζεις αδειανό ποτήρι με άσπρο πάτο. Σακατεμένα τα τραγούδια του καιρού μου από τις φωνές και τα δημοπρατήρια, τα καθεστώτα μέσα στην πόλη του μυαλού μου παρέλαση κινάνε με εμβατήρια. Πολιτικά γραφεία με σοφές δηλώσεις, πουλάνε και αγοράζουν συνειδήσεις, καταψυγμένες και παλιές ανακοινώσεις στους δρόμους που ζητάς να περπατήσεις. Τον Αποστόλη τον θυμάμαι να χτικιάζει στην καρβουνόσκονη και στις υπερωρίες, και τον Αργύρη που τα μάτια του δικάζει στις σκοτεινές και κρύες γαλαρίες. Σακατεμένα τα τραγούδια του καιρού μου με φάλτσες μουσικές και με μπαλώματα, μου βασανίζουνε οι ένοχοι το νου μου, οι ίδιοι πάντα με άλλα πια ονόματα. Σαλπάρω, φεύγω μες στου νου μου τη μουντάδα φορώ κατάσαρκα το ψέμα σου παλτό. Χάνω τον ίσκιο μου κι ας είμαι στη λιακάδα τις υποσχέσεις με ανεμόσκαλα πετώ. Μα έναν κύκλο μες στη χούφτα σου θα κάνω και για τους δυο μας θα πεθάνω μοναχή. Δεν ψάχνω χρώμα να τονίσω παραπάνω ζωή ασπρόμαυρη που έμεινε ρηχή. Ντυμένος ήλιος το φεγγάρι αποπαίρνεις και της χρυσόσκονης η δίνη σε ρουφά. Μια σκοτωμένη καλημέρα τι μου στέλνεις τρεις με προδίδεις κάθε νύχτα στα κρυφά. Σαλπάρω, φεύγω το μυαλό μου αυλακώνεις λευκό δε βλέπω στον ορίζοντα πανί. Όλες του έρωτα τις λέξεις χαρακώνεις και καθρεφτίζομαι στο βλέμμα σου γυμνή. Στα δυτικά στρέφω την πλώρη και διαγράφω λιμάνια, χάδια, μια σημαία κουρελού. Κι όμως φοβάμαι πως ακόμα αντιγράφω το προσωπείο της αρχαίας τραγωδού. Αχ, τίποτα δε φοβήθηκα, αμάν, αχ, φοβήθηκα σε αυτήν την κοινωνία, αμάν, αχ, αχ, αχ, αμάν, αμάν, αμάν. Αμάν, σε αυτήν την κοινωνία, αμάν, αμάν, αχ, τον κόσμο τον διπρόσωπο, αμάν, αμάν, διπρόσωπο και την αχαριστία, αχ, αχ, αμάν, αμάν, αμάν. Τίποτα δε φοβήθηκα σε αυτήν την κοινωνία. Τον κόσμο τον διπρόσωπο και την αχαριστία. Τύχη πώς με κατήντησες δεν θέλω πια να ζήσω, δώσε μου κι άλλα βάσανα για να χαθώ, να σβήσω. Γράψε στον καθρέφτη σε αγαπώ, μέτρα ως το τρία και θα έρθω. Με κλειστά τα μάτια θά βρω μονοπάτια μες στην αγκαλιά σου να χαθώ. Τα φιλιά σου, τα φιλιά σου σαν βανίλια, όταν με φιλάς γλυκά στα δυο μου χείλια. Μα αν κοιτάξω από της καρδούλας μου τη γρίλια, αχ, η ζήλεια μένει ζήλεια, πάντα ζήλεια. Είναι η αγάπη μας κρυφτό, της καρδιάς σου τα κλειδιά κρατώ. Τώρα γίναμε ένα, άστρα μαγεμένα, μια φωτιά στον ίδιο ουρανό. Τα φιλιά σου, τα φιλιά σου σαν βανίλια, όταν με φιλάς γλυκά στα δυο μου χείλια. Μα αν κοιτάξω από της καρδούλας μου τη γρίλια, αχ, η ζήλεια μένει ζήλεια, πάντα ζήλεια. Σα δάκρυ μες στα μάθια μου σε έχω και σε φυλάσω. Μην με πικράνεις πρόσεξε μην κλάψω και σε χάσω. Μια στάλα δάκρυ επρόβαλλε ω σαν την ψιχαλίδα μα εγίνηκε στη φεύγα τση βροχή και καταιγίδα Σαν δηλητήριο στις φλέβες μου κυλάς και λες μυστήριο που ακόμα να πεθάνω. Σαν δηλητήριο τον πόνο μου ζητάς βασανιστήριο μα θέλω παραπάνω. Πόνεσε με όσο αντέχεις, θέλω μόνο να προσέχεις να μη κουραστείς. Έχω μάθει να επιμένω και ότι είσαι να υπομένω να μη βαρεθείς. Τσάκισε με όσο αντέχεις, θέλω μόνο να προσέχεις μη μου κουραστείς. Σαν δηλητήριο στο αίμα μου να υπάρχεις, σαν δηλητήριο στο αίμα μου να υπάρχεις. Σαν δηλητήριο στις φλέβες μου κυλάς το εισιτήριο στη κόλαση μου δίνεις. Σαν δηλητήριο κι αν θες να με πονάς θα είναι μαρτύριο μονάχα αν μου φύγεις. Πόνεσε με όσο αντέχεις, θέλω μόνο να προσέχεις να μη κουραστείς. Έχω μάθει να επιμένω και ότι είσαι να υπομένω να μη βαρεθείς. Τσάκισε με όσο αντέχεις, θέλω μόνο να προσέχεις μη μου κουραστείς. Σαν δηλητήριο στο αίμα μου να υπάρχεις, σαν δηλητήριο στο αίμα μου να υπάρχεις. Σαν μια ταινία γυρνάει η ζωή μου και πρωταγωνιστείτε προτού να το σκεφτείτε, κι εγώ κομπάρσος στην καρδιά της. Μα ποιος θα το δει το τέλος να μου πει. Σαν νεράκι κύλησε κι αυτό το καλοκαίρι, ήρθε το φθινόπωρο, ήρθε ο Σεπτέμβρης. Και μου υποσχέθηκες σφίγγοντας το χέρι, και μου υποσχέθηκες. Θά έρθεις να με βρεις. Αγάπη του καλοκαιριού, αγάπη της αλμύρας, σε πήρανε τα σύννεφα στα μέρη του βοριά. Κι ήσουν μια έκπληξη της πικρής μου μοίρας και σαν όνειρο σε θυμάμαι πια. Σαν νεράκι κύλησε κι αυτό το καλοκαίρι κι οι στιγμές που ζήσαμε σαν να ήταν χτες. Ποιος θεός θα μπόραγε πίσω να σε φέρει για ζωή και έρωτα πάλι να μου λες; Αγάπη του καλοκαιριού, αγάπη της αλμύρας, σε πήρανε τα σύννεφα στα μέρη του βοριά. Κι ήσουν μια έκπληξη της πικρής μου μοίρας και σαν όνειρο σε θυμάμαι πια. Σαν της αυγής την ομορφιά έχει το πρόσωπό σου κι όποτε ξημερώνομαι, θαρρώ πως είμαι ομπρός σου. Στην πρωτοχάραξη τση αυγής, ο νους σου δεν το βάνει, τα μάτια μου δεν τα βαστώ και τρέχουνε ποτάμι. Σαν τι γυρεύει μες στο δρόμο το τραγούδι αυτό μέσα στο θόρυβο της πόλης θα χαθεί πάνω από την τόση της ασκήμια θα σταθεί θα προσπαθήσει να ακουστεί μες στη βουή. Λίγη ανάσα αποζητά μες στις γειτονιές σε στόματα που το μασούν σαν ξερό ψωμί κάποια κυρά μες στην κουζίνα τραγουδά πνίγεται πλαντάζει για λίγη ομορφιά. Σαν τι γυρεύει μες στο δρόμο το τραγούδι αυτό μέσα στο θόρυβο της πόλης θα χαθεί πάνω από την τόση της ασκήμια θα σταθεί ήχος παράφωνος μέσα στη βουή. Κάποια κυρά μες στην κουζίνα τραγουδά πνίγεται πλαντάζει για λίγη ομορφιά. Σαν τι γυρεύω μες το δρόμο με το τραγούδι αυτό. Σαν τι γυρεύω μες το δρόμο με το τραγούδι αυτό. Σαν τον εξόριστο γυρίζω μες στα ξένα, περιπλανιέμαι ο φτωχός εδώ κι εκεί σαν το πουλάκι το τρομαγμένο, που του γκρεμίσαν τη φωλιά του κεραυνοί. Στα μαύρα ξένα που γυρνώ, σαν τον εξόριστο περνώ. Μέρα και νύχτα στα σκοτάδια βουτηγμένος, με περιζώνουν πάντα σύννεφα βαριά, ποτέ δε βγήκε για μένα ήλιος, ποτέ τα μάτια μου δεν είδαν ξαστεριά. Σαν τον εξόριστο γυρίζω μες στα ξένα, ούτε χλωρό κλαρί δε βρίσκω να σταθώ, όλα τα όνειρα που έπλαθα χαθήκαν στους μαύρους τόπους που παντέρημος γυρνώ. Εδώ μείνε, πού πας μια αγάπη, μικρός γογλοθάς. Μα πρέπει να προσέχεις, στα χέρια, τη ζωή μου κρατάς. Ότι έχεις να πεις, πες το τώρα που είναι νωρίς δεν έχεις σωτηρία καμιά, κάποιος εδώ σε αγαπά. Αγώνα κάνεις άνισο, μα εγώ σου δείχνω τον παράδεισο. Σαν τον κλέφτη μπαίνω στο όνειρο σου να ζω, κι όλο ξημερώνω σε κλειστό ουρανό. Αν θες να φύγεις, φύγε, αλλιώς δικό σου θα είμαι θεός. Σαν τον κλέφτη μπαίνω στο όνειρο σου να ζω, ψάχνεις αυταπάτες, μα γυρνάς πάντα εδώ σε αυτήν την αγκαλιά φυλακή, εγώ κρατάω το κλειδί. Επιμένω εδώ, ξέρω να κερδίζω κι ας μου πάρει καιρό. Δικός μας είναι ο κόσμος κι εσύ της ξενιτιάς το φιλί. Όλο ίδια σαν χθες, αλυσίδες στα αισθήματα δες. Το δρόμο για τα αστέρια κι αν βρεις, χωρίς εμένα δε ζεις. Αγώνα κάνεις άνισο, μα εγώ σου δείχνω τον παράδεισο. Σαν τον κλέφτη μπαίνω στο όνειρο σου να ζω, κι όλο ξημερώνω σε κλειστό ουρανό. Αν θες να φύγεις, φύγε, αλλιώς δικό σου θα είμαι θεός. Σαν τον κλέφτη μπαίνω στο όνειρο σου να ζω, ψάχνεις αυταπάτες, μα γυρνάς πάντα εδώ σε αυτήν την αγκαλιά φυλακή, εγώ κρατάω το κλειδί εγώ κρατάω το κλειδί. Σαν τον κλέφτη μπαίνω στο όνειρο σου να ζω, κι όλο ξημερώνω σε κλειστό ουρανό. Αν θες να φύγεις, φύγε, αλλιώς δικό σου θα είμαι θεός. Σαν τον κλέφτη μπαίνω στο όνειρο σου να ζω, ψάχνεις αυταπάτες, μα γυρνάς πάντα εδώ σε αυτήν την αγκαλιά φυλακή, εγώ κρατάω το κλειδί σε αυτήν την αγκαλιά φυλακή, εγώ κρατάω το κλειδί. Σα φουμάρω τσιγαρλίκι μου περνά το ντερτιλίκι που έχω μέσα στήν καρδιά μου για το πούφι σου κυρά μου. Το ένα σβήνω το άλλο ανάβω τη μαστούρα θέλω να βρω. Να ξεχάσω τα μεράκια που με πότισες φαρμάκια. Γεια σου Στελλάκη. Ο λουλάς κι οι μπαγλαμάδες σε φορτώνουν τσαμπουκάδες. Φούμερνε το τσιγαρλίκι να αποκτήσεις ασικλίκι. Γεια σου Μαργαρώνη μου! Ασε με στη βαθιά σκοτούρα και μην αρχίζεις τη μουρμούρα κόψε το γαζί, μην το τραβούμε σβήσε το φως, να κοιμηθούμε. Κόψε το γαζί, μην το τραβούμε σβήσε το φως, να κοιμηθούμε. Μου έχεις ζαλίσει το κεφάλι, πάψε τη γκρίνια τη μεγάλη, σαν ξημερώσει θα τα πούμε, σβήσε το φως, να κοιμηθούμε. Έλα γλυκά και φίλησέ με, σβήσε το φως κι αγκάλιασέ με, με γκρίνιες άκρη δε θα βρούμε, σβήσε το φως, να κοιμηθούμε. Μου αρέσει να στριφογυρνώ και όλο τον κόσμο να κοιτώ. Να αλλάζει χίλιες φορεσιές στις μανιασμένες του στροφές. Θέλω να βλέπω ζωγραφιές στα πρόσωπα, στις αγκαλιές θέλω να μάθουν να φιλούν όσοι για θάνατο μιλούν. Με αρέσει να στριφογυρνώ και όλο τον κόσμο να αγαπώ αυτούς που μείνανε παιδιά και όσους ξεχάσαν τη χαρά. Θέλω να είμαι ελεύθερος και ας τερματίζω δεύτερος μέσα στην πλάνη μου σοφός από το σκοτάδι να βρω φως. Σε θυμάμαι στους ανέμους την αγάπη να σκορπάς και με στόμα δίχως λέξεις να με αποχαιρετάς. Πίσω συνεχώς κοιτούσες για να δεις τον πανικό και στις νύχτες που μισούσες με άφησες να κατοικώ. Σε βρήκα νύχτα στη βροχή χαμένο μες στους δρόμους και έκρυβες στα μάτια σου Θεούς και δολοφόνους. Σε βρήκα νύχτα στη βροχή με το άδικο στο βλέμμα στο κόκκινο ο πόνος σου κι η τρέλα σου στο τέρμα. Έπεσε στο πρόσωπό ένα φως της αστραπής είναι η βραδιά μαχαίρι σε έκρυψα να μην κοπείς. Θέλω απόψε όλη νύχτα να μου δίνεις εντολές κι εγώ να φυλάω τις λέξεις που ασταμάτητα θα λες. Σε βρήκα νύχτα στη βροχή χαμένο μες στους δρόμους και έκρυβες στα μάτια σου Θεούς και δολοφόνους. Σε βρήκα νύχτα στη βροχή με το άδικο στο βλέμμα στο κόκκινο ο πόνος σου κι η τρέλα σου στο τέρμα. Είπα θα πεθάνω μόλις σε είδα, αν είσαι όπως δείχνεις δεν έχω ελπίδα, πες μου ποια φωτιά σε έστειλε στην πλάση, και ποιος θα σου ανοίξει να σε διαβάσει. Ψωμί κι αλάτι μου λείπει κάτι κορμί γραμμένο σε περιμένω. Άστρο στη ζωή μου, δέντρο στην αυλή μου, σε ήξερα, πριν σε δω, σε ήξερα. Μόλις το φουστάνι σου με αγγίζει, με κρασί η σκέψη μου γεμίζει κι όταν στο ρυθμό χτυπάς το πόδι, σπάζει η καρδούλα μου σαν ρόδι. Ψωμί κι αλάτι μου λείπει κάτι κορμί γραμμένο σε περιμένω. Άστρο στη ζωή μου, δέντρο στην αυλή μου, σε ήξερα, πριν σε δω, σε ήξερα. Αμαν σε καινούργια βάρκα μπήκα τρις και στον Αϊ Γιώρη βγήκα. Αμάν είδα ναύτες παλλικάρια τρείς που ψαρεύανε τα ψάρια. Αμάν έχετε ψαράδες ψάρια τρείς αστακούς και καλαμάρια. Αμάν έμπα μέσα διάλεξέ τα τρις και μπαλάντζα ζύγισέ τα. Βρε αμάν πάρε βούρλα πέρασέ τα τρις κι όσο θέλεις πλήρωσέ τα. Αμάν έχω και καλή σαρδέλα τρις σαν την όμορφη κοπέλα Σε μια ζωή που βιάζεται και φεύγει μάνι μάνι ξυπνά κανείς την ταχινή κι ήντα να πρωτοκάνει. Μια ν αστραπή είναι η ζωή και στο άναμμα που κάνει ότι προλάβει ο άνθρωπος τα υπόλοιπα τα χάνει. Σε μισώ κι ούτε μισό δε θα πάρεις πια φιλί. Με αγαπάς κι όπου κι αν πας θα με θέλεις πιο πολύ. Δεν αντέχω για πάντα θα φύγω. Θα γυρίσεις κοντά μου σε λίγο. Δεν αντέχω κοντά σου να ζήσω. Δε θα αντέξεις μονάχη αν σε αφήσω. Σε μισώ κι ούτε μισό δε θα πάρεις πια φιλί. Με αγαπάς κι όπου κι αν πας θα με θέλεις πιο πολύ. Σε μισώ κι ούτε μισό δε θα πάρεις πια φιλί. Με αγαπάς κι όπου κι αν πας θα με θέλεις πιο πολύ. Δεν αντέχω για πάντα θα φύγω. Θα γυρίσεις κοντά μου σε λίγο. Δεν αντέχω κοντά σου να ζήσω. Δε θα αντέξεις μονάχη αν σε αφήσω. Σε μισώ κι ούτε μισό δε θα πάρεις πια φιλί. Ξημερώματα άλλαξες ανάσα και πλευρό και ψιθύρισες ένα λόγο τρυφερό μετά από καιρό. Χαμογέλαγες τόσο κοντινή και μακρινή που φοβήθηκα μην ξυπνήσεις μια στιγμή και χάσω τη σκηνή. Μαύρα τσίνορα γίναν σύνορα ύπνος μας χώρισε βαθύς κι όσο ανάσαινες τόσο βάθαινες σε όνειρο ξένο να κρυφτείς. Ξημερώματα άπλωσες το χέρι το δεξί και μου φάνηκε σαν να γύρευες ταξί να φύγεις σιωπηλή. Και μου φάνηκε άδεια η ζωή μου και μισή κι η αγάπη μας ένα έρημο νησί που πάει να βυθιστεί. Μαύρα τσίνορα γίναν σύνορα ύπνος μας χώρισε βαθύς κι όσο ανάσαινες τόσο βάθαινες σε όνειρο ξένο να κρυφτείς. Ξημερώματα άλλαξες ανάσα και πλευρό και ψιθύρισες ένα λόγο τρυφερό μετά από καιρό. Σε αγκάλιασα πέρασες το χέρι στο λαιμό ξημερώματα από τη ζήλεια στο θυμό στου πόθου το λυγμό. Στα σκοτάδια μου κρυβόσουν ή στα σύννεφα κοιμόσουν κι έψαχνα χρόνια να σε βρω. Έψαχνα της γης τα κάστρα όλα του ουρανού τα άστρα και σε ψάχνω στον καιρό. Και σε ψάχνω στον καιρό, που όλο πρόσωπο αλλάζει ξέρω σίγουρα σου μοιάζει, θα έχεις ήλιο στο λαιμό και γαλάζιο ουρανό, που ώρες ώρες συννεφιάζει ξημερώνει και βραδιάζει, κάπου μακριά από εδώ. Στη θολή σπηλιά της μνήμης στα σημάδια της σελήνης και στης πόλης το χαμό. Σε ζωγράφισα με λέξεις και σε άφησα να παίξεις με τα μάτια μου κρυφτό. Και σε ψάχνω στον καιρό, που όλο πρόσωπο αλλάζει ξέρω σίγουρα σου μοιάζει, θα έχεις ήλιο στο λαιμό και γαλάζιο ουρανό, που ώρες ώρες συννεφιάζει ξημερώνει και βραδιάζει, κάπου μακριά από εδώ. Σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό χαράκι, κάθεται ένας αητός. Βρεμένος, χιονισμένος ο καημένος και παρακαλεί. Και παρακαλεί τον ήλιο να ανατείλει. Ήλιε ανάτειλε ήλιε ανάτειλε. Ήλιε λάμψε και δώσε για να λιώσουνε χιόνια από τα φτερά μου και τα κρούσταλλα από τα ακράνυχά μου. Ήλιε ανάτειλε ήλιε ανάτειλε. Έχεις μια ώρα που γυρεύεις να με δεις εδώ και τώρα, έχεις μια ώρα που θέλεις κάτι να μού πεις σημαντικό, κλείσε το τηλέφωνο, τελειώσανε τα λόγια. Έχω μια ώρα που σού λέω δε σε αγαπώ, κλείσε το τηλέφωνο, τελειώσανε τα λόγια, έχω μια ώρα που σού λέω δε σε αγαπώ. Είμαι ελεύθερη, είμαι ελεύθερη, χωρίς επώνυμο, πατρώνυμο και πλήξη, σελίδα δεύτερη, σελίδα δεύτερη, μια ώρα τώρα, έχω μέσα μου ανοίξει. Έχεις μια ώρα που ότι δεν έδωσες ποτέ το δίνεις τώρα, έχεις μια ώρα που μού μιλάς με πάθος και με πυρετό, κλείσε το τηλέφωνο, εγώ είμαι σε άλλη χώρα. Έχω μια ώρα που δεν είμαι πια εδώ, κλείσε το τηλέφωνο, εγώ είμαι σε άλλη χώρα. Έχω μια ώρα που δεν είμαι πια εδώ. Είμαι ελεύθερη, είμαι ελεύθερη, χωρίς επώνυμο, πατρώνυμο και πλήξη, σελίδα δεύτερη, σελίδα δεύτερη, μια ώρα τώρα, έχω μέσα μου ανοίξει. Στο μπαλκόνι μου να ρίχνεις μια ματιά. Σαν γυρνάς από κραιπάλες και ξενύχτια. Δε κοιμάται όλη η γειτονιά κάποιον στα κρυφά τον τρώει η αγρύπνια. Σήκωσε τα μάτια σου και δές έναν που για σένα αργοπεθαίνει. Γιάτρεψε μου όλες τις πληγές μια νέα τώρα αρχή σε περιμένει. Σήκωσε τα μάτια σου και δες. Μια κλεφτή ματιά κι αυτό μου φτάνει. Σώσε με μπορείς αρκεί να θες τέτοια αγάπη δε θα σου χουν δώσει άλλοι. Στο μπαλκόνι μου να ρίχνεις μια ματιά. Το περπάτημα γοργά να μη πηγαίνεις. Έχω φλώγα μέσα στην καρδιά ένα βλέμμα σου ζητώ μη με αποφεύγεις. Σήκωσε τα μάτια σου και δές έναν που για σένα αργοπεθαίνει. Γιάτρεψε μου όλες τις πληγές μια νέα τώρα αρχή σε περιμένει. Σήκωσε τα μάτια σου και δες. Μια κλεφτή ματιά κι αυτό μου φτάνει. Σώσε με μπορείς αρκεί να θες τέτοια αγάπη δε θα σου χουν δώσει άλλοι. Στην υψηλότερη κορφή που έχει ο πάνω κόσμος μια περιστέρα πάλλευκη κι ένας αετός αγρίμι μονομαχούν ποιος από τους δυο τους ουρανούς θα σκίσει και ποιος την ομορφιά της γης στα στήθια του θα κλείσει. Κι όταν ο ήλιος χάνεται και πέφτει το σκοτάδι, αυτής της μάχης στην ψυχή φαίνεται το σημάδι. Και τότε ημερεύουμε όπως τα περιστέρια ή με ορμή ανοίγουμε σαν αετοί τα χέρια. Στο πιο βαθύ νανούρισμα που έχει ο κάτω κόσμος ένα ελάφι λυγερό κι ένα θεριό λιοντάρι. Παλεύουνε ποιο από τα δυο τα κλάματα θα πάρει όσων θρηνούν για τις ψυχές που χάνονται στον Άδη. Κι όταν ο ήλιος χάνεται και πέφτει το σκοτάδι, Αυτής της μάχης στην ψυχή φαίνεται το σημάδι. Σαν ελαφάκια λυγερά και πότε σαν λιοντάρια. Παλεύουμε αδιάκοπα μες στα πηχτά σκοτάδια. Τράβηξα μέσα από το κουτί τον αριθμό μου, Πήρα έναν δρόμο που δεν είχε γυρισμό. Ποτέ δεν είχα κάποιο σχέδιο στο μυαλό μου, Ποτέ ως τώρα δεν εμπόδισα νερό. Άλλοι αλλάζουν, εγώ μόνο μεγαλώνω. Σκέτη ζωή, χωρίς να γίνομαι ένας άλλος. Άλλοι κερδίζουνε τη μάχη με το χρόνο. Μονάχα εγώ έχω στα χέρια αυτό το βάρος. Έγιναν όλα όπως έπρεπε να γίνουν. Σωστό και λάθος σε χορό μοναδικό. Κι αν ήρθε η ώρα τα όνειρά μου να με κρίνουν. Ούτε μια λέξη δε θα πω για να σωθώ. Σκοτάδι γυμνός σε δωμάτιο ξένος δε βρίσκω το φως γκρίζο μέσα μου νιώθω μισός. Σκοτάδι γυμνός σε δωμάτιο ξένος δε βρίσκω το φως με έχει ξεχάσει κι ο Θεός πού να είσαι εσύ που είσαι τώρα κρυμμένη μισή ζωή από το χρόνο έχω ήδη χαμένη η λογική που μου αδειάζει το σώμα. Άδεια Ψυχή η λογική που τα βράδια σωπαίνει μονάχα στα όνειρα σε βρίσκω ξανά. Της εκκλησιάς τα σήμαντρα θα βγω και θα χτυπήσω, να ανοίξει ο δρόμος σήμερα και να σε φέρει πίσω. Έλα, της θάλασσας θεριό και του πελάγου μπόρα, το φοβερό σκουπιδαριό, να διώξεις από τη Χώρα! Έλα, της θάλασσας θεριό και του πελάγου μπόρα, το φοβερό σκουπιδαριό, να διώξεις από τη Χώρα! Της εκκλησιάς τα σήμαντρα θα βγω και θα χτυπήσω, να ανοίξει ο δρόμος σήμερα και να σε φέρει πίσω. Ώσπερ σάρμα εική κεχυμένων ο κάλλιστος, φησίν Ηράκλειτος, ο κόσμος. Ο πιο όμορφος κόσμος είναι σαν σωρός σκουπίδια χυμένα στην τύχη ο πιο όμορφος κόσμος είναι αυτός. Δεν έχει η κατάθλιψη χάρη το λένε σαφώς οι γιατροί και όσα χαπάκια κι αν πάρει το χάδι που ψάχνει η ψυχή βελούδα και λίκνα φευγάτα για αυτό. Αοκολάτα. Όσα τα χείλη δε λένε θα έρθουν άλλα χείλη να πουν σατέν ηδονές φλας ή σείστρα τσιγάρα ποτά που διψούν αινίγματα πένθη φευγάτα για αυτό. Αοκολάτα. Πράγματα πόθων, ο σάκος Αλγέρι, νησιά εξωτικά σεροτονίνη πραμάτειες άηχες γλώσσες γραφτά νοήματα πάθη φευγάτα για αυτό. Αοκολάτα. Περνούν μουσικές του Μακάο σιγούν της Αθήνας στοές πικρές απολαύσεις κακάο αλήθειες αγκάλες θηλές γλυκά. Και τα χρόνια φευγάτα για αυτό. Αοκολάτα Σου έχει λάχει, Μανωλάκη, να αγαπάς το Ελενάκι κι αυτό να μη σε αγαπάει και με άλλον να γλεντάει. Αν δε σου έλαχε, θα λάχει, μπέσα αυτή ποτέ δε θα έχει, όσο κι αν σε αγαπάει, πάντοτε θα σε γελάει. Την καλύτερη να λάχει, καρδιοχτύπι πάντα θα έχει, μια φορά θα σε αγαπάγει, δυο κρυφά θα σου το σκάει. Στο καλό να μη σου λάχει, να μην έχεις, ρε, συνάχι, εύκολα μπορεί να μπλέξεις, δύσκολα για να ξεμπλέξεις. Από το καράβι σε κοιτώ αχ μελαχρινό χάνεσαι μες στο δείλι κλαίω και πονώ βάρυνε το άσπρο μαντήλι κι όμως το κουνώ. Η νύχτα πνίγει τις φωνές μέσα στη σιωπή πως σε αγαπώ το λέω κι ας μην το είχα πει και μπροστά στον κόσμο κλαίω δίχως πια ντροπή. Ένα αστέρι έπεσε κι ας μη με αγαπάς έκανα ευχή καλή μου όπου και να πας πάντα να μπορείς πουλί μου να ξανά αγαπάς. Στα σπίτια που με φύλαξαν κανένας πια δε μένει ξενοίκιαστα ρημάζουνε κι από το δρόμο μοιάζουνε κήποι παρατημένοι. Σπίτια γεμάτα αγκαλιές φιλιά, αγάπες κι έρωτες πόρτες μέσα στην άβυσσο δρόμοι για τον παράδεισο. Όλα τα σπίτια που άλλαξα δεν τα έβαψα ποτέ μου κι όσα καρφιά τους κάρφωσα όλα στον τοίχο το άφησα σαν λάφυρα πολέμου Στου ουρανού το περιβόλι ζουν οι Αποστόλοι, όμως ένας Αποστόλης δεν την έβρισκε εκεί, ντύθηκε παλικαράκι κι ήρθε να με βρει, και για το χατίρι μου έμεινε στη γη. Ο Παράδεισος για μένα βρίσκεται στη γη σε δυο μάτια αγαπημένα έχει γεννηθεί. Στου ουρανού το περιβόλι ζουν οι Αποστόλοι, μα ο δικός μου Αποστόλης έψαχνε για άλλη ζωή, το έσκασε από τους Αγίους κι ήρθε να με βρει, και για το χατίρι μου έμεινε στη γη. Ο Παράδεισος για μένα βρίσκεται στη γη σε δυο μάτια αγαπημένα έχει γεννηθεί. Έλα να πάμε στα καμένα στον Υμηττό και στην Αυλώνα πουλιά και πεύκα συλλογίσου ενός καμένου παραδείσου δέντρα που ήτανε φαντάσου και στη σκιά τους ξεκουράσου. Έλα και πάρε με μαζί σου στην Κυριακάτικη εκδρομή σου βγάλε με στο χλωρό κορμί σου στις εκβολές του παραδείσου. Έλα να πάμε στα καμένα δε μας χωράει πια το σπίτι έρχονται δύσκολες ημέρες μουτζουρωμένες σαν Δευτέρες έρχονται φλόγες από τα δάση και μια φωτιά να μας δικάσει μέσα στο πύρινό της χνώτο από τον έσχατο στον πρώτο. Έλα και πάρε με μαζί σου στην Κυριακάτικη εκδρομή σου βγάλε με στο χλωρό κορμί σου στις εκβολές του παραδείσου. Έλα να βγούμε από το σπίτι ξανά σε δρόμους και πλατείες πάρε και τα παιδιά μαζί σου εδώ, στο χείλος της αβύσσου κι άφησε μόνη στο τραπέζι την τηλεόραση να παίζει. Να δείχνει έγχρωμο τον πόνο δίπλα σε ένα φιλέτο τόνο. Να δείχνει φονικά και φλόγες τσόντες πολιτικούς και ρώγες ενώ εμείς θα χουμε φτάσει στο σταυροδρόμι του εξήντα. Με τα παιδάκια μας στον ώμο για να μας δείχνουνε το δρόμο. Ας ήμουνα στον Πέπονα χαράκι χιονισμένο και να είχα μια ραϊσματιά, έρωντα φυτρωμένο. Στα Κεραμειά σε μια κορφή θέλω να βγει η ψυχή μου να κατεβούν οι καναβοί να φάνε το κορμί μου να κατεβούν οι άγγελοι να θάψουν το κορμί μου Στα κούλουμα χαρταετός το. Πάσχα αρνί κερνάει, τη γης την έσπειρε ο εχθρός αλις τον που πεινάει. Σφίξε τη λύπη με το δάκρυ, την πείνα σου με το ζωνάρι, φτάσαμε στου γκρεμού την άκρη κέρνα ψωμί, πλούσιε φουρνάρη. Στο δρόμο ιδρώτα για νερό κι η αντηλιά φαρμάκι, το κλάμα δέντρο λυγερό ποτίζει με μεράκι. Σφίξε τη λύπη με το δάκρυ την πείνα σου με το ζωνάρι φτάσαμε στου γκρεμού την άκρη κέρνα ψωμί, πλούσιε φουρνάρη. Στα κούλουμα λίγο χαλβά, το Πάσχα ένα τσουρέκι η γης εσπάρτηκεν βουβά, γι αλέτρι αστροπελέκι. Σφίξε τη λύπη με το δάκρυ την πείνα σου με το ζωνάρι φτάσαμε στου γκρεμού την άκρη κέρνα ψωμί, πλούσιε φουρνάρη. Γιατί κι εγώ να μην μπορώ να φεύγω σαν τα κύματα που κρύβονται μακριά; Στα βράχια σου χτυπώ και νιώθω πως πεθαίνω και συνθλίβομαι στα μάτια σου μπροστά. Να σου μιλώ, ποτέ δεν καταφέρνω όπως θα ήθελα, τα λόγια όλο ξεχνώ και τις στιγμές τις κόβω και μοιράζονται στα χέρια σου που δυνατά κρατώ, Πόσα μου χάρισες. Και τραγουδώ τις ιστορίες που μόνος μου τις έφτιαξα και είναι για μας τους δυο και ισορροπώ στο πάθος και το λάθος που σου χάρισα και ναυάγησα μες στον δικό σου ωκεανό. Με δανικό αντίδοτο ξεγράφεις μια θητεία. Το μέλλον και το παρελθόν πέταξες στη φωτιά. Έσπασες την πυξίδα μου, αλλάζεις την πορεία και μυστικά με δίκασες με κάλπικα χαρτιά. Κι έμεινα στα χαλάσματα, σε μια βαριά παγίδα, μη με ρωτάς πως έζησα, δεν ξέρω ούτε κι εγώ. Ένα κουβάρι αινίγματα να με στοιχειώνουν είδα και σε αυταπάτες χάθηκα κι ακόμα θα χαθώ. Αφήνεις ανοιχτή γραμμή, με σκάβει η αδιαφορία, παίρνω σε λάθος αριθμό, δεν είσαι πουθενά. Τα ναύλα στο ταξίδι σου, πλήρωσε η τιμωρία, άστρο να σε έχω γύρω μου στου κόσμου τα στενά. Κι έμεινα στα χαλάσματα. Το τασάκι αποτσίγαρα γεμάτο κι ένα μπουκάλι που το ήπιες ως τον πάτο η τηλεόραση ένα σίριαλ να παίζει κι εσύ γερμένη πάνω στο τραπέζι. Λες στη μοναξιά θα ζήσω και στην ερημιά να μη με αγγίζει η βουή αυτού του κόσμου η άνοιξη μου ήταν μια κι ένα το φως μου. Στείλε μου μήνυμα χρόνια το περιμένω την ερημιά που λες κι εγώ την υπομένω στείλε μου μήνυμα πάντα σε περιμένω. Είναι μεσάνυχτα κι εσύ σαν χθες σαν πέρσι για έξω ντύθηκες σου αρέσει δε σου αρέσει ίσκιος στη νύχτα κι όλο βρέχει κι όλο βρέχει ψάχνεις βιτρίνα το είδωλο σου να αντέχει. Λες. Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα δε θα είχα τώρα καταντήσει ναυαγός να μην μου ανοίγουν καμία πόρτα κι όλοι να λεν πως είμαι άσωτος υιός στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα. Η ασωτία με είχε τραβήξει σαν το μαγνήτη μες τη σπάταλη ζωή για να γκρεμίσω ότι ειχα χτίσει και μες τους δρόμους να βρεθώ ένα πρωί στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα. Στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα μες τη ζωή όμως ποτέ δεν είναι αργά θα ρίξω πέτρα στην ασωτία να δω κι εγώ την προκοπή και τη χαρά στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτα Στη γαλανή πλατεία γύφτος δεν περπατάει, σπαθί ο Θεός κρατάει, τη ζήση μας μετράει. Μέσα στα λεωφορεία για εμάς δεν έχει θέση, μπαίνει ο Θεός στη μέση, ο κόσμος να μην πέσει. Γίνε, καρδιά μου, πέτρα κι εσύ, κορμί, μαντέμι, να σηκωθούν οι ανέμοι, ο κόσμος να σε τρέμει. Είναι μακρύς ο δρόμος, η απονιά μεγάλη, ποτέ ο Θεός δε σφάλλει κι ο ήλιος θα προβάλλει. Στη γαλανή πλατεία γύφτος δεν περπατάει, σπαθί ο Θεός κρατάει, τη ζήση μας μετράει. Γίνε, καρδιά μου, πέτρα κι εσύ, κορμί, μαντέμι, να σηκωθούν οι ανέμοι, ο κόσμος να σε τρέμει. Στη γαλανή πλατεία γύφτος δεν περπατάει, σπαθί ο Θεός κρατάει, τη ζήση μας μετράει. Στη μαγεμένη ανατολή όταν παλιά ήμουν εκεί μια ανοιξιάτικη βραδιά μου βάλε ο έρωτας φωτιά. Και σε δρομάκια μαγικά λέγαμε χίλια μυστικά αγκαλιασμένοι ως το πρωί μονάχα εγώ και εσύ. Αχ! πως περνάν τα χρόνια στου ονείρου τα μπαλκόνια κάθομαι μήπως και σε δω γιατί ακόμα σε αγαπώ. Στη μαγεμένη ανατολή είναι αλλιώτικη η ζωή και μέρα μεσημέρι στήνει ο έρωτας καρτέρι. Και σου ανάβει μια φωτιά σε ταξιδεύει ξαφνικά σε μια άλλη γη που είναι φτιαγμένη να ζούνε οι ερωτευμένοι Είναι στιγμές που η ζωή σε πνίγει με τη λογική και μαύρο φόντο έχει κι άλλες φορές από χαρά πετά ο πόνος με φτερά και δείχνει πως αντέχει. Η λύπη με την αγκαλιά αλλάζει, γίνεται χαρά, παιρνει η ζωή μας χρώμα, όνειρα κάνουμε ξανά κι όλα θα είναι φωτεινά, στη μέση του χειμώνα. Για αυτό ζωή σε ακολουθώ, θα προσπαθήσω να δεχτώ τις πίκρες που μας έχεις, με ελπίδα πως μπορεί να βγάλεις από τη φυλακή χαρές που δεν αντέχεις. Η λύπη με την αγκαλιά. Στην ανατολή στην ανατολή στην ανατολή γλυκοκελαηδεί. Στην ανατολή γλυκοκελαηδεί αχ το αηδονάκι, γλυκοκελαηδεί. Και μου λέει και μου λέει με πικρό καημό. Και μου λέει και μου λέει κάποιο μυστικό. Και μου λέει και μου λέει με πικρό καημό. Και μου λέει και μου λέει κάποιο μυστικό. Στην ανατολή στην ανατολή στην ανατολή μελαχρινό παιδί. Στην ανατολή μελαχρινό παιδί δεν μπορεί να κλάψει κι όλο τραγουδεί. Και μου λέει και μου λέει με πικρό καημό. Και μου λέει και μου λέει κάποιο μυστικό. Και μου λέει και μου λέει με πικρό καημό. Και μου λέει και μου λέει κάποιο μυστικό. Στην ανατολή στην ανατολή στην ανατολή ο γιος του Θοδωρή. Στην ανατολή ο γιος του Θοδωρή την πόρτα μου ανοίγει κι είναι Κυριακή. Και μου λέει και μου λέει με πικρό καημό. Και μου λέει και μου λέει κάποιο μυστικό. Και μου λέει και μου λέει με πικρό καημό. Και μου λέει και μου λέει κάποιο μυστικό. Στην ανατολή στην ανατολή στην ανατολή κάνε μια ευχή. Στην ανατολή κάνε μια ευχή το χελιδονάκι ήρθε στην αυλή. Και μου λέει και μου λέει με πικρό καημό. Και μου λέει και μου λέει κάποιο μυστικό. Και μου λέει και μου λέει με πικρό καημό. Και μου λέει και μου λέει κάποιο μυστικό. Οντέ θα ανοίξεις τα φτερά. Αϊτέ μου και πετάξεις ότι φουρτούνα και να βρεις πορεία μην αλλάξεις. Στη καταιγίδα ο αϊτός δείχνει την αντοχή ν του και με σπασμένα τα φτερά γυρίζει στη δοχή του Μες την κοιλα όπως τα λέω μες την κοιλάδα των Τεμπών. Φόβος των μηχανοδηγών. Είναι ένας γέρο όπως τα λέω είναι ένας γέρο πλάτανος μαγκούφης και παράφορος. Που πίνει από όπως τα λέω που πίνει από το θολό νερό του ποταμού το ιερό. Πίνει κι απλω, όπως τα λέω, πίνει κι απλώνει ρίζωμα βαθιά μέσα στα ανείπωτα. Κι όποτε παι όπως τα λέω κι όποτε παίρνει ανάποδες γέρνει και πέφτει στις γραμμές. Πιάνει το τρε όπως τα λέω πιάνει το τρένο απο το αυτί. Μην την περνάς τη Γευγελή. Μένα μου το, όπως τα λέω, μένα μου το είπε ο Πηνειός το μυστικό ο φλύαρος. Πως ήταν α όπως τα λέω πως ήταν άνθρωπος παλιά κι είχε παιδιά στην ξενιτιά. Σου φτάνει ένα ερείπιο κι αίμα σε ένα νήπιο για το άδικο του κόσμου. Θεοί ανακατεύονται ανάσες ξενιτεύονται και πάντα κάπου από ψηλά να πέφτει ο Ίκαρός μου. Στην ομίχλη των καιρών ψάχνε σαν τον ιχνηλάτη πανταχού είναι παρών ο Παλιός των Ημερών. Σου φτάνει ένα ακρωτήριο να νιώσεις το μυστήριο φτερούγισμα του κόσμου. Θεοί ανακατεύονται ανάσες ξενιτεύονται και πάντα κάπου από ψηλά να πέφτει ο Ίκαρός μου. Πάντα μου αρέσανε τα κόκκινα κρασιά που όλοι λεν πως όταν πίνουμε ξεχνάμε εμένα όμως μου θολώνουν την καρδιά κι αυτά που νόμιζα πως ξέχασα θυμάμαι. Στην υγειά της μνήμης που θυμάται ακόμα όσα ξαναβλέπει στου κρασιού το χρώμα. Στην υγειά της μνήμης που θυμάται ακόμα όλες τις αγάπες που μας εκάναν λιώμα. Πάντα μου αρέσανε τα κόκκινα κρασιά. Έχουν τη φλόγα της φωτιάς, όσο παλιώνουν με δυο σταγόνες σιγοκαίνε το μυαλό, για να θυμάται όλα αυτά που δεν τελειώνουν. Στο φως, στη λιμνοθάλασσα, στον Κώστα Καλλιαντέρη, ο Μπαταργιάς τραγούδησε μέσα στο μεσημέρι. Πήρε το κύμα τον καημό, πήρε το γιαρεδάκι, τρώει το αλάτο το γιαλό, τις βάρκες το σαράκι. Στο φως, στη λιμνοθάλασσα, στον Κώστα Καλλιαντέρη, ο Μπαταριάς τραγούδησε μέσα στο μεσημέρι. Πήρε το κύμα τον καημό, πήρε τα μαύρα λόγια, ο Τάκης που μάς χάθηκε, δε θέλει μοιρολόγια. Στης πικροδάφνης τον ανθό έγειρα να αποκοιμηθώ άιντε λίγο ύπνο για να πάρω άιντε κι είδα όνειρο μεγάλο. Παντρεύεται η αγάπη μου για πείσμα για γινάτι μου και της δίνουν τον εχθρό μου για το πείσμα το δικό μου. Στο γάμο τους με προσκαλούν και για κουμπάρο με καλούν για να πάω να στεφανώσω δυο κορμάκια να ενώσω. Περνώ τα στέφανα χρυσά, βάστα καημένη μου καρδιά, και λαμπάδες από ασήμι, έλεος κι ελεημοσύνη. Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη. Και τα χερό κι αϊμάν αϊμάν, και τα χεροκρατήματα λέει κι αυτά μαργαριτάρι, χαρά στο νιο που θα σε πάρει. Στης Χαλιμάς το περιβόλι το παραμύθι φύτεψα, ότι μου είπες για την Πόλη σαν ψέμα και το πίστεψα, στου Μπαλουκλί την άγια βρύση, γλυφό νερό με πότισες, κι η μέρα λίγο πριν ροδίσει τα δυο μου μάτια φώτισες. Τραγούδα ο χρόνος να γυρίσει κι ας τρέξουν τα ματάκια βρύση. Στο Γαλατά και στα Ταταύλα, σαν καροτσέρης πέρασε, τελεία, έβαλε, και παύλα, ο χρόνος και μας γέλασε, Τραγούδα ο χρόνος να κυλίσει κι ας τρέξουν τα ματάκια βρύση. Μες στα προάστια περνούν βαριά λεωφορεία κι όταν βραδιάζει χάνεται ο κόσμος στη βροχή. Μες στις ταβέρνες τις μικρές και μες στη φασαρία με ένα κρασί μού ζήταγες να ζήσω τη ζωή. Μέσα στης σκόνης τα γιαπιά και μες στα συνεργεία δεν έχει γέλιο και χαρά, δεν έχει Κυριακή. Και σε θυμάμαι στις στοές, εκεί στη Γερμανία να χάνονται τα νιάτα μας, μακριά στην ξένη γη. Στις λασπωμένες γειτονιές και στα χαλυβουργεία με δάκρυ φεύγει η ζωή, στη βάρδια, στη φωτιά. Και σε θυμάμαι δίπλα μου, εκεί στην εξορία να μου μιλάς πως έρχεται καλύτερη γενιά. Μια νύχτα με τη βάρκα μου θα φύγω και θα ψάξω ένα λιμάνι έρημο κάπου να βρω να αράξω. Μες το έρημο λιμάνι που το κύμα δεν το πιάνει, με τη βάρκα μου θα αράξω και τον πόνο μου θα κλάψω. Θα σύρω επάνω τα κουπιά στην πλώρη θα καθίσω και της καρδιάς μου τον καημό πικρά θα τραγουδήσω. Μες το έρημο λιμάνι που το κύμα δεν το πιάνει, με τη βάρκα μου θα αράξω και τον πόνο μου θα κλάψω. Κυριακή σε γνώρισα κάτω στο. Θησείο και η πόλη έμοιαζε άδειο καφενείο έπεσα στα μάτια σου βρήκα το σταυρό μου κι ένα βλέμμα ονόμασα τότε Κυριακή. Ήσουνα μπλεγμένο δίχτυ κι εγώ λόγια απλά δρόμος ήσουνα που βρήκε στο γκρεμό ξαφνικά. Ήσουνα μπλεγμένο δίχτυ στη δική μου καρδιά κι έμεινε μια Κυριακή που δε χαμογελά. Κυριακή σε σκέφτομαι και σε περιμένω και τον πόνο δέχομαι σαν το πεπρωμένο είπες πως δε σου έδωσα τίποτα δικό μου κι ένα ψέμα ονόμασα τότε Κυριακή. Όλοι έχουμε ζήσει στο ίδιο βαγόνι, στο ίδιο βαγόνι, κάποια Κυριακή. Ψάχνουμε κορμί που να κυλάει στο σεντόνι, να κυλάει στο σεντόνι και στο μαζί. Έχουμε αυταπάτες και γυρνάμε τις πλάτες, ναι, γυρνάμε τις πλάτες η αλήθεια μη φανεί. Σε ότι μας κοστίζει πάντα κάτι θα αγγίζει, κάτι θα αγγίζει κι ας έχει πια χαθεί. Μα εσύ το βρήκες όπως το βρήκες μα δεν το λες πως μοιάζουν οι αγάπες λαθρεπιβάτες σε λάθος διαδρομές. Όλοι έχουμε μάθει σε κάτι κοινό, σε κάτι κοινό κάτω από τον ίδιο ουρανό. Όλοι κουβαλάμε έναν έρωτα χρόνια, μυρωδιά από κολώνια, φόβο ανησυχητικό. Μόνιμα συγκρίνουμε, πάντα θα κρίνουμε, πάντα θα κρίνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Δικό μας το χέρι που του έχει στήσει καρτέρι, τι του χει στήσει για να κάνει το κακό. Την ερημιά του τόπου μου ποιος θα τη σεβαστεί; Ποιος θα του κόψει του ληστή το αρπαχτικό του χέρι; Μνήμες ταράζουνε ψυχές, γεράκια τη σιωπή, τροχοί που ακονίζουνε της νύχτας το μαχαίρι. Παλιές πληγές που ρίζωσαν στο ράγισμα του δρόμου, καινούριους αναστεναγμούς στην άσφαλτο αντηχούνε. Κομμάτια είναι τα λόγια μας σπασμένου τηλεφώνου κι εγώ μια καθαρή γραμμή ζητώ για να τα πούμε. Τη θάλασσα που μου έταξες την καταπίνουν ψάρια πώς να φυτέψω ουρανούς μες στο στεγνό βυθό σου. Στην πλάτη σου χορεύουνε ανήμερα λιοντάρια κι εγώ έχω πάψει από καιρό να είμαι το φάρμακό σου. Την ερημιά του τόπου μου ποιος θα τη σεβαστεί; Ποιος θα δικάσει τον ληστή και ποιος θα ξεγεννήσει το φως που κρύβω μέσα μου προτού κι αυτό να σβήσει. Σαν μια περήφανη ψυχή να βγει να περπατήσει. Έτσι όπως το ένα πάνω στο άλλο ταιριασμένα τα ξύλα καίνε στης φωτιάς τη ράχη από το χέρι που το απόθεσε ένα ένα μια κίνηση η στάση του σαν να έχει. Κι όπως κοιτάζω αργά τη φλόγα που φυτρώνει σαν τον κισσό τους κλώνους να κυκλώνει κάτι στην όψη της ζωντάνεψε και μοιάζει με βλέμμα αγαπημένο που κοιτάζει. Δέντρα που με απλωμένα τα κλαδιά ποθήσαν του ήλιου όλο το φως μα δεν το κλείσαν στο τζάκι τώρα καθώς είναι στοιβαγμένα γυρεύουν πάλι με το φως να γίνουν ένα. Στο αντάμωμα της λάμψης ξαναμμένα και λόγια ακόμα που είναι φυλαγμένα μες στη στοργή της ζέστης ξεθαρρεύουν ξαναμιλούν σε αυτούς που τα γυρεύουν. Σαν νιφάδα χιονιού στο περβάζι του νου καθισμένη στο λευκό νυχτικό το κορμί της γυμνό ανασαίνει το υγρό της φιλί από την κρύα αυλή θα μου δώσει της ανοίγω να μπει μα την ίδια στιγμή θα μου λιώσει. Ποιος αιώνας, ποιος χειμώνας, ποιος Δεκέμβρης σου είπε πάνω στη ζωή μου να επέμβεις; Ποιος αιώνας, ποιος χειμώνας, ποιο φεγγάρι; Ότι έχω και δεν έχω θα μου πάρει; Η καρδιά μου χτυπά το τοπίο μπροστά μου κοιτάζω να γυρίσεις κι εγώ σε ένα τζάμι θολό θα σου γράφω σε αγαπάω πολύ μείνε πάντα εκεί να γλιτώσεις γιατί μεσα αν μπεις σε αγαπώ θα μου πεις και θα λιώσεις Δε σε μισώ κι αν με αφήνεις και φεύγεις με τον καημό που ποτέ δε θα γειανω σαν παντρευτείς θα γίνω αηδονάκι να κελαηδώ στα μαλλιά σου απάνω. Και θα γινώ λουλουδάκι με φύλλα ξεφυλλισμένα το γιούκο να ράνω κι ότι μπορέσω να γίνω, θα γίνω κι ότι μπορέσω να κάνω, θα κάνω. Κι όσο, καλή μου, μπορώ, τη ζωή σου θα προσπαθώ μια στιγμή να γλυκάνω κι αυτός ο πόνος ακόμα θα γίνω μια νύχτα για σένα γλυκά να πεθάνω. Και θα γινώ λουλουδάκι με φύλλα ξεφυλλισμένα το γιούκο να ράνω κι ότι μπορέσω να γίνω, θα γίνω κι ότι μπορέσω να κάνω, θα κάνω. Και ότι μπορέσω να γίνω, θα γίνω κι ότι μπορέσω να κάνω, θα κάνω. Κι ότι μπορέσω να κάνω, θα κάνω. Εγώ δε θέλω έρωτες, δε θέλω κι άλλα χάδια, θέλω να κάτσεις να τα δεις μαζί μου ένα βράδυ να ξέρεις πως και οι ντροπές πεθαίνουν στο σκοτάδι. Και στοίχημα σου βάζω την καρδιά μου πως θα βγάλω στο σφυρί, όταν θα γυρίσεις πίσω θα σπαράζω μα θα καίω δηλαδή. Και στοίχημα σου βάζω την αγάπη πως θα ρίξω στο γιαλό, όταν θα γυρίσεις πίσω το άγγιγμά σου θα είναι από όλα πιο καυτό. Να με κρατάς σφιχτά σφιχτά τι νόημα θα έχει, τι νόημα, αγάπη μου, να αφήσεις δυο σημάδια όταν θα χάσεις τη στιγμή, τις μέρες και τα βράδια. Και στοίχημα σου βάζω την καρδιά μου πως θα βγάλω στο σφυρί, όταν θα γυρίσεις πίσω θα σπαράζω μα θα καίω δηλαδή. Και στοίχημα σου βάζω την καρδιά μου πως θα ρίξω στο γιαλό, όταν θα γυρίσεις πίσω το άγγιγμά σου θα είναι από όλα πιο καυτό. Στον κόσμο των ονείρων μου. Ταξίδεψα μαζί σου. Στον κόσμο των ονείρων μου. Ταξίδεψα μαζί σου. Και τάξε πως. Επέρασα. Και τάξε πως. Επέρασα. Και τάξε πως επέρασα. Τις αυλές του παραδείσου. Στον κόσμο των ονείρων μου. Έλα να σεργιανίσεις. Στον κόσμο των ονείρων μου. Έλα να σεργιανίσεις. Παραδεισένιες ομορφιές. Παραδεισένιες ομορφιές. Παραδεισένιες ομορφιές. Και τόπους να γνωρίσεις. Και τόπους να γνωρίσεις. Και τόπους να γνωρίσεις. Η βλάμισσα η νιότη μας σε είδε κουρσάρο μιαν αυγή με το σπαθί καράβι απόψε το φιλί για ένα μπάρκο δηλαδή σεργιάνι εκεί στου Κάστρου την αλήθεια λαμπάδες τα μαχαίρια σου αγγέλοι τα μπεγλέρια σου κι ο Ζέπος στου Σεβάχ τα παραμύθια. Η βλάμισσα η νιότη μας δεμένη στο ψέμα, σαν πουλί, στη φυλακή καράβι απόψε το φιλί για ένα μπάρκο δηλαδή σεργιάνι εκεί στου Κάστρου την αλήθεια λαμπάδες τα μαχαίρια σου αγγέλοι τα μπεγλέρια σου κι ο Ζέπος στου Σεβάχ τα παραμύθια. Στον ουρανό χορεύουνε στον Άδη κάνουν γάμο και βγήκαν και καλούσανε όλους τους πικραμένους. Χριστέ να με καλούσανε και με το πικραμένο να φτιάξω πράσινα κεριά και αλεξιμνιές λαμπάδες. Να τσι αναβά να γύριζα τον Άδη γύρου γύρου να δω τσι νιούς πως κοίτουνται τσι γέρους πως κοιμούνται να δω και τα μωρά παιδιά. Στον τόπο που φιλιούμαστε τον βλέπω και θα σκάσω θαρρώ πως μου έπεσε φιλί και σκύβω να το πιάσω. Της είπα δώσε μου ένα φιλί και μου είπε είναι μετρημένα της είπα ξαναμέτρα τα μην περισσεύει ένα. Σαν μπαίνεις στο περβόλι σου τα δέντρα σου ισιάζουν των λεμονιών τους οι ανθοί μαζί σου κουβεντιάζουν. Στην εκκλησιά με αντάμωσε η κοπελιά κι εγέλα της είπα τι μου καρτεράς πάρε τους παπάδες κι έλα, Αν δεν πατήσεις μια κορφή να δεις της μέρας τη μορφή να ξεπροβάλλει από τα βουνά, τότε δεν πήγες πουθενά. Κι αν δε γλιστρήσεις στο κενό, στο σκοτεινό ωκεανό, τότε ποτέ δε θα γευτείς πόση χαρά έχει να χαθείς, πόση χαρά έχει να αφεθείς σχεδόν χωρίς να φοβηθείς μες στου γκρεμού το στόμα. Εκεί που φεύγεις σαν πουλί και λες κανείς δε με απειλεί, είναι νωρίς ακόμα. Αν δεν αγγίξεις μια κορφή, του ουρανού την οροφή, τίποτα τότε δε θα δεις σε δυο ζωές ούτε και τρεις. Κι αν δε γλιστρήσεις στο κενό στο σκοτεινό ωκεανό, τότε ποτέ δε θα γευτείς πόση χαρά έχει να σωθείς πόση χαρά έχει να πιαστείς, σε μια σχισμή να κρατηθείς πριν του γκρεμού το στόμα. Εκεί που τρέμεις σαν πουλί και λες κανείς δε με απειλεί, είναι νωρίς ακόμα. Από το σεργιάνι του άστρου, σήμα ορφανό, σα βέλος να χρυσώνει έναν ουρανό. Μα εσύ γυρμένο δέντρο στου κόσμου την αυλή παίρνεις το φως του για απειλή. Τα βράδια της βροχής, δε με ρωτάει κανείς, πώς δένω τον καιρό, μες στο θολό νερό. Να φτάσω μια ζωή, ως το άλλο το πρωί, κι ας έχω τα μισά από όσα έχασα. Του ήλιου οι αχτίδες βγαίνουν στα νησιά και μοιάζει το καθένα, πέτρα θαλασσιά. Μα εσύ λαθρεπιβάτης σε αυτή την εκδρομή, γυρνάς στα όχι και τα μη. Τα βράδια της βροχής. Στους δρόμους μέσα έψαχνες να βρεις κάτι από σένα. Αυτό που κάποτε έχασες σε μία συμπλοκή. Νύχτα που καίγαν οι ματιές σαν κοφτερά μαχαίρια. Και εξηγήσεις γύρευες στου κόσμου την πλοκή. Στους δρόμους μέσα αν θες να βρεις κομμάτια του εαυτού σου. Να πας εκεί που βρίσκουνε κρυψώνες να κρυφτούν. Τα πιο ακριβά όμως κρύβονται στο βάθος του μυαλού σου. Μα θα τρομάξεις αν τα βρεις κι αυτά θα φοβηθούν. Με το ένα μάτι στο όνειρο και το άλλο μες στον ύπνο. Το ψέμα κάνει θαύματα και χίλια μαγικά. Παιχνίδι μοιάζει ανώδυνο μα γδέρνει τις αλήθειες. Της νύχτας ξελογιάσματα του νου σου γιατρικά. Στους δρόμους μέσα αν θες να βρεις κομμάτια του εαυτού σου. Να πας εκεί που βρίσκουνε κρυψώνες να κρυφτούν. Τα πιο ακριβά όμως κρύβονται στο βάθος του μυαλού σου. Μα θα τρομάξεις αν τα βρεις κι αυτά θα φοβηθούν. Στην έρημη δεκαετία στα μαγικά εξοχικά τον έρωτά μας τραυματία τον φέραν δίπλα μας ξανά. Μυρίζαν φώτα τα μαλλιά σου το σώμα σου ακροθαλασσιά κι είχες σκορπίσει τα φιλιά σου σε όλα του χάρτη τα νησιά. Θα με γιατρέψεις με στρυχνίνη με μαγικά και με εντριβές μα τρένο για την Κατερίνη δε θα το βρεις, όσο κι αν θες. Το τρένο ήταν στα όνειρά μας και τα όνειρά μας αλοιφές πάνω σε κάποια τραύματά μας που ήταν αρρώστιες ψυχικές. Σε ήβρα μες στις ανατροπές μου σε ένα μπαράκι του ουρανού κι οι σκοτωμένες εποχές μου ήταν παιχνίδια του χιονιού. Παλιές στιγμές θα νοσταλγήσεις όπως τις κάμπιες στη σειρά που προσπερνάς μην τις πατήσεις αφού δεν έχεις πια φτερά. Στων ματιών σου το φως έλαμψα μια στιγμή. Κι είπα θέλει ο θεός κι ας μη θέλει η ζωή. Σε αγαπώ, σε αγαπώ κι έχω αφήσει πολλά για να είμαι εδώ που η καρδιά μου γελά. Παραμυθάκι, παραμυθάκι πάρε με βόλτα στο φεγγαράκι. Πάρε με φως μου, πάρε με στην καρδιά σου πάλι μέσα βάλε με. Παραμυθάκι, παραμυθάκι. Στου ψεύτη κόσμου το σεντονάκι παίξε με, φως μου παίξε με και σαν φεγγαράκι πάλι φέξε με. Πάρε με όπου πας μες τα μάτια σου ζω φτάνει να με αγαπάς κι ας πληρώσω για αυτό. Στις μεγάλες φωτιές ας καούμε κι οι δυο. Αγκαλιές μαχαιριές μα για αυτές μόνο ζω. Παραμυθάκι, παραμυθάκι πάρε με βόλτα στο φεγγαράκι. Πάρε με, φως μου πάρε με στην καρδιά σου πάλι μέσα βάλε με. Παραμυθάκι, παραμυθάκι. Στου ψεύτη κόσμου το σεντονάκι παίξε με, φως μου παίξε με και σαν φεγγαράκι πάλι φέξε με Πες μου πότε θα είσαι μόνη. Θέλω να έρθω για συγγνώμη. Μια συγγνώμη από τη σκάλα. Για τα λάθη τα μεγάλα. Μια συγγνώμη από την πόρτα. Από τα έπιπλα από τα φώτα. Μέσα μου στρατός οι τύψεις. Τι να πρωτοσυγχωρήσεις. Τατουάζ θα σε χαράξω. Στις καρδούλας μου τα φύλλα. Τόσα που σου έχω κάνει. Μια συγγνώμη δε σου φτάνει. Τατουάζ θα σε χαράξω. Στις καρδούλας μου τα φύλλα. Αν και πάλι δε σου φτάνει. Μέσα οι Αμερικάνοι. Πες μου πότε θα είσαι μόνη. Θέλω να έρθω για συγγνώμη. Μια συγγνώμη από τα σεντόνια. Από τις νύχτες, από τα χρόνια. Μια συγγνώμη από τα τζάμια. Είπα ψέματα ποτάμια. Μέσα μου στρατός οι τύψεις. Τι να πρωτοσυγχωρήσεις. Τατουάζ θα σε χαράξω. Σα θες λυράρης να γενείς να φύγεις για άλλα μέρη άσπρο μου περιστέρι και μη σε δει κανείς. Να αφήσεις ότι αγαπάς κι ότι έχεις συνηθίσει και όπου σε ξορίσει η μοίρα σου να πας. Ντούρουντούρου ντούρουντούρου ντα το γιαλό ρωτώ για σένα και δεν απαντά. Ψάξε να βρεις το μαγικό το άγριο σταυροδρόμι μεσάνυχτα ακόμη σε τόπο ερημικό. Με τη λεπίδα μαχαιριού κάμε στο χώμα γύρα κι αρχίνισε τη λύρα στο φως του φεγγαριού. Από τον κύκλο να μη βγεις σαν έρθουν οι δαιμόνοι όταν κοντοσιμώνει το άστρο της αυγής. Δώσε τους αίμα μια σταλιά και στη δική σου λύρα κι άκου σκοπούς πλημμύρα μέσα τους σιγαλιά. Ντούρουντούρου ντούρουντούρου ντα και την ομορφιά του κόσμου ποιος τη νταγιαντά. Στο πρώτο φως του πρωινού που το όνειρο θα σβήσει θα έχεις τη γη αφήσει για χάρη του ουρανού. Θα νιώθεις από δω κι εμπρός μέσα στον κόσμο μόνος προίκα σου θα είναι ο πόνος κι εσύ καλός γαμπρός. Θα ακούς του χρόνου τη ροή τον ήχο των πραμάτων σεβντάδων και θανάτων την κρύφια τη βοή και θα τροχίζουν τον καιρό τση λύρας οι δαιμόνοι κι εσύ σφυρί κι αμόνι φωτιά με το νερό. Ντούρουντούρου ντούρουντούρου ντα με τα αγρίμια και τα λάφια νιώθω πιο κοντά. Θα σπάσει ήλιε μου χρυσέ τση λύρας σου το τέλι δαιμόνοι σαν αγγέλοι θα κλάψουνε για σε κι από το δάκρυ τους πηλό στο πρόσωπο θα βάλω κι ένα Θεό μεγάλο θα φτιάξω να γελώ. Ντούρουντούρου ντούρουντούρου ντα κι ο Θεός ανθρώπου δάκρυ πίνει και γλεντά. Αν μια φωνή δε σε καλεί μην πας στο πανηγύρι στο σπίτι νοικοκύρη σε θέλουν οι πολλοί. Είναι η λύρα μια πληγή μαχαίρι το δοξάρι κόρη και παλληκάρι στου χρόνου την πηγή. Ντούρουντούρου ντούρουντούρου ντα χόρεψε μέχρι να σπάσεις τον παλιονοντά. Βγάλαν από τα άλογά μας τα μπουζί πηγαίνουμε κι ερχόμαστε πεζοί. Μας πηραν το κεντρί με νυχοκόπτη να μη μας ενοχλεί στην πολυθρόνα. Ήρθε χαρά στον ύπνο πως έκλεισα έναν κύκλο αυτόν που με βασάνιζε σαν φυλακή στον ξύπνιο. Βρήκα αετό στο δρόμο μου και φίδι βιαστικό ξέχασα την καρδιά μου κι έχασα την κυρά μου. Αγάπη που με μπέρδεψες σε μια συνήθεια δίχτυ κρατάω την κλωστή κι αρχίζω από την αρχή. Κι αν έχασα το δρόμο μου σαν ξέμπαρκο καράβι φυσάει αέρας στα πανιά φεύγει κι αυτό το βράδυ. Όνειρο ήταν μάτια μου μα μού έμεινε ο καημός. Ταξίδι μου στον ίσκιο δρόμο να κάνεις ίσιο. Μαύρο φεγγάρι πέρασε από τα όνειρά μου και ζήλεψε η χαραυγή τη νύχτα στην καρδιά μου. Λένε για όποιον μάγεψε το μαύρο το φεγγάρι δρόμο με δίχως γυρισμό έχει η καρδιά του πάρει. Ένα παιδί τριανταφυλλί ήρθε μου πήρε το φιλί κι έγινε δέντρο αμάραντο μέσα στην παρθένα πλάση. Δεν τη γνωρίζω την ιτιά από την πέρα όχθη, δεν την ανάβω τη φωτιά σε απρόσιτη κορφή. Λυθήκανε τα χέρια μου, λύγισε το κορμί μου, εκεί που δέντρο ατίθασο σκύβει για να λουστεί. Εκεί που η νύχτα χάνεται μέσα στου ουρανού τα δάση, εκεί που εσύ περίμενες το άστρο σου να σβηστεί. Ποιος θα μπορούσε να το πει πως ήμουν ήλιος το πρωί και μια φωτιά τη Δύση. Όταν θα πέσεις και θα ξέρεις μόνο εσύ, όταν ξεμείνεις όλο το βράδυ στη βροχή, όταν ξυπνήσεις κι όλα θα έχουν γκρεμιστεί, κι όταν θα ψάχνεις κάποιον που δεν είναι εκεί τότε ποιος θα κρατάει το σχοινί. Όταν θα χάσεις κάτι που ήθελες πολύ, όταν προδώσεις κι όταν έχεις προδοθεί, όταν οπλίσεις το όπλο που θα έρθει να σε βρει, κι όταν το τραύμα θα γυρεύει την πληγή τότε ποιος θα κρατάει το σχοινί Σου το είχα πει πως αν τύχει κι εσύ να με προδώσεις καλύτερα να με σκοτώσεις δε θα ήθελα να ζω. Τώρα μου λες πως η αγάπη που μου είχες πια τελειώνει σαν το χιόνι που λίγο λίγο λιώνει μα σε παρακαλώ. Σώσε με. Δώσε μου να πιω το δηλητήριο θα είναι η ζωή μου ένα μαρτύριο τώρα που πια δε με αγαπάς. Φεύγεις κι εσύ και δεν έχω ελπίδα πια καμία στου έρωτα την τρικυμία μονάχη θα χαθώ. Φύγε λοιπόν και πίσω μην ξαναγυρίσεις μα κάνε κάτι πριν με αφήσεις για χάρη στο ζητώ. Σώσε με. Δώσε μου να πιω το δηλητήριο θα είναι η ζωή μου ένα μαρτύριο τώρα που πια δε με αγαπάς Το δικό μου όνειρο το έκλεψες νωρίς, σε μια ατέλειωτη στιγμή σταμάτησε ο χρόνος. Και όπως παγιδεύτηκα στα δίχτυα της σιωπής στα μάτια ζωγραφίστηκε της μοναξιάς ο φόβος. Φωτιά που μεθάει απόψε θα πιω ξανά να καώ στα φτερά σου και όταν σε αγγίζω στο ψέμα που ζω δικά μου και τα μυστικά σου. Σε αγαπάω, σε αγαπάω, βρέχει πάλι στην καρδιά και σε ζητάω. Σε αγαπάω, σε αγαπάω, ξημερώνει, άδεια η πόλη που να πάω. Το δικό μου όνειρο το έκλεψες νωρίς, σε μια ατέλειωτη στιγμή σταμάτησε ο χρόνος. Τα σημάδια του έρωτα στο βάθος της ψυχής οι νύχτες μου αδιάφορες, βουβός, μακρύς ο δρόμος. Φωτιά που μεθάει απόψε θα πιω ξανά να καώ στα φτερά σου και όταν σε αγγίζω στο ψέμα που ζω δικά μου και τα μυστικά σου. Σε αγαπάω, σε αγαπάω, βρέχει πάλι στην καρδιά και σε ζητάω. Σε αγαπάω, σε αγαπάω, ξημερώνει, άδεια η πόλη που να πάω. Όπως κυλάει στο χώμα της φυγής σου το νερό έτσι σε θέλω ακόμα με ένα αίτημα απλό. Να γνωριστούμε από την αρχή να με καις σαν ήλιος το πρωί. Άραγε πού να είσαι, πού είσαι εσύ; Σε έχασα σαν παρτίδα, σε έχασα σαν πατρίδα, σαν Θεό μα δε σε ξέχασα. Σε μετράω στις σκιές, στις αποστάσεις μας βάζω φωτιές γιατί θέλω πριν με κάψεις να ανάψεις ξανά, να με θες. Σε μετράω από την αρχή, κύμα κύμα σε μια θάλασσα οργή και στου κόσμου μου την άκτη, στο δάκρυ, στη μέσα μου γη. Τώρα μες στα νερά μου καθρεφτίζεται πιστά το κάστρο που έχεις χτίσει για να ζούμε αντικριστά. Το πάθος που κινεί βουνά το κρατάς στου εγώ σου τα σχοινιά. Τα αγγελούδια που κεντάς με το περπάτημά σου είναι της αγάπης ο σεβντάς σε κάθε πάτημά σου. Κι εγώ σκιά σε ακολουθώ να σου μετρώ τα βήματα μες στη ζωή σου να βρεθώ με της καρδιάς τα κύματα. Να δέσω τα χεράκια μου γύρω από το λαιμό σου κι αν μου κοπούν τα δάχτυλα να πέσω στο γκρεμό σου. Τα αγγελούδια που κεντάς με το χρυσό σου βλέμμα είναι το φως που συναντάς σε ενός ονείρου ψέμα. Υπάρχουν στη ζωή κάτι ανθρωπάκια, που όταν σε δουν καλά, σκάβουν χαντάκια, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, για να μην είσαι πιο ψηλά από κείνα. Μα δεν ελπίζω, δε φοβάμαι κάτι, για αυτό ελεύθερη γυρνώ στο χάρτη, και παίρνω στη ζωή όλο το ρίσκο, όσα ανθρωπάκια κι αν μπροστά μου βρίσκω. Υπάρχουν άνθρωποι και ανθρωπάκια, οι μεν γελούν, τα δε στάζουν φαρμάκια, και σε κερνούν με τρόπο λίγολίγο, πώς να γλιτώσω από αυτά, να φύγω. Τα βλέπεις να ακολουθούν τα φώτα, κι έχουν ψευδαίσθηση πως είναι πρώτα, μα η ειρωνεία η μεγάλη είναι, δεν ξέρουν ότι ανθρωπάκια είναι Ο άνεμος κάνει τα δέντρα σαρκοφάγα για αυτό όλες οι πληγές μας φτιάχνουν έναν κήπο. Να μεγαλώνεις δέντρα, αυτό είναι το θαύμα το θαύμα είναι να ραγίζεις σε ένα μύθο. Το δέντρο είναι ένας λαός κι όχι ένας μόνος σφηνώνεται με πείσμα σε μια γη. Στα κρυφά ριζώνει, βγάζει φύλλα μόνο αν αντέξει γίνεται κορμί. Τότε η γη το δέχεται και το σηκώνει πολύ ψηλά ώσπου να γίνει ουρανός όπως σπρώχνει τις ηπείρους να τρακάρουν να φέρουν τις κορφές από το βυθό στο φως. Τυλίγεται γύρω από τις ρίζες με μανία ανέμους για να κάνει τα παιδιά του τα κλαδιά. Μια έρημος είναι και η γη μια μάνα σκόνη που σκορπάει την άμμο σαν μωρό ψηλά. Κι η σκόνη γίνεται πανί, μεταναστεύει καβάλα πάνω σε μια θάλασσα βαθιά τη φέρνει ο Σιρόκος από το Μαρόκο με όλα τα μπαχαρικά από την αγορά. Και νοστιμίζει τη βροχή, μάστορα κόσμε και νοστιμίζει τα κρυφά μας μυστικά. Τα βότανα, τις παπαρούνες να προσέχεις που έχουν γίνει όλα φίλτρα μαγικά. Τα δέντρα θέλουνε μια ουσία μες στο χώμα κι απέραντη έξω στον αέρα ομορφιά. Μια τόσο ικανή κι απόλυτη συνθήκη γιατί είναι πλάσματα σκληρά με αρχοντιά. Η ομορφιά που έχουν ανάγκη τους ταιριάζει φως, μυρμήγκια, γρύλοι, γύρη και πουλιά και μια μεγάλη αγκαλιά από τους πλανήτες μια τρυφερή από το φεγγάρι αγκαλιά. Θα μάθουν τα παιδιά κλαδιά να ζουν κι εκείνα να σπέρνουνε χυμούς μες στα τριαντάφυλλα να έρθουν ο πλάτανος και η λεύκα σε άγρια στύση για να αντισταθούνε στη βαρύτητα. Το δέντρο αντέχει αυτή τη θύελλα του ήλιου όσο και των τζιτζικιών τον πυρετό θα είναι τώρα και για πάντα η συμμαχία η συμμαχία του διπλανού με το άπειρο. Σκονισμένα παπούτσια σε δρόμους μεγάλους. Ένα βήμα για μένα εκατό για τους άλλους. Φέρνω βόλτα τα χέρια πιάνω λέξεις στην τύχη. Στα δικά μου τραγούδια έτσι γράφονται οι στίχοι. Δανεικό πανωφόρι φαρδύ και μοιραίο. Εαυτέ μου, προχώρει να βρεις το σπουδαίο. Βγαίνω νύχτα στην πόλη με κεφάλι σκυμμένο. Μια στροφή όλη κι όλη σε τραγούδι κλεμμένο. Κάθε λέξη που βρίσκω στο χαρτί μου μολύβι, για να βγάλω σε δίσκο όσα ο κόσμος μου κρύβει. Κάθε λέξη καινούρια κι ένα νόημα σβήνει, για να γίνουν τραγούδια όσα ο κόσμος μου αφήνει. Σκονισμένα παιχνίδια σε ενήλικα χρόνια. Δάκρυα από κρεμμύδια κι εραστές σε χαρτόνια. Πλαστικά τα λουλούδια χαρτονένιοι οι τοίχοι. Στα δικά μου τραγούδια έτσι γράφονται οι στίχοι. Ενώ κοιμάσαι ανύποπτη θέλω στο σώμα σου να βρω μια ρωγμή μήπως και μάθω επιτέλους τι κρύβεται εκεί. Θέλω τη φλέβα σου να χτυπήσω θέλω στο αίμα σου να κυλήσω την ενοχή σου να λουστώ μέσα στο μαύρο να σβηστώ. Τότε και εγώ θα ονειρευτώ γλυκιά μου τα δικά σου όνειρα με ένα φακό θα κατεβαίνω γλυκιά μου στα σκοτεινά σου υπόγεια και όσο φοβάμαι τι θα βρω και ποιον θα δω. Τόσο τρελός πιο βαθιά θα προχωρώ προς στης καρδιάς σου τον θησαυρό να μάθω αν είναι ασήμι χρυσό ή από μολύβι και βράχο σκληρό. Ενώ κοιμάσαι ανύποπτη θα ανοίξω την καταπακτή θα μπω από μέσα σου να σε κοιτώ θα είναι ένα θέαμα ωραίο και φριχτό. Πότε θα σπάσω τον κωδικό πότε τη μνήμη σου θα μοιραστώ τότε μονάχα θα ησυχάσω όταν δε θα έχεις πια μυστικό. Τότε και εγώ θα ονειρευτώ γλυκιά μου τα δικά σου όνειρα με ένα φακό θα κατεβαίνω γλυκιά μου στα σκοτεινά σου υπόγεια και όσο φοβάμαι τι θα βρω και ποιον θα δω. Τόσο τρελός πιο βαθιά θα προχωρώ προς στης καρδιάς σου τον θησαυρό να μάθω αν είναι ασήμι χρυσό ή από μολύβι και βράχο σκληρό. Στον κόσμο που γεννήθηκα τα βρήκα όλα γραμμένα πάνω σε βλέφαρα κλειστά σε χείλη σφραγισμένα γυναίκα τρυγεί την ζωή με βυσσινιά πορφύρα δεν έχει ο μόνος πέρασμα ήλιο δεν έχει η μοίρα. Πόσες φωτιές στα πέλαγα πόσοι ξενιτεμένοι ήταν για τα διόδια κι όχι για την Ελένη στης λησμονιάς το μαγαζί μάτια κεριά σβησμένα άμα δε λιώσουμε μαζί πως θες να γίνουμε ένα; Στον κόσμο που γεννήθηκα δε χάραξα πορεία τσιγάρο με ανεμόχαρτο στρίβω στα πρακτορεία να δω τον ήλιο ανάστροφα και τα άστρα ζαλισμένα να σταματήσω τη στιγμή με τα φτερά ανοιγμένα. Πόσες φωτιές στα πέλαγα πόσοι ξενιτεμένοι ήταν για τα διόδια κι όχι για την Ελένη στης λησμονιάς το μαγαζί μάτια κεριά σβησμένα άμα δε λιώσουμε μαζί πως θες να γίνουμε ένα; πως θες να γίνουμε ένα; Το πρώτο σου φιλί δεν το λαχτάρησα πολύ, το πήρα γιατί έτυχε. Ένα άλλο πιο μετά σε έφερε λίγο πιο κοντά, διψούσα και με πέτυχε. Κι από φόβο ή δειλία είπα αγάπη τη φιλία κι ένιωθα λίγο σα να φταίω. Κι έτσι δεν έβγαλα μιλιά σε όλα τα επόμενα φιλιά μέχρι το τελευταίο. Το πιο όμορφο φιλί σε ένα νησί μια Ανατολή με βρήκε ζαλισμένη. Και ύστερα από κει έμαθα κάπως να μου αρκεί η γεύση που απομένει. Κι από φόβο ή δειλία είπα αγάπη τη φιλία κι ένιωθα λίγο σα να φταίω. Κι έτσι δεν έβγαλα μιλιά σε όλα τα επόμενα φιλιά μέχρι το τελευταίο. Άσπρη και μαύρη οθόνη και χιόνι το γυαλί. Τα νέα είναι αγχόνη κι ο κόσμος απειλή. Της δόξας οι ζητιάνοι τον ουρανό πουλούν. Τα νερά του Ιορδάνη στα πόδια σου κυλούν. Αγάπες αγιασμένες ζωές αμαρτωλές. Για πάθη πεινασμένες και κάτασπρες στολές. Ο έρωτας κοιμάται σε νύχτα αλκοολική. Κανένας δε σε συστήνει στον Ύψιστο Κριτή. Δωμάτιο παγωμένο με σόμπα ηλεκτρική. Φάντασμα ο ξενοδόχος και φάντασμα η ζωή. Κουρτίνες τραβηγμένες οι πόρτες σφαλιστές. Και οι νύχτες μες στο φόβο σαν κάποιους ποιητές. Σαν κοιμισμένο αγρίμι το περιπολικό. Τίποτα μέσα στον κόσμο δε μένει μυστικό. Δεν είναιοφθαλμαπάτη μια κλούβα στο στενό ούτε και αυταπάτη που εγώ αυτοκτονώ. Τρεις σε φωτογραφίζουν και σε φυλάνε τρεις. Τον κόσμο λιβανίζουν σαν τους αρχιερείς. Τόσα και τόσα χρόνια τα ίχνη σου ζητώ και πάνω στα σεντόνια πουλάκι ακροβατώ. Το αίμα μου νερό κυλάει μες στη βροχή. Για φόνο υπογράφω μπρος στον ανακριτή Απόψε περιμένω να έρθετε όλοι μαζί να ζήσουμε δυο ώρες ρεμπέτικη ζωή να παίξω μπουζουκάκι γλυκιές καλές πενιές θα κάνουμε μια βόλτα σε όλες τις γειτονιές. Θα ήθελα οι παρέες να είναι καλά παιδιά. Ταμπούρια, Δραπετσώνα κι από την Κοκκινιά Αιγάλεω, Καμίνια κι από τον Πειραιά θα ήθελα οι παρέες να είναι καλά παιδιά. Κι από το Πασαλιμάνι, Χατζηκυριάκειο κι από τα Στενά της Πλάκας κι από το Βαρβάκειο κι από τα Στενά της Πλάκας κι από το Βαρβάκειο κι από το Πασαλιμάνι, Χατζηκυριάκειο. Τα κεριά τα σπαρματσέτα έλα τώρα άναψέτα αχ να σε ειδώ να σε αγκαλιάσω στα φιλιά να σε χορτάσω να σε ειδώ να σε αγκαλιάσω στα φιλιά να σε χορτάσω. Δίχως γκάζι δίχως λάδι πως να ανάψει το λιχνάρι κι γιαγάπη θέλει χάδι. Λίγη αγκαλιά το βράδυ. Πριν να παντρευτώ δεν είχα στα μαλλιά μου άσπρη τρίχα αχ τώρα που είμαι παντρεμένος έχω ασπρίσει ο καημένος τώρα που είμαι παντρεμένος έχω ασπρίσει ο καημένος Με μισοάδεια λεωφορεία έρχονται τα κορίτσια από την επαρχία. Νοικιάζουν γκαρσονιέρες, δυαράκια και κρεμάνε στους τοίχους αφίσες και καδράκια τα κορίτσια από την επαρχία. Μες στης Αθήνας τους καθρέφτες κρύβονται τυλιγμένες με μια προσδοκία. Νοικιάζουν στα ωράρια τη ζωή τους και μπερδεύουν τραγούδια με τη προσευχή τους τα κορίτσια από την επαρχία. Κανείς δε θα πονέσει τη φυγή τους θα καλύψουν κι εκείνα τη διαδρομή τους τα κορίτσια από την επαρχία. Μα όταν τα βράδια μία μία οι κλειδαριές κλείνουν με κρότο βάφονται και στολίζονται. Και χορεύουν μόνεςτσιφτετέλι τι θα πει ο κόσμος δεν τις μέλει. Και ξυπνούν οι αναμνήσεις τους ζωντανεύει εκεί και το χωριό τους σε ένα υπόγειο ζωντανεύει το χωριό τους. Και τρέμουν, τρέμουν οι πολυκατοικίες σας οι πολυκατοικίες μας. Τα λάφυρα της νύχτας έχεις κρύψει στο βλέμμα σου σαν τον κλέφτη που ξέρει πως το άλλο σκαλί θα είναι η φυλακή. Ομορφιά θνητή γίνε αθάνατη. Γίνε αθάνατη, ομορφιά θνητή. Τρελό πουλί κι εφήμερο, αυτάρεσκο πουλί. Ο καθρέφτης σαν στόμα, σαν σπηλιά και σαν θάλασσα, με τα πρόσωπα παίζει, με τα είδωλα ζει, άλλη μια φυλακή. Ομορφιά θνητή γίνε αθάνατη. Γίνε αθάνατη, ομορφιά θνητή. Τρελό πουλί κι εφήμερο, αυτάρεσκο πουλί. Τα μάζεψα τα πράματα κι έφυγα από το σπίτι καλύτερα μονάχος μου ελεύθερο σπουργίτι. Και μη ρωτάς που πάω μη ρωτάς που ζω. Φταις εσύ που φτάσαμε στο χωρισμό. Τα μάζεψα τα πράματα κι έφυγα από το σπίτι. Δε φτάνουνε τα βάσανα έχω και τα δικά σου τα μάζεψα τα πράματα και φεύγω μακριά σου. Και μη ρωτάς που πάω μη ρωτάς που ζω. Φταις εσύ που φτάσαμε στο χωρισμό. Τα μάζεψα τα πράματα κι έφυγα από το σπίτι καλύτερα μονάχος μου ελεύθερο σπουργίτι. Τα μάθια σου μού φέρανε τη ζεστασιά της αγάπης πού ήθελα νά είμαι μια ζωή στην παγωνιά διαβάτης. Έλα και στο μετανοιωμό την πόρτα να χτυπήσεις δε θέλω εγώ την αρφανιά της αγάπης να γνωρίσεις. Τα μάτια σου είναι θάλασσα λεμονιά μου, τα μάτια σου είναι θάλασσα κι όποιος κι αν ταξιδέψει πρέπει να το σκεφτεί καλά. Ε, λεμονιά μου πρέπει να το σκεφτεί καλά γιατί να κινδυνέψει. Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά, που κρατούνε στο χέρι τους, σαν το μύλο το χάρτινο, τις ελπίδες μας. Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά, που μπερδεύουν τα λόγια τους, που μιλούν με νοήματα, στα παιχνίδια τους. Μες σε κήπους και χώματα, με λουλούδια η λάσπη, ένα κόσμο ζουν τα μικρά τον πιο όμορφο. Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά, που κρατούνε στο χέρι, τους σαν το μύλο το χάρτινο, τις ελπίδες μας. Ένα φύλλο ή μια μέλισσα, ένα τόπι μια βέργα, γίνονται αυτοκίνητα χαρά κόσμου ζωή. Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά, που κρατούνε στο χέρι τους, σαν το μύλο το χάρτινο, τις ελπίδες μας. Δυό κουτιά σπίρτα γίνηκαν, ο σταθμός και τα τρένα, που μπορούνε να φτάσουνε, ως την άκρη της γης. Τα μικρά παιδιά, τα μικρά παιδιά, που κρατούνε στο χέρι τους, σαν το μύλο το χάρτινο, τις ελπίδες μας. Πώς αλλάζει η ζωή μας σε μια νύχτα. Τι είναι λάθος το πρωί, και τι αλήθεια. Σαν τα όμορφα τα χαμηλά τα σπίτια, που αντέξανε στου χρόνου τη συνήθεια. Σαν τα όνειρα της Μαίρης της μπαρόβιας, γίναν δάκρυα οι προσμονές σε φυλακή ισόβια. Τα όσα η μοίρα μου έγραφε κι άλλος κανείς δεν ξέρει, τα βρήκα μέσα στον καφέ, τα διάβασα στο χέρι. Ποτάμι βρήκα σκοτεινό, μια σφαλιγμένη πόρτα, κοράκια πάνω στο βουνό, και φίδια μες στα χόρτα. Μακάρι να ήμουν σαν τα ζα, που βόσκουν στον κάμπο, γράμματα να μη γνώριζα, μες στα μυστήρια να μπώ. Μυστήρια τέτοια δε συμφέ, να ψάχνω δε συμφέρει, φέρτε μου δεύτερο καφέ, κι αλλάξτε μου το χέρι. Τα όσα η μοίρα μου έγραφε κι άλλος κανείς δεν ξέρει, τα βρήκα μέσα στον καφέ, τα διάβασα στο χέρι. Ποτάμι βρήκα σκοτεινό, μια σφαλιγμένη πόρτα, κοράκια πάνω στο βουνό, και φίδια μες στα χόρτα. Μακάρι νά ήμουν σαν τα ζα, που βόσκουν στον κάμπο, γράμματα να μη γνώριζα, μες στα μυστήρια νά μπώ. Μυστήρια τέτοια δε συμφέ, να ψάχνω δε συμφέρει, φέρτε μου δεύτερο καφέ, κι αλλάξτε μου το χέρι. Τα σχέδια απέτυχαν πέταξα το κλειδί γύρω. Τριγύρω θάλασσα και εγώ σ ένα κελί. Απόδραση δε φαίνεται κλειστά τα μονοπάτια. Οι συμφωνίες στα χαρτιά με βρήκανε κομμάτια. Ότι ονειρεύτηκες βαθιά μες την καρδιά σου, θα σε φιλάει στο στόμα θα περπατάει κοντά σου. Από τις πέτρες που έχτισα πύργους και φυλακές θα φτιάξω μια γέφυρα να πιάνει ουρανό να λες πως ήτανε γραφτό να βγούμε από το βυθό, πριν ξεχαστούμε για καλά στου βάλτου τα νερά. Έφτιαξα τα δεσμά μου από απροσεξία. Ο νους είναι απάτη μη δίνεις σημασία. Όσο πουλάει ευσέβεια κρύβει μια προδοσία. Φόβοι. Θυσίες. Προσευχές, δράματα και δουλειές, δουλειές με φούντες κι ενοχές, χρέη και ανατροπές. Ότι βλέπεις εδώ γύρω μοιάζει με παραίσθηση κι η παράξενη ζωή σου μια ψευδαίσθηση. Ότι ονειρεύτηκες βαθιά μες την καρδιά σου θα σε φιλάει στο στόμα, θα περπατάει κοντά σου. Τα τραγούδια μου μιλάν για σένα δίχως να το ομολογούν, διστάζοντας φέγγουν σε ένα σκοτεινό πηγάδι βαθύ φέγγουν και όλο κατεβαίνω. Τα τραγούδια μου βαριές σημαίες από μάχες που πριν χρόνια χάθηκαν κι ενώ όλα έχουν τελειώσει απομένουν εκεί κυματίζοντας περήφανα. Φάροι που ταξιδεύουνε, τρένων σταθμοί πόλεις που από το χάρτη σου σβήνει η βροχή πέφτει βροχή. Τα τραγούδια μου εναέρια τρένα που διασχίζουν τη γιγάντια πόλη σου από το παράθυρο εγώ σε κοιτώ και ποτέ δε σε χορταίνω. Τα τραγούδια μου νεκρά τοπία που τα σωθικά τους καίγονται και καθρέφτες που τον ήλιο αντανακλούν και τα πλοία σου οδηγούν στο τέρμα. Φάροι που ταξιδεύουνε, τρένων σταθμοί πόλεις που από το χάρτη σου σβήνει η βροχή πέφτει βροχή. Τα τραγούδια μου θολά ποτάμια που στην έρημό σου χύνονται και σε μια σχεδία τώρα δεμένος εγώ ίσια στο γκρεμό πηγαίνω. Φάροι που ταξιδεύουνε, τρένων σταθμοί πόλεις που από το χάρτη σου σβήνει η βροχή πέφτει βροχή. Τα τραγούδια που λες και μαζί τους πονάω, άλλων είναι ζωές αλλά αυτά αγαπάω. Για ζευγάρια λειψά σε γεμάτα δωμάτια, πεταμένα κορμιά στα διπλά τους κρεβάτια. Διψασμένες φωτιές που δεν έχουν να κάψουν και μεγάλες βροχές δίχως χώμα να σκάψουν. Τα τραγούδια που λες και μαζί τους πονάω, άλλων είναι ζωές αλλά αυτά αγαπάω. Για αγάπες μικρές που στα λόγια τους μείναν κάτι λίγες ψυχές που ήρθαν, είδαν και φύγαν. Διψασμένες φωτιές που δεν έχουν να κάψουν και μεγάλες βροχές δίχως χώμα να σκάψουν. Και για όλους αυτούς που δε γίνανε άλλοι, με σπασμένους μισθούς δυο ζωές έχουν βγάλει. Τα τραγούδια που λες, τα τραγούδια που λες. Φτερά δυο μέτρα έβγαλα και θέλω να πετάξω. Πως θα ξεφύγω έλεγα το δρόμο μου να αλλάξω. Που να σταθώ που να ανεβώ στο πιο ψηλό κοντάρι. Και πριν να πέσω στο κενό να δώσω μια να τιναχτώ να φτάσω το φεγγάρι. Ρίζα στην άμμο έβγαλα και θέλω να βλαστήσω. Στη τύχη χαμογέλαγα για να μη βλαστημήσω. Πως να σταθώ να κρατηθώ να κάνω την πατέντα. Και ακόμα δύναμη να βρω για να φυτρώσω στο μπετό να σπάσω τα τσιμέντα Μη μη μη φύγεις μη φύγεις και ποτέ μη με αρνηθείς. Έχω συνηθίσει πια τη ζεστή σου αγκαλιά τώρα μοναχός θα είμαι σαν τυφλός. Τα φιλιά σου είναι φωτιά το κορμί σου πυρκαγιά μες τα μάτια σαν με κοιτάς με ανάβει ο σεβντάς στα αστέρια με πας αν μου φύγεις από τον πόνο θα πεθάνω. Έχω συνηθίσει πια τη ζεστή σου αγκαλιά τώρα μοναχός θα είμαι σαν τυφλός Απόψε μες στα χέρια σου χρυσή κλωστή δεμένη κρατάει τα καλοκαίρια σου κι όλη την οικουμένη. Απόψε μες στα μάτια σου το φως από τα φιλιά σου αστράφτουν τα παλάτια σου τα σκαλιστά μαλλιά σου. Αχ όλα είναι όμορφα κι η νύχτα κι η παρέα και συ το ωραιότερο από όλα τα ωραία. Απόψε τα δυο χείλη σου φωτιά ζωγραφισμένη στο κάτασπρο μαντήλι σου καρδούλα πληγωμένη. Απόψε μες στα μάτια σου μεθώ και ταξιδεύω αστράφτουν τα παλάτια σου Ζω σε τρένα και σε πλοία. Μια σκιά, μια σκιά είμαι παντού. Σε φτηνά ξενοδοχεία πότε εδώ, ποτέ εδώ και πότε αλλού. Ένας δρόμος δίχως τέλος. Που τον νου, που τον νου μου ξεγελάει όσο η καρδιά το βέλος κάποιου έρωτα ζητάει. Όπως βλέπεις στις ταινίες όλοι σμίγουν τελικά μα άλλοι σμίγουν από αγάπη κι άλλοι από μοναξιά μες το τρένο οι κανόνες είναι όπως της ζωής τόσες στάσεις και εικόνες μα σε μια μόνο μια θα κατεβείς Χάνομαι στο μπλε των ματιών σου, πνίγομαι στη γλύκα των φιλιών σου, σαν βασιλιάς, σαν βασιλιάς, νιώθω μες στην αγκαλιά σου, νιώθω μες στην αγκαλιά σου. Κρύβομαι στα δυο μικρά σου χέρια, γίνομαι μικρός Θεός στα αστέρια, στους ουρανούς, στους ουρανούς πετώ μαζί με εσένα, πετώ μαζί με εσένα, πετώ μαζί με εσένα, πετώ μαζί με εσένα, πετώ μαζί με εσένα, πετώ μαζί με εσένα. Στήνει στην πόλη ο άνεμος παγίδα σκορπιός που με δαγκώνει η αγωνία πέντε χειμώνες και καλό δεν είδα και λέω να αλλάξω οπτική γωνία. Πέφτει η ομίχλη στη χλομή λεωφόρο μια λάμια παζαρεύει τα φιλιά της μου έμελλε αναίτιο να πληρώσω φόρο πριν να κλειστώ στα αυθαίρετα δεσμά της. Ξερνάνε θάνατο τα ωραία φουγάρα κι εγώ θρηνώ από τώρα τη γενιά μου φουμάρω αγγλογαλλικά τσιγάρα κι έχω βηματοδότη στην καρδιά μου. Πάω στο σταθμό σαν έρχεται το τρένο ξέχασα. Φέυγω ή κάτι περιμένω κάποιος μιλάει για μέλλοντα επινίκια και μου γελάει πίσω από δεκανίκια. Πέρα από όλα τα βουνά που χρόνια δεν ζυγώνουν, εκεί που δεν πετούν πουλιά κι οι θάλασσες τελειώνουν, ζούσε μια κόρη που ήτανε στην όψη της αράχνη μα στην καρδιά της τρυφερή ρόδο ντυμένο πάχνη. Τρόμαζε τους περαστικούς, στο στόμα της φαρμάκι ύφαινε ιστούς για τους αϊτούς, στα μάτια της δυο δράκοι. Μόνο στον ύπνο γλύκαινε και μέσα στο όνειρό της τον άνεμο είχε φίλο της, τον ήλιο αδελφό της. Ήρθε ένας νέος σα στοιχειό που ο δαίμονας του μοιάζει, γίνεται ένα γιατρικό που τις ζωές αλλάζει. Δίνουν τα χέρια κι έγιναν τα αγκάθια τους στεφάνια και στο φιλί ημέρεψαν δυο άγρια ποτάμια. Έχουν πετάξει μακριά, σε όλη τη γη χαθήκαν από τον τοίχο πέρασαν και σε άλλο κόσμο βγήκαν Τα τατού των ανθρώπων αν τα βάλεις σειρά. Θα σου μοιάζουν μεγάλη, παιδική ζωγραφιά. Θα έχει ονόματα ανθρώπων, λουλουδάκια σημαίες. Θα έχει ήλιους και ζωδια και στιγμές με παρέες. Τα τατού των ανθρώπων αν τα βάλεις μαζί, ίσως λίγο πιο ωραία να είναι αυτή η εποχή. Θα έχει κάτι στιχάκια που έχουν μείνει στη μέση, αρχικά σε καρδούλες και μια σταρ που σου αρέσει. Κι αν κρυμμένο κρατάς το δικό σου, μ ένα μόνο φιλί θα στο κλέψω. Θα σταθώ σαν μωρό στο πλευρό σου, με ένα χάδι μου να στο χαιδέψω. Κι αμα δεν καταλάβω τη γλώσσα, το τατού θα ρωτήσω τι γράφει. Κι ίσως τότε μου πεις με ένα γέλιο. Η αγάπη αυτή δεν ξεβάφει. Τα τατού των ανθρώπων αν τα βάλεις σειρά, Θα σου μοιάζουν με τρένο που θα φύγει μακριά. Πεταλούδες που μπράτσα, ίσως να έχουν σκεπάσει. Θα έχει πάντα ένα φόντο, κάθε επόμενη στάση. Έξι δέκα τρία μηδέν τριάντα εννιά ταυτότητα μου δίνουν και ήτα έχει μπροστά το νούμερό μου είναι το νούμερό μου είναι το νούμερό μου είναι σε όλα τα χαρτιά. Ταυτότητα λεφτά κλειδιά και άδεια η έξοδος μου προβληματική τα μάτια μου σε ντίτζιταλ σκοτάδια κι η λογική μου αναλογική. Ύψιλον άλφα βήτα σαράντα εξήντα οκτώ το νούμερο στο αμάξι κοιτάω να μη μπλεχτώ το σπίτι είναι το τρίτο στο τέταρτο στενό διαμέρισμα δεκάξι και όροφος οκτώ. Με νούμερο στολίζομαι και πάω, παπούτσια παντελόνι και μακό τις ώρες στο ρολόι κυνηγάω στο πάρκινγκ μπρος τα κέρματα μετρώ. Τις μνήμες μία μία στο μόνιτορ κοιτάω καινούργιες παραμέτρους στο πρόγραμμα περνάω στραβώνουν οι επαφές μου δεν ξέρω τι πατάω γρήγορα βρες και πες μου τον κωδικό του σε αγαπάω. Δος μου κλειδί το πρόγραμμα να σπάσω να φτάσω στης αγάπης τα νερά τα αστέρια θά είναι πάντα από πάνω κι η γη μου θα γυρνάει κανονικά. Κι έπειτα μου λες στα σοβαρά να δοκιμάσουμε μαζί άλλη μια φορά. Πως για μένα είναι εκεί πάντα η πόρτα ανοιχτή όμως ξέχασες. Πως κάποτε τις πόρτες έκλεισες το παιχνίδι κέρδισες, όπως το ήθελες, διπλά. Τι ζητάς τώρα πια; Πώς να χτίσω ξανά ότι γκρέμισες; Άσε το με εμάς, μωρό μου, τώρα φυλάω τον εαυτό μου εγώ να αρρωσταίνω. Όχι πια, πίσω να μένω, όχι πια αυτή η τελευταία φορά ήταν η τελευταία. Κι έπειτα λες πως θα είναι όπως παλιά θα γεμίζει το φεγγάρι και θα αδειάζει μετά σαν τη δική σου καρδιά μα όχι αυτή τη φορά. Άσε το με εμάς, μωρό μου, τώρα φυλάω τον εαυτό μου εγώ να αρρωσταίνω. Όχι πια, πίσω να μένω, όχι πια αυτή η τελευταία φορά ήταν η τελευταία. Το πλήρωσα τόσο ακριβά δε θέλω να νιώσω έτσι ξανά πίσω να μένω. Όχι πια να σε περιμένω. Όχι πια αυτή η τελευταία φορά ήταν η τελευταία φορά Αυτό που γίνεται σιγά σιγά μπροστά σου, αυτό που νόμιζες ποτέ δε θα το ζήσεις, έχει τα μάτια σου, τα χέρια, τα μαλλιά σου κι ότι αξίζει να αγαπάς και να κρατήσεις. Αυτός που τώρα τον κοιτας και δε σου μοιάζει, δεν είναι ξένος, ούτε φίλος, ούτε εχθρό σου. Δεν είναι άλλος τη χαρά σου που γιορτάζει, είναι ο καινούργιος τελευταίος εαυτός σου. Όλα τα ζήσαμε, χάσαμε, κερδίσαμε, τώρα στο σπίτι που μας γέννησε γυρίσαμε. Τα άστρα τα μετρήσαμε, τις φωτιές πηδήσαμε, με ένα τραγούδι όλο τον κόσμο εξηγήσαμε. Αυτοί οι δρόμοι που μεγάλωσες μαζί τους, έχουνε γράμματα ακόμα από το όνομά σου. Έρχονται άλλοι για να γράψουν τη ζωή τους, να περπατήσουν πάνω από το περπάτημά σου. Όλα τα ζήσαμε, χάσαμε κερδίσαμε, τώρα στο σπίτι που μας γέννησε γυρίσαμε. Τα άστρα τα μετρήσαμε, τις φωτιές πηδήσαμε, με ένα τραγούδι όλο τον κόσμο εξηγήσαμε. Με γυρεύεις, μου φωνάζεις σα γελάς Θεός μου μοιάζεις. Με χορεύεις, δε σε αφήνω με μεθάς κι εγώ σε πίνω. Αααα, να κοιμηθείς κι εσύ την ίδια σκηνή να δούμε. Αααα, να αρχίσει το πρωί την ίδια στιγμή να ζούμε. Στων ματιών σου τις κρυψώνες δώσε μου ήλιο και χειμώνες. Δώσε μου ήλιο, φώτισέ με τα σκοτάδια μη σου φταίνε. Αααα, να κοιμηθείς κι εσύ την ίδια σκηνή να δούμε. Αααα, να αρχίσει το πρωί την ίδια στιγμή να ζούμε. Σύνορο εσύ δικό μου πιο μακριά δεν έχει φως μου. Με κοιτάζεις και τα χάνω αχ, να σε είχα παραπάνω. Αααα, να κοιμηθείς κι εσύ την ίδια σκηνή να δούμε. Αααα, να αρχίσει το πρωί την ίδια στιγμή να ζούμε. Τον πόνο μου να λυπηθείς σαν να ήταν χελιδόνι που πήρε δρόμο σκοτεινό και χάθηκε στο χιόνι. Την πίκρα μου να βαφτιστείς να πάρεις το όνομά της γιατί είναι βάρκα η καρδιά κι ο χρόνος κωπηλάτης. Τη λύπη μου να σεβαστείς και να την προσκυνήσεις γιατί είναι λίγος ο καιρός για να τη λησμονήσεις. Την πίκρα μου να βαφτιστείς να πάρεις το όνομά της γιατί είναι βάρκα η καρδιά κι ο χρόνος κωπηλάτης Μες στης θάλασσας τα βάθη είναι το σπίτι μου ολομόναχη για χρόνια με τη λύπη μου. Την αγάπη μου γυρεύω με όρκους μυστικούς και παρακαλώ και γνέφω στους περαστικούς. Αχ καράβι, καραβάκι στο γιαλό που πας ρώτησε ως της γης την άκρη ζει ο βασιλιάς ο Αλέξανδρος που αντρειεύει πότε θα φανεί ζει κι αιώνια βασιλεύει ποιος θα αποκριθεί. Ο καημός μου ένα δάκρυ άστρο φωτεινό από της μοίρας το πηγάδι φέρνω το νερό να ξεπλύνω ανθρώπων λόγια πάθη, κρίματα με ροδόσταμο και μύρο στα άγια κύματα αχ καράβι, καραβάκι στο γιαλό που πας Θα πάω μια μέρα της ζωής την πόρτα να χτυπήσω να βγει η ζωή στην πόρτα της να της γλυκομιλήσω. Να της το πω τα βάσανα πολλά μη μου τα στέλνει, τα λιγοστά που μου έδωσε πίσω μη μου τα παίρνει. Μη μας τα παίρνεις βρε ζωή τα λίγα που μας δίνεις, μη μας τα παίρνεις τα καλά και τα άσχημα αφήνεις. Θα πάω μια μέρα του ουρανού την πύλη να περάσω να βρω τον έρωτα εκεί, κρασί να τον κεράσω. Να πιει ο έρωτας κρασί πολύ και να μεθύσει, να έρθει σε αυτήν την κάμαρη, να νυχτοπερπατήσει. Έψαξα να βρω την άκρη και έμπλεξα στη μέση δυο γυναίκες με αγαπάνε και ζητούν να πάρω θέση. Δυο γυναίκες τον αγαπάνε και ζητούν να πάρει θέση έψαχνε να βρει την άκρη και έμπλεξε στη μέση μαζί. Αυτά είναι τα σύνδρομα και της Ηλέκτρας κόλπα και από τους αρχαίους τους καιρούς των γυναικών τα όπλα αυτά είναι τα σύνδρομα και της Ηλέκτρας κόλπα και από τους αρχαίους τους καιρούς των γυναικών τα όπλα. Κι όπως λεν οι ψυχολόγοι είναι σοβαροί οι λόγοι η μία είναι η κοπελιά μου κι άλλη είναι η μαμά μου μαζί η μία είναι η κοπελιά μου κι άλλη είναι η μαμά μου. Δεν μπορώ να τις προδώσω ούτε υπόσχεση να δώσω πως τη μια θα παρατήσω και την άλλη θα κρατήσω. Πως τη μια θα παρατήσει και την άλλη θα κρατήσει δεν μπορεί να τις προδώσει ούτε υπόσχεση να δώσει. Αυτά είναι τα σύνδρομα και της Ηλέκτρας κόλπα και από τους αρχαίους τους καιρούς των γυναικών τα όπλα μαζί. Αυτά είναι τα σύνδρομα και της Ηλέκτρας κόλπα και από τους αρχαίους τους καιρούς των γυναικών τα όπλα. Κι όπως λεν οι ψυχολόγοι είναι σοβαροί οι λόγοι η μία είναι η κοπελιά μου κι άλλη είναι η μαμά μου μαζί η μία είναι η κοπελιά μου κι άλλη είναι η μαμά μου. Τυχαία λέει σε συναντώ, στου ονείρου μου τους δρόμους, σαν ορκισμένο αερικό, μου είπες σε αγαπώ. Της Κυριακής τα όνειρα, ζουν ως το μεσημέρι, σαν παίρνει το απόγευμα, κανένα τους δε βγαίνει. Σάββατο βράδυ να εύχεσαι, σαν πέφτεις και κοιμάσαι, της Κυριακής τα όνειρα ποτέ να μη θυμάσαι. Νυχτώνει, φεύγει η Κυριακή, νυστάξαν οι ελπίδες, ξαναγυρίζω στη σιωπή, εκεί που έχεις χαθεί. Σκίσε της μάνας την καρδιά με όλη την απονιά σου, μέσα στις βαθιές της τις πληγές, αχ τις πληγές, θα δεις τη ζωγραφιά σου. Μια γυναίκα, μια γυναίκα δε θα βγάλω από την καρδιά, μια που δεν κοιτά συμφέρον, η μανούλα η γλυκιά, η μάνα η γλυκιά. Η ερωμένη σε μισεί χωρίς καμιά αιτία, η μάνα όμως σε αγαπά, αχ σε αγαπά έστω κι εγκληματία. Μια γυναίκα, μια γυναίκα δε θα βγάλω από την καρδιά, μια που δεν κοιτά συμφέρον, η μανούλα η γλυκιά, η μάνα η γλυκιά. Όσο κι αν πέσεις χαμηλά η μάνα σε σχωράει, γιατί της μάνας η καρδιά, αχ η καρδιά γνωρίζει να αγαπάει. Μια γυναίκα, μια γυναίκα δε θα βγάλω από την καρδιά, μια που δεν κοιτά συμφέρον, η μανούλα η γλυκιά, η μάνα η γλυκιά. Με μας πως έγινε και φτάσαμε στο τέρμα και μένει πάλι το παράπονο στο βλέμμα. Και μια ανάμνηση πικρή να μας πληγώνει να μας θυμίζει την αγάπη που τελειώνει. Με μας πως έγινε και ήρθε νωρίς το βράδυ και να που μείναμε της μοναξιάς οι σκλάβοι. Και εσύ καρδιά να ψάχνεις μες στην έρημο με ποιο φεγγάρι έχουμε πανσέληνο. Με μας πως έγινε και αλλάξαμε πορεία και μένει το όνειρο ξανά στην απορία. Και εσύ διστάζεις και δεν παίρνεις την ευθύνη μήπως και σώσεις ότι έχει απομείνει. Με μας πως έγινε και ήρθε νωρίς το βράδυ και να που μείναμε της μοναξιάς οι σκλάβοι. Και εσύ καρδιά να ψάχνεις μες στην έρημο με ποιο φεγγάρι έχουμε πανσέληνο Ο ήλιος κρύφτηκε ξανά κι από το παράθυρό σου, ακούς να χαιρετιούνται για το βράδυ τα παιδιά θέλω να δω το δώρο μου να αστράφτει στο λαιμό σου να νιώσω τη στιγμή να μην περνά. Δυο λέξεις κι ένα νεύμα σου με δένουνε στο τώρα ένα μακρύ ταξίδι, του νου μου δρασκελιά κρατώ σφιχτά το χέρι σου κι αφήνομαι στην μπόρα ακούω την ανάσα σου ακούω την ανάσα σου. Μαζί με τον καπνό ανασαίνω τούτο τον αέρα η οθόνη δείχνει τη μορφή σου τόσο καθαρά μια μηχανή σφηνώνει τη δική σου νύχτα στη δική μου μέρα όμως τα χρόνια ίδια μπαίνουν στη σειρά. Ψελλίζω κάθε πρόταση με το δικό σου ρήμα ο δρόμος μου στα λόγια, στη φωνή σου, στη φωτιά αυτά που θέλω εγώ να πω δε λέγονται από το σύρμα το άγγιγμά σου μόνο το άγγιγμά σου τα ξυπνά. Μαζί με τον καπνό ανασαίνω τούτο τον αέρα η οθόνη δείχνει τη μορφή σου τόσο καθαρά μια μηχανή σφηνώνει τη δική μου νύχτα στη δική σου μέρα όμως τα χρόνια ίδια μπαίνουν στη σειρά. Λένε ο χρόνος. Όλα τα σβήνει λένε ο χρόνος. Όσα μαζί ζήσαμε όμως. Θα μείνουνε ανεξίτηλα. Στο μυαλό μου. Μαζί σου η νύχτα στο μυαλό μου. Είχα αγκαλιάσει το όνειρο μου. Όμως να φύγει το άφησα. Της σιωπής τα κάστρα. Με λόγια κάτω από τα άστρα. Σαν να ήτανε από άμμο πέφτανε. Όνειρα φευγάτα. Που τα δικά σου μάτια. Πάντα δικαιώνανε. Μένω πίσω. Το τέρμα μου να συντηρήσω. Και τη χαρά να συντονίζω. Σε σένα να νοσταλγώ. Να νοσταλγώ τα χαμένα. Τα σχέδια τα ματαιωμένα. Μείναν λειψά χωρίς εσένα. Μα σιγόκαινε στα κρυφά. Της σιωπής τα κάστρα. Με λόγια κάτω από τα άστρα. Σαν να ήτανε από άμμο πέφτανε. Όνειρα φευγάτα. Που τα δικά σου μάτια. Πάντα δικαιώνανε. Λένε ο χρόνος. Όλα τα σβήνει λένε ο χρόνος. Όσα μαζί ζήσαμε όμως. Θα μείνουνε ανεξίτηλα. Μετά από τέτοια απουσία μακριά. Σαν ένας ξένος στην παλιά μου γειτονιά. Άγνωστα πρόσωπα γεμίσανε τα σπίτια. Στο δρόμο παίζουν άγνωστα παιδιά. Μην πεις ποτέ πως είναι αργά να ξαναρχίσεις. Πως ξέκοψες μην πεις από τη ζωή. Όταν υπάρχουν τόσοι γύρω που μαζί τους. Τον κόσμο από την αρχή θα ξαναχτίσεις. Είναι λοιπόν τόσα πολλά είκοσι χρόνια. Σε εμένα φαίνεται σαν να ήταν μόλις χθες. Έτσι που τη ζωή μου έχω ξοδέψει. Στα ξερονήσια και στις φυλακές Από τα πέρατα της γης φέραν της φωτιάς οι μάγοι ονείρατα φιλόξενα μήπως και σπάσουνε οι πάγοι. Στη φωτιά ρίχνω όλα τα ταμένα όνειρα πάρτε με μαζί κι έμενα να χαθώ σε τραγούδια περασμένα κάπου εκεί όσα έχω χρεωμένα ζω. Μήπως θαρρέψει ο άνθρωπος και ψάξει στα χαμένα και βάλει χώρια τα καλά χώρια τα στερημένα. Στη φωτιά ρίχνω όλα τα ταμένα όνειρα πάρτε με μαζί κι έμενα να χαθώ σε τραγούδια περασμένα κάπου εκεί όσα έχω χρεωμένα ζω. Από τα πέρατα της γης φέραν της φωτιάς οι μάγοι. Αχ να μπορούσα να βλεπα του ουρανού το χρώμα τι κρύβουνε τα χείλη σου σαν με φιλάς στο στόμα. Τι κρύβεται, τι κρύβεται πίσω από τα γέλια, τις ματιές τον έρωτα και τις χαρές από τα φιλιά κι από τους όρκους κι από όσα δένουν τους ανθρώπους. Αχ να μπορούσα να βλεπα πότε μου λες αλήθεια γιατί μου λες τα ψέματα και τα άλλα παραμύθια. Τι κρύβεται, τι κρύβεται πίσω από τα γέλια, τις ματιές τον έρωτα και τις χαρές από τα φιλιά κι από τους όρκους κι από όσα δένουν τους ανθρώπους Μια φυλακή είναι ο κόσμος μακριά σου μα η νύχτα αυτή μου έφερε το άρωμά σου. Τι λάθος κάνω κι όλο φτάνω πιο κοντά κι όλο σε χάνω κι όλο από την αρχή ξανά; Όλο σε χάνω κι όλο από την αρχή ξανά, τι λάθος κάνω κι όταν φτάνω είναι αργά; Μια ξενιτιά η ζωή χωρίς εσένα κι από την καρδιά δεν γλιτώνεις με ένα ψέμα. Τι λάθος κάνω κι όλο φτάνω πιο κοντά κι όλο σε χάνω κι όλο από την αρχή ξανά; Όλο σε χάνω κι όλο από την αρχή ξανά, τι λάθος κάνω κι όταν φτάνω είναι αργά; Τι λείπει, τι φταίει και η καρδιά μου κλαίει. Πάλι στον Πύργο το Λευκό χαράματα γυρίζω, από την Καμάρα στο Ντεπώ, χορεύουν τα άστρα στο καπώ, κι εγώ φωτογραφίζω, τις βόλτες στο Πανόραμα, τις νύχτες στην Περαία, τα στέκια μας τα γνώριμα που ζήσαμε παρέα. Τι να φταίει, τι συμβαίνει και πονούν οι ερωτευμένοι, τι να φταίει, τι συμβαίνει κι ότι αγάπησα πεθαίνει, τι να φταίει, τι συμβαίνει. Πάλι στον Πύργο το Λευκό χαράματα γυρίζω, από την Καμάρα στο Ντεπώ, κερνώ τσιγάρο τον καημό, και τα παλιά σκαλίζω, φιλιά τα Σαββατόβραδα, στην Κρήνη, στο Βαρδάρη, και όνειρα που κάναμε στο ίδιο μαξιλάρι. Τι να φταίει, τι συμβαίνει και πονούν οι ερωτευμένοι, τι να φταίει, τι συμβαίνει κι ότι αγάπησα πεθαίνει, τι να φταίει, τι συμβαίνει. Αν δεις στον ύπνο σου ένα ξένο σιωπηλό και θλιμμένο μου λένε ότι είναι κακό σημάδι κι αν δεις νερό καθαρό στο πηγάδι θα βρει η καρδιά σου βάλσαμο. Μα εγώ βλέπω μόνο ένα τρένο να περνάω κι όλο πίσω να μένω και ξυπνώ και έχουν φύγει τα τρένα και ρωτά μήπως χάνω και σένα. Τι θα πει, τι σημαίνει ένα τρένο; Φίδι αν δεις φαρμακερό μου λένε, άλλαξε πλευρό κάποιος σε κακομελετάει. Κι αν δεις καθρέφτη να σπάει σε περιμένει βάσανο, σε περιμένει. Μα εγώ βλέπω μόνο ένα τρένο να περνάω κι όλο πίσω να μένω και ξυπνώ και έχουν φύγει τα τρένα και ρωτά μήπως χάνω και σένα. Τι θα πει, τι σημαίνει ένα τρένο; Αν δεις στον ουρανό πουλιά με πολύχρωμα φτερά θα πει η τύχη σου αλλάζει κι ίσως μια αυγή στο βάθος χαράζει σβήνει η νύχτα η μακριά αν σε ξυπνήσουν τα πουλιά. Τα όνειρα αυτών που ταξιδέψανε με τόσες προσδοκίες κάτω από τη βροχή, κι ένας χλωμός, κι ένας χλωμός, κι ένας χλωμός ήλιος, κι ένας χλωμός ήλιος, τίποτε άλλο. Τους πόθους που ποτέ δε ζευγάρωσαν σε ένα αστέρι του κάμπου μέσα στη σιγή κι ένα πικρό χαμόγελο, τίποτε άλλο. Τις ελπίδες αγέλαστων παιδιών που πέταξαν μέσα στο πρωί και λίγα μαραμένα χαμολούλουδα, και λίγα μαραμένα χαμολούλουδα, τίποτα, τίποτα, τίποτα, τίποτα άλλο, τίποτα, τίποτα, τίποτα, τίποτε άλλο. Τις άδειες νύχτες όλοι μιλούσαν για τη βροχή, για μας η ελπίδα και η αγάπη είχαν χαθεί. Λες και η καρδιά από τον ατέλειωτο τον ουρανό κράτησε μόνο τη συννεφιά κι έναν καημό. Τις άδειες νύχτες όλοι γελούσαν για τα παιδιά, στα κρύα μας χέρια δεν είχε λύπη μήτε χαρά. Κι εγώ τις ώρες που έχουν χαθεί ψάχνω να βρω σε μια κάμαρη με το ταβάνι για ουρανό. Τις άδειες νύχτες βλέπαμε στο όνειρο μια ακρογιαλιά, τον ήλιο ελεύθερο, τα μάτια όμορφα και λαμπερά. Τώρα τον ήλιο μας όλα τα σύννεφα τον κυνηγούν, τώρα τα μάτια μας βλέπουν τη θάλασσα και δε μιλούν. Τις άδειες νύχτες ονειρευόμαστε μια ακρογιαλιά, τον ήλιο ελεύθερο, τα μάτια όμορφα και λαμπερά. Στις ξένες πόρτες ήρθαμε περαστικοί ζητιάνοι και κάποτε χτυπήσαμε στα σπίτια που αγαπήσαμε μα όλοι έχουν πεθάνει. Τις ξένες πόρτες μη χτυπάς κι ας είναι γιορτής ημέρα κι αν κάποιος θα σε λυπηθεί και σε ρωτήσει πώς και τι τραβήξου παραπέρα. Στις ξένες πόρτες είπαμε τον αναστεναγμό μας μα οι άνθρωποι τις κλείσανε και μόνες τους ανοίξανε στον απολογισμό μας. Τις ξένες πόρτες μη χτυπάς κι ας είναι γιορτής ημέρα κι αν κάποιος θα σε λυπηθεί και σε ρωτήσει πώς και τι τραβήξου παραπέρα Τρόκο, τροκ το αλογάκι στην αυλόμαντρα μέσα χλιμιντράει και σκάβει και το πέταλο ανάβει. Τρόκο, τροκ μες στον κάμπο! Ποιος μπορεί να το φτάσει; Τα πουλιά και τα αγρίμια τρόκο, τροκ θα περάσει. Φτερωτό μου αλογάκι στάσου, στάσου λιγάκι να με πάρεις κι εμένα τρόκο, τροκ θα πετάμε κι όπου θέλεις θα πάμε Σκουριάσανε οι πόλεις, θαμπώσαν τα χωριά με τούτη την ομίχλη, με αυτήνε την σκουριά. Ας είχα ένα αμπέλι στην άκρη της Κνωσού θα έπαιζα εγώ το τέλι κι εσύ το σώμα σου. Θα πέρναγαν τουρίστες να φωτογραφηθούν θα εγείρονταν κι οι μύστες κι αυτοί να κουνηθούν. Ας ήταν τα αμπέλια κοντά στα μάρμαρα να φεύγουνε σαν χέλια κορίτσια γάργαρα. Σκουριάσανε οι πόλεις, θαμπώσαν τα χωριά με τούτη την ομίχλη, με αυτήνε την σκουριά. Αχ τι είναι αυτή η πατρίδα, της λείπουν τα λεφτά, ο κόσμος στη θυρίδα, στο αμπέλι εμείς κλεφτά. Θα πέρναγαν τουρίστες να φωτογραφηθούν θα εγείρονταν και οι μύστες κι αυτοί να κουνηθούν. Ας ήταν τα αμπέλια κοντά στα μάρμαρα να φεύγουνε σαν χέλια κορίτσια γάργαρα. Αχ τι είναι αυτή η πατρίδα, της λείπουν τα λεφτά, ο κόσμος στη θυρίδα, στο αμπέλι εμείς κλεφτά. Άστρι μου κι αστρίτσι μου κι αυγερινέ κι ασπερινέ και χρυσοπράσινε μα αϊτέ ήρθε το ξημέρωμα το καλό ξημέρωμα κι ηύρε μα επά στη γειτονιά, και στην ερωδιά. Λέσι με οι γειτόνισσες οι κερα κοκόνισσες. Ίντα γυρεύεις μωρέ επά στη γειτονιά, στη γειτονιά, στην ερωδιά; Εγώ μια κόρη αγαπώ κι ήρθα να ιδώ κι αν τηνέ δω να τση το πω τση κόρης πως την αγαπώ. Για πέ μας τα σουσούμιαν τση, μπορέτως την κατέχουμε μπας και την αμπατήσουμε. Δεν είναι ο δρόμος που φτιάχνει αγάπες. Δεν είναι η ψυχή μου που αλλάζει φορά. Δεν είναι εικόνα που απλοί διαβάτες με ορθάνοιχτα μάτια κοιτούν σαν μωρά. Υπάρχει ένα αστέρι το αόρατο αστέρι τα όνειρα πλάθει με άμμο και λάθη και φτιάχνει ζωή. Το αόρατο αστέρι τον λόγο δεν ξέρει μονάχα πως θέλει εσένα όταν θέλει καρδιάς μου πνοή. Δεν είναι τα μάτια σου που έχω αγαπήσει μα έχουν τα μάτια σου μια φυλακή που έκλεισε κάτι από τη Σελήνη, του κόσμου τη μνήμη και την Μουσική. Δεν έπιασε καμιά σκηνοθεσία καμιά μετάδοση δεν έγινε όπως πρέπει κι έτσι αποκλείστηκε, αποκηρύχτηκε το τραγουδάκι που δεν ήτανε γραφτό. Να πεις σε αγάπησα, στα αλήθεια σε αγαπώ. Καμιά φωνή δεν άρχισε να ψάλλει, κανένα όργανο δεν έπιασε τον τόνο και έτσι αποκρύφτηκε, αποσιωπήθηκε το τραγουδάκι που δεν ήτανε γραφτό. Να πεις σε αγάπησα, στα αλήθεια σε αγαπώ. Όλα όμως μπήκαν στη σωστή τους θέση και πρώτος πρώτος χειροκρότησε ο χρόνος σαν επιβλήθηκε και υιοθετήθηκε. Το άλλο τραγούδι που είναι σε όλους πια γνωστό και λέει πως δε με αγαπάς κι ας σε αγαπώ. Έχω ένα αχυρένιο σπίτι μες σε κοραλλένια δάση, κι ένα χάρτινο φεγγάρι σε ένα σύννεφο κρεμάσει. Ω πω πω πω πω και η μόνη μου αλήθεια είναι ότι σε αγαπώ! Καρυδότσουφλο για βάρκα με κουπιά οδοντογλυφίδες έχω, και γυρνώ τον κόσμο δίχως χάρτες και πυξίδες. Έχω μια καρδιά γυαλένια που κοντεύει πια να σπάσει, κι ώρες ώρες στάζει αίμα σαν χυμό από κεράσι. Πέντε κομματάκια ξύλο καλά σχηματισμένα κάποτε ήταν ένα κάποτε παλιά. Ποιος μάστορας αλήθεια τα είχε πιάσει στα χέρια του να πλάσει μοναδικό βιολί. Δεν ξέρω τα τραγούδια που είπαν οι χορδές κι από το ηχείο μέσα ποιες βγήκαν μουσικές. Δεν ξέρω ποια αγάπη δόξασε το δοξάρι γράφοντας στον αέρα με βέλη δυο καρδιές. Το πήρα το βιολάκι στα χέρια αγκαλιά του χάιδεψα λιγάκι τη σκόνη στην κοιλιά. Θα σε γιατροπορέψω, του είπα σιγανά. Θέλω να σε έχω φίλο στο σπίτι συντροφιά. Και φύγαμε οι δυο μας έξω από τη βοή μια αγάπη ή μια φιλία να αρχίσουμε μαζί. Και πέρασαν οι μέρες με ήλιο και βροχές κι όλες του τις έγιανα τις ξύλινες πληγές. Του κέντησα λουλούδια και κόκκινα βελούδα έστρωσα μες στη θήκη του για να είναι γιορτινή. Κι έχει τέτοια χάρη και όψη λυγερή κάθομαι, το κοιτάζω γεμίζει η σιωπή. Μοιάζεις, του λέω, καινούριο, έχεις κλειδιά, φωνή μα ακόμη δε μου έχεις ούτε μια νότα πει. Σε αγγίζω, σε τσιμπάω και τις χορδές κουνώ σου λέω σε αγαπάω κι είμαι για σένα εδώ. Ξέρω να περιμένω ξέρω να καρτερώ κι αν είσαι μαγεμένο θα βρω το γιατρικό. Μου φτάνει που υπάρχεις και κατοικείς εδώ και στέλνεις στα όνειρά μου μεταξωτό ένα ντο. Μες στη Ζάκυνθο προσφάτως εσυνέβη γεγονός, ήταν ο Θεός φευγάτος τρελαμένος ο καιρός. Η ζωή μας, η καημένη φαίνεται εντελώς χαμένη, με το Χάρο ερωτευμένη και βαθιά τραυματισμένη. Τώρα μοιάζει με τη γραία που τη σήκωσε ο κυκλώνας και τη στριφογύρισε και δεν έγινε τυχαία είναι αρχαίος ο κανόνας μας προειδοποίησε. Μες στη Ζάκυνθο προσφάτως εσυνέβη γεγονός, ορατώς και αοράτως απορεί κι ο Σολωμός. Η ζωή μας προδομένη σε μπαλκόνι σαστισμένη, πράξη απονενοημένη και μια πρόωρα γερασμένη. Τώρα μοιάζει με τη γραία που τη σήκωσε ο κυκλώνας και τη στριφογύρισε και δεν έγινε τυχαία είναι αρχαίος ο κανόνας μας προειδοποίησε Τούτο εδώ το γουρουνάκι πήγε στο παζάρι τούτο εδώ το γουρουνάκι μένει στο πατάρι τούτο εδώ το γουρουνάκι έφαγε ροσμπίφ το γουρουνάκι όμως αυτό δεν έφαγε μπιτ τούτο εδώ το γουρουνάκι έκανε. Ουά. Ουά. Έχω ένα γράμμα φυλαγμένο στο παλτό μου, στη μέσα τσέπη διπλωμένο, καθαρό, δεν ξέρω αν γράφτηκε στον ξύπνιο ή στο όνειρό μου γράμμα γραμμένο σε ένα αυτόχειρα νεκρό. Γράφει πως τέλειωσες μεγάλε κι είναι κρίμα είναι η αρρώστια που τρελαίνει σαν χτυπά, δεν προλαβαίνεις ούτε καν να πάει το σήμα να σε γλιτώσουν με τα βαρβιτουρικά. Όμως μη νοιάζεσαι για αυτό, κορίτσι πράμα, όπως δε θα έπρεπε κανείς να ανησυχεί, για ένα χαίρομαι, ότι αυτό το γράμμα, δεν είναι εκείνο που μου έγραψες εσύ. Όμως μη νοιάζεσαι, δεν είναι από εκείνα τα γραμματάκια με τα λόγια της στιγμής, ούτε κι αυτό το τελευταίο πριν ένα μήνα ήσουνα πάντοτε υπέρ της λογικής. Με αποστολέα παραλήπτη τον εαυτό μου αυτό το γράμμα το διαβάζω μόνο εγώ, το έχω κρυμμένο τώρα μέσα στο παλτό μου μην το διαβάσουν και με πάρουν για τρελό. Όμως μη νοιάζεσαι για αυτό, κορίτσι πράμα, όπως δε θα έπρεπε κανείς να ανησυχεί, για ένα χαίρομαι, ότι αυτό το γράμμα, δεν είναι εκείνο που μου έγραψες εσύ. Ήρθε πάλι στον Περαία, Το γρι γρι με την παρέα. Φορτωμένο φρέσκα ψάρια. Μουγκριά και καλαμάρια. Το έχουν το γρι γρι ψαράδες. Παλληκάρια χουβαρντάδες. Μόλις ξεπουλάνε πάνε. Στην ταβέρνα και γλεντάνε. Πίνουν όμορφα χορεύουν. Κι από τα βιολιά γυρεύουν. Να χορέψουν τσιφτετέλι. Αμάν, αμάν, αμάν, γιαλελέλι. Αχ, γιάλα! Γιαλελέλι, με γιάλα! Στα βάθη της Ανατολής φυτρώνει δέντρο αμάραντο. Θεοί κι ανθρώποι το ποτίζουν χρόνια τώρα κι οι ρίζες του κρατούν τη γη. Σμίγει και τους εφτά ουρανούς κρατάει τους πέντε ωκεανούς κάθε που ανθίζει ευωδιάζει όλη η πλάση ανθίζει η αγάπη κι η ζωή. Στα χαμηλότερα κλαριά προφήτες κι άγριοι κριτές και στα ψηλά κοντά στον ουρανό και στα άστρα Αρχάγγελοι και ποιητές. Εγώ έχω το δίκιο μου κι εσύ τον κόσμο όλο νομίζεις θα βρεθούμε στα μισά μιλάω με τον ίσκιο μου τρομάζω με το ρόλο κοιμάμαι με τα μάτια μου ανοιχτά. Εμένα με φωνάζουνε με το μικρό μου μόνο η σκούφια μου κρατά από το πουθενά κι εσένα που σε ήξερε κι η πέτρα που σηκώνω τρομάζεις όταν έρχομαι κοντά. Εγώ μετράω τα ρέστα μου να βγάλω κι άλλο μήνα ανοίγω και δε βλέπω ουρανό εσύ έχεις στο πιάτο σου ολόκληρη Αθήνα ανοίγεις και χαζεύεις το κενό. Εγώ έχω το δίκιο μου κι εσύ τον κόσμο όλο νομίζεις θα βρεθούμε στα μισά μιλάω με τον ίσκιο μου τρομάζω με το ρόλο κοιμάμαι με τα μάτια μου ανοιχτά. Εμένα με φιλήσανε στο στόμα οι ανάγκες την έκανα τη βόλτα στα βαθιά κι εσένα το ταξίδι σου δυο καρφωμένες ράγες νομίζεις ότι πήγες μακριά. Εγώ μετράω τα ρέστα μου να βγάλω κι άλλο μήνα ανοίγω και δε βλέπω ουρανό εσύ έχεις στο πιάτο σου ολόκληρη Αθήνα ανοίγεις και χαζεύεις το κενό. Ποιος το αγόρασε αυτό το ερειπωμένο σπίτι, με την αυλή πνιγμένη στη γλυσίνα και στο δυόσμο, με όλη τη θάλασσα και τα καΐκια μπρος του κι όλη τη θλιψη περασμένων μεγαλείων, πίσω. Πάνω στους τοίχους του, όλη η αγοραπωλησία κι ένα δελφίνι, από παιδιού χεράκι, καμωμένο, έγινε ανάμνηση και ίσκιος, η γριά κυρία, η καπετάνισσα κυρά, χωρίς λιμάνι και πυξίδα. Στη σάλα του προγόνου, η παλιά φωτογραφία, το σκαλιστό σκαμνί κι ο ραγισμένος, Ρούσικος καθρέφτης, βασιλικά, πληρώσανε, του γιου, μιαν αμαρτία, και η αρχοντιά, θυσία στη ντάμα, στο βαλέ, στο ρήγα. Ποιος το αγόρασε αυτό το ερειπωμένο σπίτι, αφέντης ποιος, το κρύο τζάκι του ξανά θα ανάψει, όσο κι αν το αγαπήσει, πάντα, αυτός ο ίσκιος πίκρας παλιάς, μέσα στις αυλες του, γκρίζος θα γυρίζει. Όσο κι αν το αγαπήσει, πάντα, αυτός ο ίσκιος πίκρας παλιάς, μέσα στις αυλες του, γκρίζος θα γυρίζει. Γέλιο μου και δάκρυ, έρωτα μου εσύ όλοι οι δρόμοι τώρα είναι ανοιχτοί πάρε με να πάμε, όχι δε φοβάμαι έχω μάθει να είμαι δυνατή. Κλείνω τα μάτια, όλα τα βλέπω τι με λυτρώνει, τι δεν αντέχω βλέπω το ίδιο χάδι και τραύμα μες στην αγάπη σου ζω το θαύμα. Φως και ανατολή μου, πόρτα μυστική άνοιξες και μπήκα, μη μου πεις γιατί φτάνει που σε έχω και κοντά σου τρέχω πριν ο φόβος γίνει φυλακή Φεύγουν γοργά τα χρόνια και μένουν οι στιγμές όπως λίγα λουλούδια στων βράχων τις ρωγμές. Όσα σου είχα τάξει άνεμος και καπνός συγγνώμη που δεν ήμουνα για σένα ουρανός. Κι αν χαμηλά πετάμε και με μισά φτερά αντέχουμε ακόμα κι αυτό είναι που μετρά. Ρίξε άνθος αγγέλου στου έρωτα τις ρωγμές το θαύμα είναι να ζεις, καρδιά μου, όλες σου τις στιγμές. Φεύγουν γοργά τα χρόνια και πουθενά ένα φως στις έγχρωμες αφίσες κοιτάς τα ΠΡΟΣΕΧΩΣ Μια ροζ χαλκομανία στο φλίπερ σου γελά φυσάει αδιαφορία να ντύνεσαι καλά. Κι αν χαμηλά πετάμε και με μισά φτερά αντέχουμε ακόμα κι αυτό είναι που μετρά. Ρίξε άνθος αγγέλου στου έρωτα τις ρωγμές το θαύμα είναι να ζεις, καρδιά μου, όλες σου τις στιγμές Καλό φεγγάρι λέω, χρυσό χαλίκι στο βυθό του ονείρου σου με μάτια που πονούν από την αγρύπνια. Καλό φεγγάρι λέω μα ποιος θα ακούσει τούτο το τραγούδι. Καλά καλά γιατί το τραγουδώ μέσα στις χούφτες μου κρατώ τον άνεμο που ξέρει πολλά πανιά, ξέρει πολλά μαντήλια, μα ποιος θα ακούσει τούτο το τραγούδι. Οι φίλοι ξέρεις λιγοστεύουνε γίνονται δικηγόροι, γιατροί, καθηγητές. Ξαφνιάζεσαι μια μέρα, αρχίζουν να μιλάνε για αυτοκίνητα, ταξίδια στην Ευρώπη. Αυτά δεν είναι άσχημα, μονάχα ασυνήθιστα. Ξαφνιάζεσαι μια μέρα, κοιτάζεις μες τα μάτια μιας γυναίκας, όποιας γυναίκας, λες σιγανά παλιούς σκοπούς. Θα φύγω το χειμώνα γέρνοντας λίγο αριστερά από το βάρος της αγάπης σου. Καλό φεγγάρι λέω, χρυσό χαλίκι στο βυθό του ονείρου σου με μάτια που πονούν από την αγρύπνια. Καλό φεγγάρι λέω μα ποιος θα ακούσει τούτο το τραγούδι. Καράβι το ταξίδι σου στην άγκυρα τελειώνει για αυτό κρατήσου από το βυθό κι άφησε το τιμόνι, Να ταξιδεύεις χαίρεσαι στο κύμα που πεινάει, βαθιά στη μαύρη θάλασσα πες μου, τι σε τραβάει. Σηκώνεις άσπρο το πανί, ξελύνεις τα σχοινιά σου και σαν πουλιά στην κουπαστή στέκονται τα όνειρά σου. Άφήνεις πίσω τη στεριά να πας σε ξένα μέρη ποιος άφησε τη σιγουριά για κάτι που δεν ξέρει. Μες στο λιμάνι δεν μπορώ, τον κόσμο τον φοβάμαι χίλιες φορές στο πέλαγο, στο κύμα να κοιμάμαι. Να κυνηγάω το άπιαστο στου ορίζοντα το τέρμα γιατί η αλήθεια μου ζητάει να ζήσω μες στο ψέμα. Αδειάζω από τα αμπάρια μου τα λόγια των ανθρώπων τα βάσανα και τους καημούς τόσων χαμένων κόπων. Του ταξιδιού την ομορφιά κανεις δε στην χαρίζει θέλει ψυχή να έχεις βαθιά, καρδιά που να δακρύζει. Το καράβι φεύγει τα μεσάνυχτα μέσα από την καρδιά του ρολογιού τα πανιά απλώνει στους δυο δείχτες του, πάρτε μου την άγκυρα από το νου. Θέλω να σαλπάρω, θέλω και να μείνω, γύρω από σένα να γυρνώ, στους ωκεανούς σου πάντα να αρμενίζω, στα δικά σου δάση να χαθώ. Θα φορτώσω μια ζωής τα αμπάρια του κι ένα τραγουδάκι του καημού, παραμύθια και μια φυσαρμόνικα, πάρτε μου την άγκυρα από το νου. Κύλησα πάνω σου χθες βράδυ σαν βροχή. Και έβαψα κόκκινο το γκρίζο σου πουκάμισο. Χείλια γλυκά μου θα σε μάθω εγώ να ζεις. Σαν ακροβάτης σε σχοινί πάνω από την άβυσσο. Κύλησα πάνω σου χθες βράδυ σαν βροχή. Σαν όστρια σκόρπισα όλα τα καθώς πρέπει σου. Και άναψα πυρκαγιά στην κρύα σου ζωή. Και έκαψα ως το κόκκαλο τα πρέπει σου. Εμείς οι δυο θα ταξιδέψουμε ότι και αν πρέπει να ξεχάσουμε ότι και αν χρειαστεί να χάσουμε ήταν η ώρα, ήταν η μέρα, ήταν η μοίρα ήταν το φως μες στο σκοτάδι ήταν το γκρίζο σου που έβαψα κόκκινο της φωτιάς χθες βράδυ. Κύλησα πάνω σου χθες βράδυ σαν βροχή. Κι ήσουν γελαστός και ωραίος σαν αρχάγγελος. Το κόκκινο πουκάμισό σου έγινε αστραπή. Της ομορφιάς που εμείς θα ζήσουμε προάγγελος. Η νύχτα κατεβαίνει με μαύρο φερετζέ κι η πόλη διψασμένη για φώτα και σουξέ. Βάλε το κόκκινο φουστάνι εκείνο που σε κάνει να μοιάζεις πυρκαγιά. Έλα και μη μετράς την ώρα τα νιάτα είναι δώρα που καίνε σαν φωτιά. Τι να μας περιμένει αύριο το πρωί ποιος έρωτας πεθαίνει και ποιος θα γεννηθεί. Έχω φίνο μεζεδάκι, παστουρμά και σουτζουκάκι και το κοκορέτσι κι αυγά από το κοτέτσι. Ααααχ, όλη μέρα τηγανίζω και τη νύχτα τα γυρίζω και πουλάω κοκορέτσι και αυγά από το κοτέτσι. Παίρνω βόλτα τις ταβέρνες, βλέπω χήρες, παντρεμένες, να ζητούν λιγάκι από το φίνο σουτζουκάκι. Ααααχ, όλη μέρα τηγανίζω και τη νύχτα τα γυρίζω και πουλάω κοκορέτσι και αυγά από το κοτέτσι. Άλλη πάλι μια τσακίρα που έστειλε η ζωντοχήρα, γύρευε λιγάκι λεπτό κοκορετσάκι. Ααααχ, όλη μέρα τηγανίζω και τη νύχτα τα γυρίζω και πουλάω κοκορέτσι και αυγά από το κοτέτσι. Χθες το βράδυ μια νταρντάνα, μια αφράτη παραμάνα, γύρευε λιγάκι από το φίνο σουτζουκάκι. Ααααχ, όλη μέρα τηγανίζω και τη νύχτα τα γυρίζω και πουλάω κοκορέτσι και αυγά από το κοτέτσι. Το κορίτσι απόψε θέλει. Να χορέψει τσιφτετέλι. Να τρελάνει τον ντουνιά. Παίξε μας και ταξιμάκι. Για να σπάσει νταλγκαδάκι. Με γιαβάσικη πενιά. Έλα σήκω. Χόρεψέ το. Το κορμί σου. Λύγισέ το. Όλα απόψε είναι δικά σου. Έλα κι ήρθε η σειρά σου. Χόρεψε το να χαρείς. Για να δεις ότι αξίζω. Όλα σου τα χαλαλίζω. Τέτοιον άνδρα δε θα βρεις. Πουλί που φεύγεις μακριά αλλού να τραγουδήσεις μην πιεις το πικροβότανο και πίσω δε γυρίσεις. Πουλί που φεύγεις με καημό πουλί κυνηγημένο, που δεν αντέχεις στον χιονιά και φεύγεις λυπημένο. Θα έρθει ξανά η Άνοιξη θα έρθει το Καλοκαίρι, θα λάμψει ο ήλιος στα μαλλιά στο μέτωπο το αστέρι. Θα βάλουν όλοι γιορτινά να βγούνε στα μπαλκόνια, να δουν να λιώνουν στα βουνά και στην καρδιά τα χιόνια. Πουλί που φεύγεις μακριά αλλού να τραγουδήσεις. Άσφαλτος που ζωντανεύει. Τον χρησμό τον δρόμο. Πως ξεχνιέσαι στις στροφές του. Χάνεσαι στον χρόνο. Ποιοι χαρταετοί στο βλέμμα. Σου μιλούν για δέρμα. Λες το χρώμα είναι κέρμα. Κι όλα τα άλλα ψέμα. Α των μεταλλείων η σκουριά. Πάνω στην μάντρα μου γελά. Κι εσύ να λες είναι το κάρμα. Α μια ξεχασμένη μυρωδιά. Από λυχνίτη και φωτιά. Κι εσύ να ζεις ξανά το δράμα. Κοίτα γύρω σου τις χώρες. Του κρυφού του φόβου. Των χρωμάτων τη μαγεία. Τη ματιά του νόστου. Φως γαλάζιο σε τυλίγει. Και η πόλη γέρνει. Της Μακρόνησου καθρέφτης. Δες το Λαύριο φέγγει. Α το δέρμα θα σου το πει. Πως η σιωπή είναι ντροπή. Δες γύρω φλέγεται ο χάρτης. Α δε θα με αγγίξει ο καιρός. Κύτταρο είμαι του παντός της αρμονίας μετανάστης. Το λευκό το κυπαρίσσι, η κρυφή πηγή, είναι του χάροντα η βρύση η παντοτινή. Όσο κιαν διψάει η ψυχή σου δροσερό νερό, μην το σβήνεις το κορμί σου στο ποτάμι αυτό. Όσο καίγεσαι και θέλεις φως και ξαστεριά, μην αλλάζεις τη φωτιά σου με τη λησμονιά. Αν θέλεις κάτσε κοίτα με αν θέλεις μύρισέ με αν θες να μάθεις μυστικό κόψε με κράτησέ με. Φώναξε ρώτα με αγαπά, ρώτα δε με αγαπάει το τελευταίο πέταλο πάντα στο μαρτυράει. ότι σου πει αληθινό μα θα σου πει και το άλλο η ομορφιά μου θα χαθεί. Όσα σπυριά έχει ο πλαλτός όπου χωράει στη γκούμπζα τόσο στο μάτσεμα εύκολος πέρασα δεν ακούμπησα. Πισπίλη είχα δύστροπο που πάθαινε λουμπάγκο γιατί συνέχεια μάνευα γαβρί και νταλαμάγκο. Όμως μια γκρέντζω πονιτική που τσιούλητσε τι τραβούσα ξεχώθηκε έναν καλόγερο στο κούφιο που αγρυπνούσα. Λαγέ μου να πεις στη μάνα σου να ανάψει μια τζιαμάλω να φτιάξει μια μελαχρινή ζιούμπενα δίχως άλλο. Μόνος να τη φχαριστηθείς μόνος να τη μανέψεις και το άλλο γιόκα μου το πρωί σίγουρα θα ματσέψεις. Κι όπως τα είπε γένηκαν κι αφού έγινα μουσκίδι το βγαλα ένα μονάχο του βαρύ σαν το μολύβι. Από της χαράς τα κλάματα με πήρανε κι οι γκντάμες σαν το έμαθε κι ο κούρκουλας βαράει τις καμπάνες. Λέφτερος πια ήμουν κι έμορφος κι γρήγορα την πάτησα σα γνώρισα και παντρεύτηκα μια αγκίδα που είχε τσιάτσια. Ευθύς μετά τα στέφανα και βάλτσαμε ντισέρι κι πήγαμε όπως όλοι σας ταξίδι σε άλλα μέρη. Σε ένααπό αυτά είχε θάλασσα κι μι ήρθε να βουτήξω με το συντρόφι ρίχνομαι τον πάτο για να αγγίξω. Γυαλίζω τους άλλους και κουνώ διγκράνια κι αγωγιάτες μα ξάφνου νιώθω ένα άγγιγμα πίσω κει δα στις πλάτες. Μία φωνούλα με καλεί. Αφέντη μου, παλληκάρι μου, γυρνώ και βλέπω ολόγυρα κλώθει το ματσιφτάρι μου. Δεν ξέρω πώς ζεις, δεν με νοιάζει πού μένεις, αν όνειρα έχεις ή αν όνειρα πουλάς. Αν πάλι μπορείς στη βροχή να χορεύεις, αν σέρνεσαι, αν τρέχεις ή αν περπατάς. Ξέρω μονάχα πως περνάει και ξεχνάει το μαύρο τρένο της ζωής και στα βαγόνια του τα φώτα είμαστε εμείς. Και κάθε ώρα που χτυπάει, σου ζητάει ένα χαμόγελο να βρεις γιατί τον χρόνο δεν τον νίκησε κανείς. Χειμώνας περνάει τον ίσκιο του σέρνει, η μέρα γερνάει κρύα νύχτα μας φέρνει. Σε ποια γειτονιά σκοτείνιασε ο δρόμος και εγώ είμαι μόνος κι ας μένεις κοντά. Ξέρω μονάχα πως περνάει και ξεχνάει. Χωρίς οδηγό τα ίχνη διαβάζω, χωρίς να κοιτάζω την άκρη θα βρω. Δεν ξέρω πώς ζεις, δεν με νοιάζει πού μένεις, ακόμα προφταίνεις να με βρεις ζωντανό. Μες στα σκοτείνα νερά και στα βάθη της ερήμου πάντα έφτανε η ζωή μου. Δεν υπάρχουν δρόμοι εκεί πίσω σβήνουνε τα χνάρια πέφτουν στο κενό τα ζάρια. Καραβάνια που μακραίνουν λες και χάνονται μέσα στα φεγγάρια της σιωπής όλες οι φωνές ξυπνούνε μα εσύ μη φοβηθείς. Έχει η θάλασσα φωτιά και το κύμα σκαλοπάτια η ψυχή μου χίλια μάτια. Αν μπορείς να κρατηθείς κι αν γυρέψεις να με φτάσεις κύματα να βελονιάσεις. Με καραβια που μακραίνουν πάλι χάνομαι κι ίσως θα μπορέσεις να με βρεις κάτω από το μεγάλο κύμα στο όριο της αντοχής. Είχα κι εγώ ένα μεράκι στην καρδιά μου κι από ντροπή το είχα πάντοτε κρυφό η μπαμπεσιά όμως που μου έκανες κυρά μου σε όλους τους φίλους μου θα κάτσω να το πω. Λίγα μπιζού και δυο στολίδια τιποτένια αυτά σε κάνανε για να με αρνηθείς να μην ξεχνάς όμως να το έχεις πάντα έννοια, ω με ίδιο νόμισμα κι εσύ θα πληρωθείς. Κι εγώ να ξέρεις στο εξής πια δε ν θα κλάψω έστω ακόμα κι αν μου πουν πως δυστυχείς όπως με πέταξες κι εγώ θα σε πετάξω ωωωω εδώ θα ήμαστε και να το θυμηθείς Σήμερα κόντεψα να σου τηλεφωνήσω. Πήρα ένα ένα όλα τα νούμερα σχεδόν. Όμως την κρίσιμη στιγμή έκανα πίσω. Το παρελθόν είναι για πάντα παρελθόν. Έτσι πήρα το μηδέν αντί για σένα. Ένα τίποτα, ένα σύννεφο σιωπές. Πώς δειλιάσανε τα δάχτυλα μου πες. Κι έτσι μείναν μεταξύ τους κολλημένα. Έτσι πήρα το μηδέν αντί για σένα. Τη στιγμή που θέλει να έχεις αντοχές. Όλοι οι φόβοι μου με λύγισαν εμένα. Κι έτσι πήρα το μηδέν αντί για σένα. Και άμα έπαιρνα και άμα απαντούσες. Ποιος θα σου έλεγα ότι είμαι, ποια φωνή. Πώς να σου πω είμαι αυτή που αγαπούσες. Όταν εσύ έχεις μια άλλη πια ζωή; Την ώρα που τα σώματα δεν είχαν ονόματα. Σε ώρες άσχετες αργά σε παίρνω και δεν κλείνω ρωτάς ποιος είναι τσιμουδιά απάντηση δε δίνω. Μονάχα ανασαίνω σε ακούω και σωπαίνω. Με απελευθερώνει κι όμως δεν τελειώνει αυτό το μίσος όσοι μένουν μόνοι με νιώθουν ίσως. Ένας θυμός, ένα καπό και τα παλιά κλειδιά μου καθώς θα βρίζεις θα κρυφτώ μαζί με τη σκιά μου. Σε ακούω και σωπαίνω μονάχα ανασαίνω. Με απελευθερώνει κι όμως δεν τελειώνει αυτό το μίσος όσοι μένουν μόνοι με νιώθουν ίσως Μια ηλιαχτίδα μου φώτισε ξανά τη γλυκιά χαμένη Παναγιά μύρο της ζωής κοντά μου γύρε, μην αργείς για να μου πεις το παλιό τραγούδι της ψυχής! Τώρα θα γίνει ο καημός ύμνος εσπερινός σήμαντρο στην αστροφεγγιά κι ο πόθος της καρδιάς ψαλμός στην Παναγιά! Σαν μαϊστράλι μου ζέστανες ξανά την πικρή, φτωχή μου αγκαλιά χάδι της ζωής απόψε θέλω μια στιγμή τα χερουβείμ στο γλυκό μπολέρο της ψυχής. Τώρα θα γίνει ο καημός ύμνος εσπερινός σήμαντρο στην αστροφεγγιά κι ο πόθος της καρδιάς ψαλμός στην Παναγιά! Το νυφικό το αρχοντικό κι ένα κορμί μου δώσανε δανεικό. Χρόνε ληστή και δικαστή την παγωνιά μου κάνε την να ακουστεί. Ψυχή μου, κράτα, πιάσε την κορφή. Στον ήλιο φτάσε με μια στροφή. Άιντε, καρδιά μου, βγάλε το καρφί. Κι ας κρατούνε το όνειρο τρεις αιώνες όμηρο. Αχ ζωή, δε σου χρωστώ. Αγκαθερό ρούχο φορώ. Σε ένα ποτάμι πέτρινο σπαρταρώ. Χρόνε κριτή κι εκδικητή τη συννεφιά μου κάνε την να κρυφτεί. Ψυχή μου, κράτα, πιάσε την κορφή. Στον ήλιο φτάσε με μια στροφή. Άιντε, καρδιά μου, βγάλε το καρφί. Κι ας κρατούνε το όνειρο τρεις αιώνες όμηρο. Αχ ζωή, δε σου χρωστώ. Άντες αμάν αμάν. Το ξεροστεριανό νερό λένε πως έχει αβδέλλες, άντες αμάν αμάν μα κείνο το μαργιόλικο βγάζει όμορφες κοπέλες. Αμάν, για πες μου ποιος σου τα έπλεξε τα φρύδια σου γαϊτάνι, αμάν, να δώσω εγώ τα πλεχτικά να τα έχομε ομάδι. Έρημοι δρόμοι γερμένοι ώμοι και σπίτια ξένα σαν φυλακές πριν από λίγο μου είπες να φύγω και γίναν στάχτη οι Κυριακές και περπατώ κι ούτε ένα χέρι να πιαστώ. Το ξέρω πια δε με αγαπάς μα πιο πολύ με νοιάζει χωρίς αγάπη που θα πας στη μπόρα και στα αγιάζι. Έρημοι δρόμοι χωρίς συγγνώμη για μια γυναίκα μέσα τη νυχτιά πριν από λίγο μου είπες να φύγω σε μια σου λέξη τόση φωτιά και περπατώ κι ούτε ψυχή να τυλιχτώ. Το Ξηροστεριανό νερό λένε πως έχει αβδέλλες μα κείνο το μαργιόλικο βγάζει όμορφες κοπέλες. Χορεύεις και πατείς στη γη και το καταλαβαίνει πως μερακλίδικο κορμί πο πάνω τζη διαβαίνει. Για πες μου ποιος σου τα έπλεξε τα φρύδια σου γαϊτάνι να δώσω εγώ τα πλεχτικά να τα έχουμε ομάδι. Αφήστε τονε να περνά πο τω Χανιώ τη πόρτα και να φορεί και τα άρματα όπως τα φόρειε πρώτα. Καράβια πάνε στο γυαλό και γλάροι στον αέρα μα δεν μπορώ αγάπη μου να έρχομαι κάθα μέρα. Τέσσερις είναι οι μάρτυρες στη μέση της Ρεθύμνης και μαρτυρούν πως ψεύτικους όρκους της αγάπης δίνεις. Χτες το βράδυ αργά ήρθες φώλιασες στο μυαλό μου ήσουνα εκεί δίπλα μου, σε άγγιζα χάιδευα τα όμορφα μαλλιά σου μες στο όνειρο. Πάει καιρός που έφυγες ξέρω σου λεν πως σε έχω ξεχάσει μα τα σημάδια μέσα μου ούτε το ότι είσαι μακριά ούτε ο καιρός θα σβήσει. Δάκρυα στα μάτια μου έρχονται κάθε φορά που βλέπω πίσω όσο κι αν ψάξω δεν μπορώ να σε έβρω μα ξέρω κάπου εκεί μες στο πλήθος θα κρύβεσαι. Χτες το βράδυ αργά ξύπνησα τρομαγμένος έτρεχες λέει καβάλα σε άλογο που δεν άφηνε πατημασιές πάνω στο χώμα Είμαι του δρόμου το παιδί το παραπονεμένο και σαν σκυλάκι κάθομαι στους πάγκους το καημένο. Το κρύο έχω πίκρα μου η ζέστη είναι η χαρά μου του καθενός το θέλημα είναι η παρηγοριά μου. Η πείνα δε με φόβισε ορφάνια δε θυμούμαι βρέθηκα έτσι στον ντουνιά και δεν παραπονούμαι. Γεια σου Κάβουρα παραπονιάρη! Κι αν αποθάνω και βρεθεί κανένας και με θάψει είμαι του δρόμου το παιδί κι εκείνος ας με κλάψει Έχω ένα παπάκι να μου κάνει πα να μου κάνει πα, πα, πα. Και ένα κουνελάκι που όλο μου κουνάει που όλο μου κουνάει τα αφτιά. Και δε μου καίγεται καρφί αν εσύ περνάς και δε μου ξαναμιλάς. Ίσως να ξανάρθεις όταν θα έχω πια όταν, θα έχω πια χαθεί κι ή θα με έχουν θάψει ή θα έχω μα ή θα έχω μαραθεί. Και ας μη σου καίγεται καρφί. Και ας συνήθισες και ας συνήθισες και εσύ Ψαχούλεψα ως μου φάνηκς το άνυδρό μου σώμα, σκληρό σαν λέπι το ένοιωσα και φθινοπώρου χώμα. Γύρισα το κεφάλι μου προς το παράθυρό μου και γέμισαν τα μάτια μου με τη μορφή του τρόμου. Ένα περιμένω κόκκινο και ξένο. Σαν να πέρασε από τον ουρανό. Σύννεφο της πόλης. Χρώμα αλκοόλης. Μυρωδιά από Θεό και πηλό. Κι όλη αυτή η λάσπη. Στο πρόσωπο σου αστράφτει. Κι είσαι πια εικόνα σε βιτρό. Μια γυμνή ρυτίδα. Κάλπικη σφραγίδα. Άνοιξε μια πόρτα στον καιρό. Σε έντυσε λουλούδι. Σε έβαψε με χνούδι. Κι είπε κατεβαίνω κάπου εδώ. Κι ύστερα από χρόνια. Σου εστειλε μπαλόνια. Για να παίζεις με το φως κρυφτό. Κοιμήσου στο παραμύθι της βεντάλιας. Κοιμήσου στα φτερά των εποχών. Κοιμήσου στα πηγάδια των λεωφόρων. Στα ατέλειωτα ζιγκ ζακ λευκών γραμμών. Κοιμήσου στις αψίδες των βαρβάρων. Σε αντένες σε οθόνες σε γκρο πλαν. Στις άδεις τις λαμαρίνες των οχημάτων. Στη σάρκα των θλιμμένων κοριτσιών. Στις στείρες επιγραφές των διοδίων. Στις ράγες των ασύρματων συρμών. Κοιμήσου στην πλατεία διχόνοιας. Στο τέρμα της οδού του μεταξιού. Στη θλίψη των κλειστών ξενοδοχείων. Στα στέκια που τα σώματα γλιστρούν. Κοιμήσου στο κρεβάτι που ουρλιάζει. Σαν κείνο το σκυλί που στο χε πει αν είναι να ζαρώσεις από ανία καλύτερα σαν κάρβουνο να ζεις. Κοιμήσου σε πακέτα δεδομένων. Στη λάμψη δακρυγόνα που γεννάει. Στις κόκκινες κηλίδες της ασπίδας. Τον γυάλινο τον Μάη που κρατάει. Κοιμήσου στου βεγγαλικού τη φρίκη. Που ζει για μια στιγμή κι ύστερα σκάει. Ένα περιμένω, κόκκινο και ξένο. Σαν να πέρασε απ τον ουρανό. Σύννεφο της πόλης, χρώμα αλκοόλης. Μυρωδιά από Θεό. Στις ανθισμένες κερασιές όταν τελειώνουνε οι βροχές τη μοίρα θα αντικρίσεις είναι της ζωής σου το γραφτό κρυμμένο σε όνειρο πικρό και θέλεις να ξυπνήσεις. Ταξίδι σε άλλον ουρανό στα χάρτινα φανάρια μακριά στης γνώσης το λωτό θα αναζητάς τα χνάρια. Μα πίσω από τη συννεφιά του ήλιου βρίσκεται η χαρά σαν θέλεις να ανθίσεις ελπίδα δίνει στην ψυχή το κλάμα που έρχεται από τη γη και θέλεις να γυρίσεις. Σαν τους γεροναύτες στα παλιά στα χρόνια που ταξίδευα στο πέλαγο κορμί σου κι όπου κρυφή βραχοσπηλιά καιγόμουν στην ορμή σου. Που είσαι να μου δώσεις φως μου ένα φιλί στο στόμα. Ο πόνος μου έγινε αδελφός και με τραβάει στο χώμα. Σαν τους πελαγίσους χαράζω τις βραδιές στο σώμα μου τα μάτια σου τα χιλιοφιλημένα κι έχω στο στήθος δυο καρδιές για σένα και για μένα. Όταν έρθεις στο πέρα κάστρο θα είμαι εκεί με τα κλειδιά στο χέρι δε θα βρείς πια το μονοπάτι για τον ουρανό. Το έκλείσαν βάτα κι αγκαθιές κι από παντού το έζωσαν και μια σιωπή βαριά το κατοικεί. Όταν έρθεις στο πέρα κάστρο θα είμαι εκεί με τα κλειδιά στο χέρι δε θα βρεις μήτε παπαρούνες και στάχυα χλωρά. Τα φτιάξαμε όλα στέφανα για τους χαμένους φίλους για τα θαμμένα όνειρα. Όταν έρθεις στο πέρα κάστρο θα είμαι εκεί με τα κλειδιά στο χέρι θα έχεις ότι απομένει από τον ουρανό. Μην κλάψεις για τα όνειρα πάλι θε να φυτρώσουν σε δυο σε πέντε σε δέκα χρόνια. Όταν έρθεις στο πέρα κάστρο θα είμαι εκεί με τα κλειδιά στο χέρι έμαθα να περιμένω και δυο και πέντε και δέκα χρόνια. Μην κλάψεις για τα όνειρα πάλι θε να φυτρώσουν σε δυο σε πέντε σε δέκα χρόνια. Το πιο ωραίο μου τραγούδι θα σου πω. Σε άγνωστη γλώσσα και σε άγνωστο σκοπό. Ένας αιώνας πήγε λάθος και γυρνώ. Μέσα από κόμματα, κομμάτια να σε βρω. Τρύπια σημαία η ζωή στην αγορά. Ποιος την αγόρασε και ποιος τηνε πουλά. Σου είχα πει καμιά φορά στα σκοτεινά. Να με αγαπάς σα να πηγαίνεις σινεμά. Έλα να παίξουμε τον έρωτα. Ξέρω τα μυστικά του έλα. Σαν τελευταίοι Μοϊκανοί. Για το αδύνατο ικανοί. Και για την τρέλα. Εσύ τα βράδια στο Πανόραμα μεθάς. Για ένα όραμα καινούργιο ξενυχτάς. Κι εγώ ένα βήμα από το τίποτα σχεδόν. Σε προσκαλώ στο φεστιβάλ των κουρελιών. Γύρισα πάλι στα ίδια μέρη. Κι εκεί που όλα μοιάζαν ξένα. Κάτι μου θύμισε εσένα. Κι είπα, εδώ είναι η πατρίδα. Το φως που ξέρω και με ξέρει. Κοίταξα μέσα από το τζάμι. Κι είδα στρωμένο το τραπέζι. Δίπλα η κόρη μου να παίζει. Κι είπα, εδώ θέλω να ζήσω. Εδώ κυλάει το ποτάμι. Άλλοτε πέτρα, άλλοτε σφαίρα. Που δεν μπορεί να κάνει πίσω. Σαν να κρατιέμαι από τον αέρα. Ψάχνω μια γη για να πατήσω. Έφευγα πάντα σαν το βέλος. Βρήκα ανοιχτό ουρανό και πήγα. Έψαξα αλλού και βρήκα λίγα. Κάποτε ήμουνα των άλλων. Τώρα δικός σας ως το τέλος. Όλα γυρνάνε μέσα στο μυαλό μου, με νέες λέξεις σου μιλώ, μπα σε καλό μου. Δε με πειράζει αν μας ακούσουν, κι αν μας δούνε, και δε με νοιάζει για μας οι άλλοι τι θα πούνε. Όταν πιω λιγάκι γίνομαι πουλάκι και άστρο λαμπερό, έχασα το δρόμο πάρε με στον ώμο, να απογειωθώ. Όλα χορεύουν μέσα μου και γύρω, σαν δελφινάκια γλυκοχάραμα στη Σύρο. Κι αν μας συλλάβουν δε θα παραδοθούμε, Για πάντα ο ένας μέσα τον άλλο θα χαθούμε Γιορτάζουν κι άναψαν φωτιά στο γιαλό μες στη νύχτα. Βρήκα ένα σπίτι στο νησί μα γαλήνη δε βρήκα. Της εξορίας η σκιά στο βήμα μου έρχεται κοντά για ένα τσιγάρο κι έχει το πρόσωπό σου μια σκληρή ζωγραφιά. Γιορτάζουν κι άναψαν φωτιές μα εγώ απλά τους κοιτάζω το δέρμα μου στον πυρετό σαν το φίδι αλλάζω. Σε αγάπησα πολύ, έρωτας είναι η ζωή σκιές που ταξιδεύουνε μέσα στο φως χορεύουν έκλαψα και πόνεσα, γεύτηκα ζωή πάλεψα τον έρωτα, μόνος και μαζί. Έρωτας και θάνατος μαζί ήτανε το πρώτο μας φιλί ένα πώς κι ένα γιατί μα τελικά να η ζωή έρωτας και θάνατος γεννήθηκαν μαζί χόρεψαν κι αντάμωσαν τέλος και αρχή. Κουράστηκα πολύ, λάθος πήρα τη ζωή χάθηκα μες την αγάπη σου γκρίζο του ουρανού το χρώμα έκλαψα και πόνεσα, γεύτηκα ζωή πάλεψα τον έρωτα, μόνη και μαζί. Στο καταράχι πέρα στη δύση μες στον ορίζοντα το ρημοκλήσι. Όταν ομίχλη το περιζώνει πότε αλαργεύει πότε σιμώνει. Λευκό πανάκι που αργοσαλεύει μέσα στα σύννεφα και ταξιδεύει. Σαν νεοσύλλεκτος στην πύλη του στρατώνα. Σαν ένας δύτης μεθυσμένος στο βυθό. Γυρεύω μάταια την κρυμμένη σου εικόνα. Σε ποιο καινούργιο παραμύθι να δοθώ. Δρόμοι και σπίτια και μορφές μιας άλλης μέρας. Χρώματα, αρώματα, φωνές και μουσικές. Ξυπνούν ξανά της νοσταλγίας μου το τέρας. Κι εσύ διπλά από τον πυρετό μου να με καις. Χτυπάει νούμερα η φρίκη στην οθόνη. Κι έξω η ζωή μελισσολόι ζωντανό. Πες μου ποιος φόβος σε μεθά και σε καρφώνει. Πώς να φιλτράρω των ματιών σου τον καπνό. Μας κλέψαν το αύριο, μας κλέβουν και το βλέμμα. Κι εσύ φρικάρεις που σου λέω σε αγαπώ. Πες το ανόρεχτα το ναι κι ας είναι ψέμα. Ότι μας έδεσε για πάντα είναι εδώ. Ο ήλιος άρχισε να γέρνει προς τη δύση. Φυσούν αέρηδες και κόβουν τα στενά. Για το σαράκι του Ρεμπώ με είχες ρωτήσει. Κάποια βραδιά στου σινεμά τα σκοτεινά. Στήνει καζούρα στην πλατεία η γαλαρία. Σε τρίτη σύνοδο Αφροδίτη κι Ουρανός. Τέσσερις τοίχοι η καινούρια μου εξορία. Δε φταις εσύ, δε λέει συγγνώμη ο κεραυνός. Έχω το σεντόνι σου, το σεντόνι σου. Το έχω να με σκεπάζει. Κι είναι η νύχτα θάλασσα, η νύχτα θάλασσα. Που στα βαθιά με φωνάζει. Μέρες ξημέρωσαν, τα δύσκολα πέρασαν. Μα ο νους μου πίσω γυρνάει. Φταίει το σεντόνι σου, το σεντόνι σου. Που το άρωμά σου κρατάει. Δε μετανιώνω, δε σου θυμώνω. Μα αναρωτιέμαι που να είσαι. Μακριά μου τι φοράς. Όταν κοιμάσαι. Γύρω μου πράγματα, σκισμένα γράμματα. Σκόρπια από δω και από κει. Γίνονται θαύματα. Μα στα άψυχα πράγματα. Τι μπορεί να σωθεί. Θα το παλέψω, θα ξαναπιστέψω. Μα λόγο πια δεν κρατώ. Φταίει αυτό το όχι σου. Για αυτό το όχι σου. Όλα τα αρνιέμαι εγώ. Δε μετανιώνω, δε σου θυμώνω. Μα αναρωτιέμαι που να είσαι. Μακριά μου τι φοράς. Όταν κοιμάσαι. Έχω το σεντόνι σου, το σεντόνι σου. Σύννεφο που με τυλίγει. Παίζω το τραγούδι σου, το τραγούδι σου. Μα ο ουρανός δεν ανοίγει. Δε μετανιώνω, δε σου θυμώνω. Μα αναρωτιέμαι που να είσαι. Μακριά μου τι φοράς. Όταν κοιμάσαι. Δε μετανιώνω. Μα όταν κρυώνω, αναρωτιέμαι που να είσαι. Μακριά μου τι φοράς. Όταν κοιμάσαι. Το σήμα του κινδύνου χτυπάει από προχθές και λες πως φταίνε οι νύχτες κι οι βροχές. Το σήμα του κινδύνου το ακούς και δε μιλάς, το ακούς πενήντα χρόνια και γελάς. Το σήμα του κινδύνου χωρίς μηχανισμό το στόλισες καρό και μπιμπελό για να έχεις παραισθήσεις τη δύσκολη στιγμή πως θα έρθουν να σε βρουν οι διπλανοί. Το σήμα του κινδύνου παλιό κι αυθεντικό εξάρτημά σου το έχεις γραφικό, αφού και να χτυπήσει δε θα το ακούει κανείς κι αντίλαλος δε θα έρθει μιας φωνής. Έπαιζες το θύμα κι ήταν ένοχοι πολλοί σε αυτό το σήριαλ παίζαμε όλοι και ξαφνικά μια νύχτα στην πιο κρίσιμη σκηνή φεύγεις κρυφά από την οθόνη. Καλώς ήρθες Μαργαρίτα με τα κόκκινα μαλλιά καλώς ήρθες Μαργαρίτα μες στην πόλη. Σε θυμάμαι που κρατούσες κάτι σχέδια παιδικά τώρα κρύβεις μες στην τσέπη το πιστόλι. Φώτα, αστυνομία ποιος θα βρει το Ι.Χ. ποιος το φονιά και ποιος το θύμα ο κόσμος θέλει βία περιμένει τη σκηνή κάνε λοιπόν το πρώτο βήμα. Καλώς ήρθες Μαργαρίτα με τα κόκκινα μαλλιά καλώς ήρθες Μαργαρίτα μες στην πόλη. Σε θυμάμαι που κρατούσες κάτι σχέδια παιδικά τώρα κρύβεις μες στην τσέπη το πιστόλι. Χαράζουν οι βροχές την πέτρα και την ψυχή οι ανοχές κι εσύ μου λες. Καρδιά μου μέτρα πόσοι χάθηκαν στο χθες. Ονειρευτές κι ονειρεμένοι στο δρόμο τους παραδομένοι, ονειρευτές κι ονειρεμένοι από το δίκιο τους πνιγμένοι. Τι τραγουδάει το αηδόνι σαν βγαίνει ο ήλιος το πρωί, σταυρόλεξο που δεν τελειώνει είναι ο κόσμος κι η ζωή. Κι ότι αφήσει το ταξίδι γεύση από μέλι κι από ξύδι, γεύση από μέλι κι από ξύδι ότι αφήσει το ταξίδι. Ένα τραγούδι έχει φυλάξει παλιό κιτάπι που λέει για μάχες, θεούς κι αστέρια, καημό κι αγάπη. Ένα τραγούδι για να ξεχάσεις και για να θυμηθείς για όσα είδες κι έχεις ποθήσει κι όσα ποτέ δε δεις. Όποιος ψάξει θα το μάθει στης καρδιάς τα βάθη. Μέρα με μέρα δεν ξεχωρίζει με το σκοτάδι που μέσα του είχα βαθιά κρυμμένο αγάπης χάδι. Βάρκα η ζωή μου δίχως καρένα, σπασμένα τα κουπιά γιατί κοιμάται το κάθε βράδυ δίχως αγάπη πια. Πες μου το σκοπό να αρχίσω να σε λησμονήσω. Θάλασσα η σκέψη ποιος θα μπορέσει να τη μερώσει σαν τον καημό μου για το χωριό μου πού έχει ερημώσει. Τούτο τον τόπο βοριάς τον δέρνει κι ήλιος τον τυραννεί κι η μοναξιά του μες την καρδιά μας μαχαίρι και πονεί. Βόηθα Παναγιά τη σκέψη να μην αγριέψει. Βρήκα το αέρι και τού είπα φίλος του πως θα γίνω πριχού το τέλος φανεί να φεύγεις, μού είπε κι εκείνο. Φύσηξε αέρι πάρε με αλάργο και μέσα της μαζί στις αυλές του χάρου όποιος δεν μπαίνει αληθινά δε ζει Μιάν ανάσα είμαι από σένα μιά κι από τον καθένα Τα όνειρα που μου έδωσε η ζωή. Είναι στοιχειά που με τρομάζουν νύχτα. Τα συναντώ και την αυγή σε ένα φιλί. Και με το ψέμα που κρύβεται η αλήθεια. Όνειρα του νου σχοινί. Που για να σωθώ κρατάω. Κι άλλοτε θηλιά γερή. Στο λαιμό μου τη φοράω. Τα όνειρα που μου έδωσε η ζωή. Είναι χαρά και πόνος μες στα στήθια. Τα συναντώ και το πρωί σε μια φωνή. Μέσα στο πλήθος φωνάζουν για βοήθεια. Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα! Να ήμουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω πίσω για να κοιτάζω να περνούν τα όνειρα τα πρώτα. Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει, μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω, να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι, δίχως να ξέρω που με πας και δίχως να γυρίσω! Το τραγούδι μου αυτό το αφιερώνω στους φευγάτους φίλους μου στους μεγάλους ήλιους μου κι αν συμβεί καμιά ζημιά όλα τα πληρώνω. Γεια σου Νίκο και Μαλβίνα Σαλονίκη και Αθήνα συ με κόκκινο φουλάρι κι η δικιά μου σαν λιοντάρι. Εϊβαλά, στην υγειά σας, βρε παιδιά εϊβαλά, πάντα να είσαστε καλά. Τα στιχάκια μου αυτά τα αφιερώνω σε δυο φίλους ποιητές της καρδιάς μου οδηγητές κι αν συμβεί καμιά ζημιά όλα τα πληρώνω. Γεια σου Νιόνιο και Μανώλη Βαλκάνια και Κρήτη όλη ας γυρίσει η Συννεφούλα κι οι Νταλίκες την αυγούλα. Εϊβαλά, στην υγειά σας, βρε παιδιά εϊβαλά, πάντα να είσαστε καλά. Το τραγούδι μου αυτό το αφιερώνω στους παλιούς ρεμπέτες στους λαϊκούς οργανοπαίχτες σε αυτούς που δραπέτευσαν και έφυγαν από δω κι όλα τα πληρώνω. Εϊβαλά, στην υγειά σας, βρε παιδιά εϊβαλά, άιντε γεια σας, βρε παιδιά. Όσα ποτέ δε γνώρισα στα όνειρά μου χώρεσαν τις νύχτες. Ζωή μου πώς σε μπόρεσα χωρίς ποτέ να παραπονεθώ. Αγάπη σε περίμενα στον ύπνο μου να έρθεις στα όνειρα μονάχα να σε ζήσω. Τα όνειρα τελειώσανε τα δάκρυα στεγνώσανε στα μάτια. Τα ρούχα κι αν παλιώσανε ξανάνιωσε από μέσα το κορμί. Κορμί μου που σε φύλαγα σαν φλόγα σε κερί και τώρα με τη φλόγα σου με ντύνεις. Αγάπη δεν περίμενα να με καταδεχτείς και με τα δάκρυά μου να με πλύνεις. Άσε με να στο πω με μια κιθάρα εκείνο το τραγούδι της δραχμής ανάμεσα σε κρότους και φανάρια μπορεί να έχεις ξεχάσει ότι ζει. Το πρωτοτραγουδήσαμε στα ψάρια σε κάποιο εκδρομή φοιτητική ύστερα αρχίσαν δίκες και παζάρια μεσάζοντες κριτές κι εγωισμοί Μου έλεγες η πολλή αγάπη βλάπτει αλλά χωρίς αυτή η ζωή μένει λειψή θυμάμαι ένα μεθυσμένο ναύτη και μια ανοιξιάτικη ψιλή βροχή. Αν θέλεις κλείσε την πόρτα κλείδωσέ την από μία χαραμάδα θα τρυπώσει μια μελωδία επίμονη σαν γρύλος που ακόμα δεν την έχεις ξεχρεώσει. Παλιέ μου φίλε και παλιά μου αγάπη στο λέω ψιθυριστά μη σε ενοχλήσω κι εσύ τραγούδησέ το στα παιδιά σου σαν ξόρκι στους καιρούς μου έμειναν πίσω. Μου έλεγες η πολλή αγάπη βλάπτει αλλά χωρίς αυτή η ζωή μένει λειψή θυμάμαι ένα μεθυσμένο ναύτη και μια ανοιξιάτικη ψιλή βροχή. Άσε με να στο πω με μια κιθάρα εκείνο το τραγούδι της δραχμής ξέρεις πολύ σε είχα αγαπήσει αλλά παρακαλώ μην τους το πεις ξέρεις πολύ σε είχα αγαπήσει αλλά παρακαλώ μην τους το πεις Μια Φελλάχα, η μικρούλα η Γιουλαλάμ τραγουδώντας, παίζει ώρες το ταμ ταμ, καθισμένη κάτω από μια χουρμαδιά περιμένει με έναν πόθο στην καρδιά. Τα άστρα του ουρανού κοιτά η Φελλάχα η μικρή, τον Σεΐχη θα ρωτά, τάχα πού μπορεί να βρει. Ήταν σε ένα καραβάνι και με μια ματιά στην καρδιά της μάνι μάνι άναψε φωτιά, στο καλύβι τον Σεΐχη βασιλιά, και να, όμως για κακή της τύχη, φεύγει, δε γυρνά. Κι η Φελλάχα, η μικρούλα η Γιουλαλάμ, τραγουδώντας, παίζει ώρες το ταμ ταμ, καθισμένη κάτω από μια χουρμαδιά περιμένει με έναν πόθο στην καρδιά. Τα άστρα του ουρανού κοιτά η Φελλάχα η μικρή, τον Σεΐχη θα ρωτά, τάχα πού μπορεί να βρει. Σαν ανάμνηση από χάδι με μια γεύση πανικού πώς φοβάμαι το σκοτάδι το φιλί του χωρισμού. Είναι εκεί που εσύ δεν είσαι η πλανεύτρα μοναξιά στους λαβύρινθους της σκέψης και στο χρόνο που κυλά. Όταν, όμως, σε έχω πλάι και το χέρι σου κρατώ οι σκιές δε με φοβίζουν κι όλα τα μπορώ εγώ. Στην αγάπη κάνω τάμα μιαν ευχή, μια προσευχή να πηγαίνουμε αντάμα στης ζωής τη διαδρομή. Για σένα απατεώνισσα. Με τον καημό κανόνισα. Ποτέ να μην χωρίσω. Τις νύχτες μου περπάτησα. Τους φίλους μου παράτησα. Μα εσύ με πήγες πίσω. Μέσα σε άλλη αγκαλιά. Που δίνεις τα φιλιά σου. Πεταλουδίτσα μου ακριβή. Θα κάψεις τα φτερά σου. Για σένα απατεώνισσα. Τα χρόνια μου λησμόνησα. Κι έπεισα τη καρδιά μου. Μία σου λέξη θα έφτανε. Και την ζωή μου θα έφτιαχνε. Όπως τα όνειρά μου. Μέσα σε άλλη αγκαλιά. Που δίνεις τα φιλιά σου. Πεταλουδίτσα μου ακριβή. Θα κάψεις τα φτερά σου. Αρνάκι μου μικρό μικρό λευκό μικρό μου αρνάκι πάμε κει κάτω στο γιαλό να δεις το μυρμηγκάκι στο δρόμο του πώς προχωρεί. Εγώ θα σε ταΐσω θε σαν σου δώσ και ψωμί. Μπερνάρντα πεισματάρα σαν λεοπάρδαλη γριά ύαινα Μαγκνταλένα. Ω, Αρνάκι μου μικρό, ω, μωρό μου. Πάμε μακριά στις φοινικιές στης Βηθλεέμ την πύλη. Ούτε κι εσύ ούτε κι εγώ ύπνο δε θα ζητάμε η πόρτα τώρα η κλειστή μονάχη της θα ανοίξει και πέρα στην ακρογιαλιά θα πάμε να κρυφτούμε μέσα σε μια μικρή μικρή καμπίνα από κοράλλια μονάχοι μας εσύ κι εγώ. Εγώ θα σε ταΐσω θε σαν σου δώσ και ψωμί. Μπερνάρντα πεισματάρα σαν λεοπάρδαλη γριά ύαινα Μαγκνταλένα. Ω, Αρνάκι μου μικρό, ω, μωρό μου. Πάμε μακριά στις φοινικιές στης Βηθλεέμ την πύλη. Αχ! Δεν υπάρχει άλλη χαρά στον κόσμο πιο μεγάλη παρά σε εκείνου που αγαπάς να τρέχεις την αγκάλη. Το χεράκι σου για δώσε μου κι όλοι εσείς χορεύετε. Αχ! Η όμορφη του κόσμου σήμερα παντρεύεται. Το χεράκι σου για δώσε μου να φορτώσω μάλαμα. Αχ! Αγάπη μου και φως μου δεν γυρεύω αντάλλαγμα. Με γελοίους χρησμούς και αισθήσεις τυφλές έψαχνα για θεούς και αλήθειες βαθιές. Μα στα βάθη μου φως τώρα βλέπω ξανά κι η καρδιά μου οδηγός την ακούω να σφυρά. Χάι. Χάι. Χάι το τραγούδι του δρόμου. Ξέμπλεξα από των σοφών τις φθηνές εικασίες ξέγραψα τα παλιά, άλλαξα θεωρίες. Μάρτυράς μου ο Θεός και η γη που πατώ, στο εξής σαν αχός στο τραγούδι θα ζω. Χάι. Χάι. Χάι το τραγούδι του δρόμου. Την απάντηση δε θα κοπιάσω να βρω θα με βρει μοναχή αν στο δρόμο χαθώ. Σε αγρούς μακρινούς πεδιάδες λευκές γελαστός θα περνώ από των δασών τις αυλές. Χάι. Χάι. Χάι, σαν το τραγούδι του δρόμου. Τον τελευταίο τον καιρό πάτησα πάνω στον σταυρό και χάθηκα, Μαρία. Στο ξύλο είχα λησμονιά μα όμως μέσα μου κρυφά με έκοβε μια άγρια επιθυμία. Πριν με υψώσει ο τρελός του ουρανού ο πετεινός να μπω στα μάτια σου να δω της ζωής μου την ταινία. Τον τελευταίο τον καιρό πάτησα πάνω στον σταυρό και χάθηκα, Μαρία. Λύκοι χιμάνε στο κοπάδι στήνουνε κρεμάλες λύκοι λύκοι μας καίνε τα σπαρτά πιάστε στα χέρια τις δικράνες και τα σπαθιά έξω από τη θήκη βίβα λα λιμπερτά. Στους κάμπους βροντά το κανόνι και στα βουνά οι κεραυνοί το αντάρτικο κίνημα φουντώνει νέα ζωή προχωρεί. Μαύρο και σκοτεινό πηγάδι μεροδούλι μεροφάι μαύρο και τα κορμιά γερτά άιντε σηκώστε το κεφάλι να τραγουδήσουμε το Μάη βίβα λα λιμπερτά. Έλληνες ακολουθήστε των ανταρτών τη φωνή να ζείτε τι ωφελείστε μαύρη και σκλάβα ζωή. Πάρτε στους ώμους την ελπίδα λάσπη και φωτιά στα χέρια λάσπη ελπίδα και φωτιά τα άπαρτα κάστρα μετερίζια γίναν του ονείρου μας λημέρια βίβα λα λιμπερτά. Φύτρωσε μια φωνή στους δρόμους έδεσε καρπό το στάχυ βίβα ο αγέρας τον κρατά όλο και πιο ψηλά η παντιέρα τώρα και πάντα μια είναι η μάχη βίβα λα λιμπερτά. Ντελαπάρισε η καρδιά μου μες στο διάβα σου αμάν δυστύχημα. Τώρα πρέπει να πληρώσω ότι πιάσει η γκλάβα σου ναι πάω στοίχημα. Εγώ σέ παίρνω παραλία κι εσύ ξηγιέσαι φύκια πως μένω στην καρδούλα σου τώρα ζητάς και νοίκια. Τι να τα κάνω τα λεφτά όταν δεν έχω φράγκο τι να το κάνω το όχημα μετά από τέτοιο τράκο. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα στην αγκάλη σου παραξηγιάρικο. Χάνω και το δίπλωμά μου αχ μες στα κάλλη σου παραμυθιάρικο. Εγώ σε παίρνω παραλία κι εσύ ξηγιέσαι φύκια πως μένω στην καρδούλα σου τώρα ζητάς και νοίκια. Τι να τα κάνω τα λεφτά όταν δεν έχω φράγκο τι να το κάνω το όχημα μετά από τέτοιο τράκο. Ντελαπάρισε η καρδιά μου μες στο διάβα σου αμάν δυστύχημα. Τώρα πρέπει να πληρώσω ότι πιάσει η γκλάβα σου ναι πάω στοίχημα αμάν δυστύχημα. Γραμμή τα μεροκάματα. Και μια φορά το μήνα Σάββατο βράδυ πήγαινες. Να ακούσεις τα κλαρίνα. Εσύ κλαρίνο τρίκλωνο. Και ντέφι ραγισμένο. Το τσάμικο τσακίστηκε. Και ζει σακατεμένο. Πώς χώρεσε τόση ζωή. Σε άβολα δυάρια. Κι εσύ μετράς την άπλα της. Σε δόσεις και γραμμάρια. Εσύ θαμπό σαξόφωνο. Και ντραμς δαιμονισμένο. Ποιον ουρανό μου σκάβετε. Κι εγώ τον κατεβαίνω. Λειψά τα μεροκάματα. Και βράδυ παρά βράδυ. Με ένα βαρύ ζεϊμπέκικο. Κατέβαινες τον Άδη. Εσύ μπουζούκι μπρούντζινο. Και μπαγλαμά ταξίδι. Είναι ο καημός μου θάλασσα. Κλεισμένη σε ένα στρείδι. Το φεγγαράκι πρόβαλε ασημοφορτωμένο μα η δική μου η καρδιά λουλούδι μαραμένο. Τα αστέρια δε φανήκανε και το κερί τελειώνει σαν το δικό μου το κορμί που μέρα νύχτα λιώνει. Έλα να κάνουμε γιορτή εγώ λαούτο εσύ βιολί να ταξιδέψουμε τη γη εγώ κουπί κι εσύ πανί. Το φεγγαράκι πρόβαλε μα εκείνη δεν εφάνη καημός καίει τα στήθια μου φωτιά και πυροφάνι. Έλα να κάνουμε γιορτή εγώ λαούτο εσύ βιολί να ταξιδέψουμε τη γη εγώ κουπί κι εσύ πανί. Το φεγγάρι αυτό με ντροπιάζει, μοιάζει να είναι πάντα εδώ. Θέλω να κρυφτώ, με κοιτάζει, κάνει το άστρο μου χλωμό και μια μουσική που άκουγες εσύ, γυρνάει σαν δίσκο τη γη. Το φεγγάρι αυτό, το φεγγάρι σαν και σένα αιμορραγεί. Κάποια μέρα θα σε ξεχάσω, θα σε βγάλω από την καρδιά μου. Όταν πέσεις δε θα σε πιάσω, θα είσαι ένα άστρο από τα πολλά. Έτσι λειτουργεί πάντα η μουσική, τραγουδάς μόνο αν κάτι χαθεί το φεγγάρι αυτό, το φεγγάρι τότε θα μου χαριστεί Το φιλί δεν το πουλάνε όσοι ξέρουν να αγαπάνε. Το φιλί το πουλημένο μήλο είναι δαγκωμένο. Το φιλί που μου έχεις δώσει δεν το αγόρασα με γρόσι. Το φιλί σου με αρρωσταίνει, σφάζει με και ανασταίνει. Το φιλί σου στάζει μέλι, το ζηλεύουν οι αγγέλοι. Το φιλί δεν το πουλάνε όσοι ξέρουν να αγαπάνε. Τον αντρειωμένο μην τον κλαις όσο κι αν αστοχήσει μα αν αστοχήσει μια και δυο πάλι αντρειωμένος θα είναι, πάντα είναι η πόρτα του ανοιχτή. Ο άντρας κάνει τη γενιά κι όχι η γενιά τον άντρα. Σαν είναι ο τράγος δυνατός δεν τον εσταίνει η μάντρα. Τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, φωτοδότα, και σώσον με. Σε προσκαλώ για ένα χορό, ένα ποτό και τίποτα παραπάνω. Θέλω απλά να σε χαρώ, να το γιορτάσω πριν χαθώ από το πλάνο. Μα το γιατί είναι μεγάλη ιστορία, αυτό θα έπρεπε να κάνεις στην αρχή. Ξυπνάνε οι μνήμες μου σαν άγρια θηρία μα τη φωτιά σου δεν την σβήνει μια βροχή, γιατί είσαι μεγάλη ιστορία. Ποιος έχει καταλάβει κάτι, ποιος έχει καταλάβει τι, γιατί τζογάρω τη ζωή μου δυο φορές, γιατί ο έρωτας να έχει λογική. Βάλε να πιω, να ζαλιστώ ποιος νόμος γράφει προς τα πού να περπατάμε, να γίνω εσύ κι εσύ εγώ, να μπερδευτούν οι στάχτες μας όταν πετάνε. Μα το γιατί είναι μεγάλη ιστορία, ότι αισθάνομαι θα κάνω κι ας μη βγει. Θα δω τα μάτια σου που ψάχνουν ευκαιρία να ξαναπαίξουν το παιχνίδι από την αρχή, γιατί είσαι μεγάλη ιστορία. Τα μάτια σου με διάβασαν και τα δικά μου κλείσαν. Οι εφιάλτες μόνη μου για λίγο με αφήσαν. Να σεργιανώ στον κόσμο σου ανήμπορη, χαμένη μες στα όνειρά σου θεατής μα τόσο ερωτευμένη. Αβάσταχτη είναι η σιωπή κι η θύμησή σου, αχ, με σκοτώνει και με ανασταίνει ξανά. Κι η αγκαλιά σου θάλασσα κι εγώ ναυαγισμένη βρεγμένη ως το κόκαλο μα τόσο ερωτευμένη Όσο να στρέψω τη ματιά σαν τις παλιές ταινίες γέμισε ο κόσμος άξαφνα με φάλτσες αρμονίες. Ρήτορες που έχουν χάρισμα δεινής βραδυγλωσσίας υμνούν την επιφάνεια σε βάρος της ουσίας. Γυρίζουνε ακάλυπτοι ζευγάδες και παπάδες μοστράρουν στα παράθυρα τρανοί παραμυθάδες. Παντού αθώοι ένοχοι και τίμιοι παπατζήδες τουμπάρουνε τους αφελείς κι όσο εγώ τους είδες. Τότε κι εγώ. Των σοφών την αμάθεια στων νεφρών την ακράτεια σε Πιλάτια λεκάνη βουτάω, των τρελών την παραίσθηση πες την έβδομη αίσθηση μες στο χέρι σαν Βρούτος κρατάω. Στης σεμνής αστρογένεσης και αδέκαστης νέμεσης την τυχαία συνεύρεση ελπίζω, τα υπόγεια ρεύματα σε χαρτιών περισσεύματα με επιστρέφω σε λίγο στηρίζω. Αν γυρέψουν οι καημοί τραγούδια ξεχασμένα, αν το ζάρι που έπεσε δε θα βρεθεί ξανά, αν των χειλιών οι χαρακιές απαρνηθούν το ψέμα κι αν τα παραθυρόφυλλα χτυπήσουν δυνατά. Αν γίνει η καρδιά σφυρί και σήμαντρο το στέρνο, αν τα μαλλιά σου φτιάξουν της αράχνης τον ιστό, αν των ματιών οι ποταμοί ξυλεία μεταφέρουν κι αν γίνει η ανάσα σου σπαθί δαμασκηνό. Τότε κι εγώ θα θυμηθώ που σε έχω αγαπήσει. Θα φέρω πίσω τα πουλιά τα αποδημητικά, θα κοιμηθώ στον ίσκιο σου, θα ψάξω για πατρίδα, όλο τον κόσμο πύκνωσε σε μια σταλαγματιά. Η Ιστορία γράφει εφτά τα θαύματα του κόσμου μα εγώ θωρώ το όγδοο στο πρόσωπο σου φως μου. Του έρωντα σου η μαθια σα πεταλούδα φεύγει και το μπαξέ τση σκέψης μου κλαδί κλαδί γυρεύγει. Σε ένα κλαδί ξερό κλαδί χτίσαμε τη φωλιά μας και σαν τα ακάνιαστα πουλιά ανοίξα ν τα φτερά μας. Ωσάν το ακάνιαστο πουλί σιγανόφτερουγίζει στσι βιόλες η του κήπου μου μα γιάγντα δε καθίζει; Μην αμφιβάλλεις μη πονείς ο νους και η καρδιά μου σα τα κοπέλια παίζουνε φως μου στα όνειρα μου. Μη μου μιλείς για χωρισμό μη διώξεις κάθε ελπίδα στου ονείρου μου τσι αποστροφές απόψε πάλι σε είδα. Τη κάθε αυγή να κοιμηθώ φως μου δε προλαβαίνω γιατί τσι νύχτες ξαγρυπνώ εσένα να προσμένω. Τη ώρα που α ποδιαφωτά και σιγο σβήνουν τα άστρα ποτίζει το βασιλικό η αγάπη μου στη γλάστρα. Ήθελα να είμαι η σκέψη σου φως μου κι ο λογισμός σου να είμαι η καρδιά στο στήθος σου και το χαμόγελο σου. Σταμάτησα τη σκέψη και μου ήρθε μία λέξη, σαν κόμπος στο λαιμό. Την έβαλα στα χείλη, στου έρωτα το δείλι, την κράτησα στα μάτια, να ξέρεις, σε αγαπώ. Την κράτησα στα μάτια, να ξέρεις, σε αγαπώ. Έχει η αγάπη βάρος, θέλει περίσσιο θάρρος, να την καταδεχτείς. Του έρωτα τα δώρα ζητάς αυτή την ώρα, μα θα ζητήσεις πάλι, ξανά να αγαπηθείς. Μα θα ζητήσεις πάλι, ξανά να αγαπηθείς. Εκεί, μακριά που είσαι, τα όνειρά μου σβήσε, μα κράτα μυστικό. Το πρώτο βράδυ, εκείνο που μου είπες, δεν σε αφήνω στης λησμονιάς τη χώρα, να έχεις για φυλαχτό. Στης λησμονιάς τη χώρα, να έχεις για φυλαχτό. Βαρύς πολύ ο χωρισμός. Τα μάτια μου λυγίζει. Και αδύναμος ο στεναγμός. Τα βλέφαρα να ανοίξει. Βαρύς πολύ ο χωρισμός. Τα μάτια μου λυγίζει. Χέρια με χέρια δέσαμε. Της μοίρας το σκοινί. Σε ένα καρφί που έσταζε. Του έρωτα το δάκρυ. Κι αλμύρεψε το πέλαγος. Ως της στεριάς την άκρη. Σε ένα καρφί που έσταζε. Του έρωτα το δάκρυ. Χαμήλωσε ο ουρανός. Τη θάλασσα να αγγίξει. Και ζήλεψα το χάδι του. Που χρόνια μου έχει λείψει. Χαμήλωσε ο ουρανός. Τη θάλασσα να αγγίξει. Του θάνατου παράγγειλα. Του χάρου παραγγέλνω. Του θάνατου παράγγειλα. Του χάρου παραγγέλνω. Ανάθεμά σε χάροντα. Και μια κατάρα στέλνω. Και λέω της χαρόντισσας. Στα χαροπαίδια λέω. Και λέω της χαρόντισσας. Στα χαροπαίδια λέω. Ρούχο έχω πράσινο, είναι αφόρεγο. Φορώ το και γελώ σε. Άρτος στο χέρι μου είναι επτάζυμος. Τρώγω τον και θωρώ σε. Και λέω της χαρόντισσας. Στα χαροπαίδια λέω. Ανάθεμά σας όφιδες. Και άλλο πια δεν κλαίω. Του θάνατου παράγγειλα. Του χάρου παραγγέλνω. Ανάθεμά σε χάροντα. Και μια κατάρα στέλνω. Η γενιά του Ιωσήφ, του Ιωσήφ το πανωφόρι στο γκρεμό στο ξεροβόρι μαύρη μνήμη νέγκατιφ. Σκλάβος έζησε κι αυτός μα όταν άρχοντα τον είδα τη συγγνώμη του αψίδα και ο δρόμος ανοιχτός. Αν θες να ζήσεις ξανά να η θανάσιμη ώρα, αν θες να ζήσεις ξανά γιατί δεν είσαι ξανά εδώ και τώρα. Μάταια μάχονται το χθες τον εφιάλτη κάθε τόπου και του φυσικού ανθρώπου οι τρελοί σχεδιαστές. Αν δε δώσεις όσα βρεις δε θα βρεις την δύναμή σου αν δε δώσεις τη ζωή σου δε θα ξανασηκωθείς. Αν θες να ζήσεις ξανά να η θανάσιμη ώρα, αν θες να ζήσεις ξανά γιατί δεν είσαι ξανά εδώ και τώρα. Αν θες να ζήσεις βαθιά να η θανάσιμη ώρα, αν θες να ζήσεις βαθιά γιατί δεν είσαι ξανά εδώ και τώρα. Ποια ιστορία ο καθένας κουβαλά στον δυο ματιών την από μέσα την πλευρά. Πως να μπορέσω με το σώμα μου να βρω αυτό που κρύβεις στης ψυχής σου το βυθό. Δεν με ενδιαφέρει μάτια μου να με κοιτάς με αγάπη, αυτή η αγάπη το έμαθα δεν είναι κανενός. Αντί για αγάπη δείξε μου του κόσμου αυτό το κάτι που φέγγει μόνο μια φορά στα μάτια καθενός. Ποια ιστορία κουβαλάει κάθε Χριστός όταν βαραίνει μες στα μάτια του ο Σταυρός. Πως να χωρέσεις στην ζωή του αλλουνού όταν σε θέλει με τα μάτια του κενού. Δεν με ενδιαφέρει μάτια μου να με κοιτάς με αγάπη, αυτή η αγάπη το έμαθα δεν είναι κανενός. Αντί για αγάπη δείξε μου του κόσμου αυτό το κάτι που φέγγει μόνο μια φορά στα μάτια καθενός. Όμορφη που είναι η ζωή, όταν με αγκαλιάζεις. Χάνεται ο ήλιος το πρωί, όταν με κοιτάζεις. Όλου του κόσμου οι πασχαλιές ανθίζουν μέσα μου από χτες που σου έδωσα ένα φιλί, το πρώτο πρώτο μας φιλί. Το πρώτο μας γλυκό φιλί. Γρήγορα που φεύγει ο καιρός μες στα δυο σου χέρια. Γίνεται ο κόσμος ο πικρός χίλια καλοκαίρια. Ένα κομμάτι σύγνεφο κι ένα κομμάτι αντάρα ξεβγαίνει από τα Τρίκαλα από του Νοταρά τα σπίτια. Άλλος το λέει σύγνεφο κι άλλος το λέει αντάρα. Κείνο δεν είναι σύγνεφο κείνο δεν είναι αντάρα μόνο είναι το αρχοντόπουλο που πάει να πολεμήσει. Άλλος το λέει σύγνεφο κι άλλος το λέει αντάρα. Όσα τραγούδια και αν σου πω στο τέλος πάνε στράφι κόβει το γόρδιο δεσμό του Όκαμ το ξυράφι. Και αν στης καρδιάς το αίνιγμα να σου αρνηθώ είναι η λύση πρώτα ο ήλιος μάτια μου θα βγει από την δύση. Είτε στο πουν οι ποιητές είτε οι μεθυσμένοι όσοι παλεύουν με καρδιές βγαίνουν νικημένοι. Και όσο γυρεύεις γιατρικό την λησμονιά να φέρεις πως με κερδίσεις χάνοντας μόνο εσύ το ξέρεις μόνο εσύ το ξέρεις. Στην Ανδραβίδα. Εγώ τις είδα. Να τραγουδούν με μια φωνή. Για ένα ναύτη από την Κυλλήνη. Για ένα ναύτη πειρατή. Στην Καλαμάτα. Ένα βράδυ. Που περπατούσαμε μαζί. Μού δειξε η μια το χάδι. Που έκλεψαν του πειρατή. Ήτανε μαύρο σαν σκοτάδι. Μα είχε κι ένα φως βαθύ. Ήταν ψηλό σαν το πηγάδι. Που ανοίγουν οι ουρανοί. Στην Καλαμάτα ένα βράδυ στου κάστρου πάνω την κορφή μου έμαθες εσύ το χάδι μου έμαθες και το φιλί. Εχτές τα οικονόμησα γιατί ήτανε Σαββάτο μα σήμερα τα χάλασα και τα έκανα άνω κάτω. Πάει κι αυτή η Κυριακή πάει κι αυτή η μέρα, σε λίγο πάλι έρχεται του πόνου η Δευτέρα, πάλι στο μεροκάματο μέχρι να έρθει το Σάββατο. Η σχόλη και η Κυριακή είναι για τον εργάτη μεθάνε κι όλοι βρίσκουνε τη μέρα για ραχάτι. Πάει κι αυτή η Κυριακή πάει κι αυτή η μέρα, σε λίγο πάλι έρχεται του πόνου η Δευτέρα, πάλι στο μεροκάματο μέχρι να έρθει το Σάββατο. Προχτές μου τα είπες στα κρυφά στου φεγγαριού τη δύση ότι ο κόσμος σε έστειλε για πάντα φυλακή μου είπες το ξέρεις δε θα έρθε κανείς να σε ζητήσει. Στο άσυλο σε όποιον το ζητάει της πρέζας να κρυφτεί, είναι βαρύ το αντάλλαγμα σε όποιον δε λησμονήσει την άδυτή της αγκαλιά που είχε παλιά ριχτεί. Μου χαμογέλασες πικρά και μου είπες δε θα αργήσει με βλέμμα μαύρο σύννεφο που κρύβει το πρωί πως ξέρεις πόρτα που κανείς δεν τόλμησε να ανοίξει και σε άλλη φωτεινή τροχιά για πάντα θα χαθείς. Σε σκισμένες σε ψάχνω αφίσες τις στιγμές που οι πλατείες σιγούν. Και οι ρήτορες μόνοι θρηνούν φορτωμένοι του χθες τις βαλίτσες. Στις νεκρές διαδρομές μου γυρεύω υποσχέσεις που γίναν πληγή. Και το σήμα του κόσμου που αργεί στα ερείπια του λάθους χορεύω. Καπετάνιος και λαθρεπιβάτης σε ακυβέρνητο σκάφος γλιστρώ. Μεγαλώνω κρυφά το μωρό της στερνής, ζωντανής μου αυταπάτης. Προδομένη καρδιά ανεμίζω και συ δείχνεις προς το πουθενά. Πού να ανοίξω, δεν ξέρω, πανιά σαν τρελός το όνομά σου ψελλίζω. Κοντραμπάντο ιδεών και αισθημάτων σε ασπρόμαυρο φιλμ εποχής. Βάρος συλλογικής ενοχής σε ποθώ και πατώ επί πτωμάτων. Καπετάνιος και λαθρεπιβάτης σε ακυβέρνητο σκάφος γλιστρώ. Στο κατάρτι ψηλά ισορροπώ της ζωής, της οργής, σχοινοβάτης. Εγώ είμαι του ψαρά ο γιος ο έμορφος κι ο ταπεινός οπού πάω να ψαρέψω, μαύρα μάτια να διαλέξω. Ρίχνω την πρώτη καμακιά, έλα Χριστέ και Παναγιά και πιάνω τρεις κοπέλες όμορφες σαν περιστέρες. Η μια ήταν από το Γαλατά, βαστά το νου της δυνατά και η άλλη από το Νιοχώρι του Χατζηγιαννάκη η κόρη. Η τρίτη η μικρότερη κι από όλες η ομορφότερη ήταν από την Πόλη που την αγαπούσαν όλοι. Που την αγάπαγα κι εγώ, να την επάρω δεν μπορώ. Το σπίτι της δεν ξέρω, πού να πάω να τη γυρεύω. Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει, μας κυνηγάει. Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα. Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος. Πιο κοντά, πιο κοντά μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους. Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά. Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν από τη βροχή και την από στάση. Η ανάσα τους είναι ο καπνός ενός τραίνου που πάει μακριά, πολύ μακριά. Κουβεντιάζουν και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας γίνεται σαν μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της κι ακούει. Πιο κοντά, πιο κοντά. Τούτες τις μέρες. Πιο κοντά, πιο κοντά Είμαστε όλοι ένα τσούρμο ξακουσμένοι πειρατές, δε φοβόμαστε. Νεράϊδες, τις αρπάζουμε κι αυτές. Και τις δένουμε αμέσως από το πόδι κι από το χέρι, γιατί έχουμε αρχηγό τον Γαντζοχέρη. Θα τα πιάσουμε στον ύπνο τα χαμένα τα παιδιά, στου κορκόδειλου θα πάνε την απαίσια κοιλιά. Θα τα φάει σαν μεζεδάκια με ζαμπόν, τυρί κασέρι γιατί έχουμε αρχηγό τον Γαντζοχέρη. Κάπταιν Χουκ ο Γαντζοχέρης είναι αυτός ο αρχηγός μας, είναι μάγκας, ντερμπεντέρης, το σκοτάδι και το φως μας. Τόση καλοσύνη γύρω μου κι εντός από του παντός τη μεγαλοσύνη. Βάρκα με προσμένει με ανοιχτό πανί κι οι εφτά ουρανοί πάνω μου ανοιγμένοι, τραγουδώ βαθιά μου, σε ψιλή κλωστή έχει κρεμαστεί κι η στερνή χαρά μου. Μόνο, στο πλευρό μου, σύντροφο πιστό, από τον κόσμο αυτόν, πήρα το όνειρό μου. Βάρκα με προσμένει με ανοιχτό πανί κι οι εφτά ουρανοί πάνω μου ανοιγμένοι, τραγουδώ βαθιά μου, σε ψιλή κλωστή έχει κρεμαστεί κι η στερνή χαρά μου. Τόση καλοσύνη γύρω μου κι εντός από του παντός τη μεγαλοσύνη. Νιώθω ποια είσαι όταν λες το σε αγαπώ σαν μια βασίλισσα τσιγγάνα που περνάει και μπαίνει στις καρδιές σαν να ήτανε μετρό που φωτισμένο βάζει μπρος και ξεκινάει. Τρελή κι αδέσποτη παρόλη την αγάπη έτσι σε θέλω κι έτσι είσαι αληθινά έλα σαν όνειρο στο άδειο μου κρεβάτι έλα εδώ κάτω στη θλιμμένη μου καρδιά. Κι είσαι εκείνη που αν μαζί της κοιμηθώ θα έχω ξεχάσει ποιος να είμαι και πού πάω κι αν αφορμή είσαι συ να αλλάξω εαυτό το παρελθόν μου μπρος τα πόδια σου πετάω. Τρελή κι αδέσποτη παρόλη την αγάπη έτσι σε θέλω κι έτσι είσαι αληθινά έλα σαν όνειρο στο άδειο μου κρεβάτι έλα εδώ κάτω στη θλιμμένη μου καρδιά Ουρανός γεμάτος αστέρια και της Αμοργού τα γκρέμια φύσηξε ένα βοριαδάκι φούντωσε της καρδιάς το νταλκαδάκι. Ουρανός γεμάτο αστέρια μέσα κι έξω μελτέμια. Εγώ στην Αμοργό κι εσύ στη Σαντορίνη μες στο κατακαλόκαιρο ας δούμε τι θα γίνει. Αύγουστος τρελός ο μήνας πήρα δρόμο από την τρέλα της Αθήνας μα όπου κι αν βρεθώ, κι αν πάω μέσα μου σε κουβαλάω. Ουρανός γεμάτο αστέρια μέσα κι έξω μελτέμια Έρχονται μέρες που αυτός ο πόνος σφάζει κι αναρωτιέμαι στους συντρόφους τι να συμβαίνει. Είναι αλλού ή έχουν βρεθεί βρήκαν λες να ναύλα για την διαδρομή μακριά από την γη κι από το χανγκόβερ της την Ειμαρμένη; Κι είναι ένα αργό, ένα αργό είναι τρένο στην κορυφογραμμή. Είχα μια ωραία από την Καλαμάτα με κλειστή προφορά που όμως αλήθεια μου έλεγε μονάχα. Μου λέει μην αμφιβάλλεις μια στιγμή μέσα σου υπάρχει μια ευθεία γραμμή. Που αν δεν την πάρεις γίνεσαι ακόμα ένα τροχαίο το Πάσχα. Κι είναι ένα αργό, ένα αργό είναι τρένο στην κορυφογραμμή. Τούρκοι αγάδες και χαρντροκάδες καίνε τα δάση μου και θέλουν να μου γδύσουν τα κορίτσια. Κερνάν τους φίλους μου νόθο κρασί μου λεν ποιοι στίχοι μου είναι σωστοί. Κρίνουν το μέλλον με σκόνες για να αντέχουνε στα βίτσια. Κι είναι ένα αργό, ένα αργό είναι τρένο στην κορυφογραμμή. Το εγώ φουσκώνει τους νόμους συμπληρώνει και συ που πίστεψες στην σάλα κάθεσαι και περιμένεις. Στριφογυρνάει στο μνήμα ο ποιητής που δεν τον εμπιστεύτηκε κανείς θυμάται το άρωμα το σώμα ελλήνων της αντρειωμένης. Κι είναι ένα αργό, ένα αργό είναι τρένο στην κορυφογραμμή. Άλλοι μιλάν για τέχνη για ρεύματα και τάσεις. Περνάει μια όμορφη κι οι ίδιοι λένε. Κοίτα την καριόλα. Μιλάν για τους αυτόχειρες πολύ. Τον Παύλο τον Κομπαίην, μα αν κάποιος ζει και λέει. Αγάπη μου του λένε μην μου κάνεις πως τα ξέρεις όλα. Κι είναι ένα αργό, ένα αργό είναι τρένο στην κορυφογραμμή. Με άφησε το γλυκό μου το μωρό για κείνον με το μαύρο το παλτό. Ζούνε καπνίζοντας και κρύβουν από τα τζάμια τους τα χιόνια. Και δεν το λέω φιλοσοφικά και δεν το λέω καν ποιητικά μα με πονάει οι άνθρωποι που αγάπησα να γίνονται πιόνια. Γιατί ένα αργό, με πλησιάζει τρένο στην κορυφογραμμή. Αχ ένα αργό, με πλησιάζει τρένο στην κορυφογραμμή. Όρε τρία καλά, τρία καλά είναι στο ντουνιά τρία καλά είναι στο ντουνιά και στον απάνω κόσμο. Όρε να η νιότη και, να η νιότη και η λεβεντιά να η νιότη και η λεβεντιά και το καλό κορίτσι. Όρε τα ακούτε εσείς, τα ακούτε εσείς ανύπαντροι τα ακούτε εσείς ανύπαντροι κι εσείς καλοί λεβέντες. Όρε λεφτά να μη, λεφτά να μη ζητήσετε λεφτά να μη ζητήσετε και βιο μη λιμπιστείτε Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως, χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως, μέσα στο φως, με χρώματα και χειρονομίες, ανθρώπων που αγαπήσαμε, που αγαπήσαμε. Σήκω και δώσε μου κρασί τα λόγια είναι χαμένα απόψε το χειλάκι σου θα είναι το παν για μένα κι όσο για τα ταξίματα και για τα κρίματά μου τα βλέπω σαν τα κατσαρά μαλλιά σου μπερδεμένα. Για εκείνα που δεν έκανα και που έχω καμωμένα αν έχω τη ζωή σωστά είτε στραβά παρμένα αυτό θα είναι το μαράζι μου κρασί λοιπόν, ποιος ξέρει μη βγαίνει τούτη η αναπνοή στερνή φορά από μένα. Όταν θελήσει η μοίρα μου τον κόσμο αυτό να αφήσω και κάθε ελπίδα για ζωή από την καρδιά μου σβήσω μια κούπα από τη στάχτη μου να φτιάξετε συντρόφοι σαν θα γεμίζει με κρασί μπορεί να ξαναζήσω Τριάντα νύχτες κι άλλες δυο από το τρελό σου το φευγιό τριανταδυό λαβωματιές που δε θα κλείσουνε ποτές. Αγρίμι η νύχτα κι ο πόνος μου θεριό τριάντα νύχτες κι άλλες δυο. Τριάντα νύχτες κι άλλες τρεις κι ακόμα να έρθεις να με βρεις τριαντατρείς πικρές γουλιές βαθιές στο σώμα βουρδουλιές. Αγρίμι η νύχτα κι ο πόνος μου θεριό τριάντα νύχτες κι άλλες δυο. Λάθος γυναίκα αγαπούσα τα δευτερόλεπτα μετρούσα να γίνει κάτι κι η ζωή μου να αλλάξει. Λάθος γυναίκα αγαπούσα κοντά της νόμιζα πως ζούσα μα η ψυχή μου είχε βγει για να σε ψάξει. Είσαι όλες οι γυναίκες που κοιτάζω μία μία είσαι από νερό φτιαγμένη σε μεγάλη τρικυμία. Είσαι όλες οι γυναίκες κι ένας πυρετός με πιάνει μη μου πέσει καμιά λέξη και σου κάψει το φουστάνι. Λάθος γυναίκα αγαπούσα και στον καθρέφτη που κοιτούσα έβλεπα δρόμους που σε φέρνανε σε μένα. Λάθος γυναίκα αγαπούσα και όλα εκείνα που ζητούσα ήταν στα μάτια σου με δάκρυα γραμμένα. Είσαι όλες οι γυναίκες που κοιτάζω μία μία είσαι από νερό φτιαγμένη σε μεγάλη τρικυμία. Είσαι όλες οι γυναίκες είσαι όλα τα ξενύχτια μες στα χέρια σου μαθαίνω την αβάσταχτη αλήθεια. Είσαι όλες οι γυναίκες που κοιτάζω μία μία είσαι από νερό φτιαγμένη σε μεγάλη τρικυμία. Είσαι όλες οι γυναίκες κι ένας πυρετός με πιάνει μη μου πέσει καμιά λέξη και σου κάψει το φουστάνι. Ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς σε φάμπρικα δούλευαν φτιάχνοντας τανκς. Ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς αχώριστοι γίνανε φτιάχνοντας τανκς. Ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς δουλεύαν στον Μπράουν στο Φίσερ στον Κράφτ. Ο Μπράουν ο Φίσερ και ο Κράφτ αχώριστοι γίνανε φτιάχνοντας τραστ. Ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς ανέμελοι δούλευαν πάντα στα τανκς ποτέ τους δε διάβασαν Μαρξ ιδέα δεν είχαν για τραστ και για κραχ. Ο Μπράουν ο Φίσερ και Κράφτ χωρίσαν σε Μπράουν σε Φίσερ σε Κραφτ ο Μπράουν ο Φίσερ κι ο Κράφτ εχθροί τάχα γίναν διαλύσαν το τραστ. Και πριν μάθουν τι είπε ο Μαρξ στρατιώτες τους πήραν στον πόλεμο παν ο Πέτρος ο Γιόχαν κι ο Φράνς σαν ήρωες έπεσαν κάτω από τα τανκς. Ο Μπράουν ο Φίσερ κι Κράφτ σκεφτήκαν και βρήκαν πως φταίει ο Μαρξ. Ο Μπράουν ο Φίσερ κι Κράφτ ξανάσμιξαν πάλι και φτιάξανε τραστ. Μέσα της Σμύρνης τα βουνά και τα άγρια τα νερά. Με λεν εμένα Τσακιτζή αχ παλληκάρι στην καρδιά αχ λεοντάρι στην καρδιά. Κάθε μια μου τουφεκιά είναι και παλικαριά. Με λεν εμένα. Τσακιτζή αχ παλληκάρι στη καρδιά αχ λεοντάρι στην καρδιά. Εκάεν και το Τσάμπασιν κι επέμναν τα τουβάρεα γιάρ γιάρ αμάν κι επέμναν τα τουβάρεα γιάρ γιάρ αμάν και να ερρούξαν σο γουρτάρεμαν του Ορντούς τα παλληκάρεα γιάρ γιάρ αμάν και να ερρούξαν σο γουρτάρεμαν του Ορντούς τα τζαναβάρεα γιάρ γιάρ αμάν. Βάι εκάεν κι εμανίεν του Ορντούς το παρχάρ έκει άλλο δεν και επέμνεν μοναχόν σαχτάρ. Τρανόν γιαγκίν σο Τσάμπασιν σπίτεα κι θα απομένεν γιάρ γιάρ αμάν σπίτεα κι θα απομένεν γιάρ γιάρ αμάν μικροίτρανοί φτωχοίζεγκίν όλοι κάθουνταν και κλαίνε γιάρ γιάρ αμάν μικροίτρανοί φτωχοίζεγκίν όλοι κάθουνταν και κλαίνε γιάρ γιάρ αμάν. Βάι εκάεν κι εμανίεν του Ορντούς το παρχάρ έκει άλλο δεν και επέμνεν μοναχόν σαχτάρ. Κλαίνε τη Θεού τα πούλοπα κλαίνε τα πεγαδομάτεα γιάρ γιάρ αμάν κλαίνε τα πεγαδομάτεα γιάρ γιάρ αμάν κλαίει το Τσαμπλούκ το Καρακιόλ κλαίνε τα έμορφα τα ελάτεα γιάρ γιάρ αμάν κλαίει το Τσαμπλούκ το Καρακιόλ κλαίνε τα έμορφα τα ελάτεα γιάρ γιάρ αμάν. Βάι εκάεν κι εμανίεν του Ορντούς το παρχάρ έκει άλλο δεν και επέμνεν μοναχόν σαχτάρ. Βάι εκάεν κι εμανίεν του Ορντούς το παρχάρ έκει άλλο δεν και επέμνεν μοναχόν σαχτάρ Αχ, Σμυρνιοπούλα, είσαι νοστημούλα όταν σε βλέπω, φως μου, μου καίγεις την καρδούλα και τρελαίνομαι για σένα, αμάν μανούλα. Γιαλέλ, είσαι μερακλού και καμωματού κούκλα μου γλυκιά, είσαι ζωγραφιά έμορφη μου Σμυρνιοπούλα, πάρε μου τα ούλα. Γιαλέλ, γιαλελελελέλι, γιαλελελελέλι. Σμυρνιοπούλα, η καρδιά μου εσένα θέλει. Αχ, με έχεις παλαβό μες στο συνοικισμό αμάν δε νταγιαντώ, βρε τσαχπινούλα μου σαν σε βλέπω να χορεύεις, αμάν γιαλελέλι. Αχ, Σμυρνιοπούλα, είσαι τσαχπινούλα με τα γλυκά σου μάτια κάνεις καρδιές κομμάτια αχ, τι μάτια που σκλαβώνουν, αμάν μανούλα. Γιαλέλ, είσαι ζωγραφιά, τσαχπινούλα μου με άναψες φωτιά στην καρδούλα μου έμορφή μου Σμυρινιοπούλα, πάρε μου τα ούλα. Γιαλέλ γιαλελέλι, γιαλελέλι. Σμυρνιοπούλα, η καρδιά μου εσένα θέλει. Αχ, με έχεις σαν τρελό, φως μου, να σε χαρώ τσαχπίνα μου γλυκιά, μου πήρες την καρδιά σαν χορεύεις, Σμυρνιοπούλα, αμάν γιαλελέλι. Θα περπατήσω μοναχός κι αυτό το βράδυ μήπως και βρω της λησμονιάς σου το νερό και σε υπόγεια σκοτεινά θα βρω σημάδι με ένα ποτήρι ως της αυγής τον πανικό. Τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά μου μοιάζει γυναίκα κουρασμένη από το δρόμο ρίχνει το γέλιο της και κάθεται κοντά μου κερνάει τα επόμενα και με χτυπάει στον ώμο. Σε ένα ποτήρι με φυτίλι αναμμένο βλέπω τα μάτια σου και κλαίω σιωπηλά και το μυαλό μου που είναι πάλι θολωμένο στριφογυρνά των τραγουδιών σου τη θηλιά. Τσιγάρο ατέλειωτο βαρύ η μοναξιά μου μοιάζει γυναίκα κουρασμένη από το δρόμο ρίχνει το γέλιο της και κάθεται κοντά μου κερνάει τα επόμενα και με χτυπάει στον ώμο Τσιγάρο εγώ στο στόμα μου δεν έβαλα ούτε ένα αλλά όταν βλέπω τον καπνό σκέφτομαι μόνο εσένα. Τα χείλη σου, τα χέρια σου, η ανάσα κι η καρδιά μου καπνός μπήκε στα μάτια μου και κλαίω από τη χαρά μου. Τα δάκρυα είναι της χαράς, τα δάκρυα και της λύπης είκοσι χρόνια πέρασαν και μόνο εσύ μου λείπεις. Φωτιά εγώ δε ζήτησα, ποτέ από κανένα τον κόσμο μόνο γύρναγα και έψαχνα για σένα. Όταν σε βρω, όταν σε δω, όταν σε συναντήσω το πρώτο το τσιγάρο μου μαζί σου θα καπνίσω. Φωτιά από τα χέρια σου θα πάρω και θα ανάψω και τότε όχι από τον καπνό, μα από τον καημό θα κλάψω. Τα δάκρυα είναι της χαράς, τα δάκρυα και της λύπης είκοσι χρόνια πέρασαν και μόνο εσύ μου λείπεις. Δυόμισι χιλιάδες χρόνια με αγαπάς τρελά μου λες. Ωχ αυτές βρε οι τρελές σου οι υπερβολές. Μια στιγμή αν με αγαπούσες, μια στιγμίτσα μόνο αν. Στο ριλάξ θα την περνούσα μια ζωή γκαγκάν. Του Διογένη εγγονό με έχεις καταντήσει. Και στα ίσια θα στο πω σε αρχαίο μέλλον ζούμε κι οι δυο. Για πιθάρι έχω το νου, φανάρι την καρδιά μου. Ψάχνω ακόμα και παντού να σε βρω ψεύτρα εδώ και τωρατζού. Ζώντας στην δικιά σου φρίκη εκατάντησα φρικιό. Την αγάπη χάπι κάνεις να την καταπιώ. Η δικιά μας ιστορία σαν τον αττικό ουρανό. Μα μπουκάρει η αιθάλη και εθαλοτυφλώ. Παίζουν τυφλόμυγα στο δρόμο τα παιδιά κι είναι οι μορφές τους τρομαγμένα περιστέρια μου έδειχνες το Σείριο μια βραδιά μα εγώ δεν είχα μάτια γι άλλα αστέρια. Τα χρόνια πέρασαν περνάμε άλλη φάση κι αν σε προσπέρασα δε σε έχω ξεπεράσει όχι δεν είναι η μοναξιά που με πειράζει μόνο το βλέμμα ενός παιδιού που με κοιτάζει πόσο σου μοιάζει πόσο μου μοιάζει. Ποιον ξεναγείς απόψε στα άστρα του ουρανού σου και με τα παραμύθια σου ποιον ξεγελάς αυτά που τώρα τα θυμάσαι και γελάς σου κλέβαν κάποτε τον ύπνο και τον νου σου Άραγε αυτή η σιωπή τι να σημαίνει έχω τόσα να σου πω, μα δε μιλώ και το αδιόρατο αυτό χαμόγελο σου μου λέει να μείνω ή να φύγω. Μακρύτερα απλώνεσαι όπως μου λείπεις κι όλη την έκταση μου κυβερνάς ανερμήνευτα καθώς κοιτάζεις πιο πολύ σε θέλω ξαφνικά. Πες μου αν θυμάσαι τότε ομορφιά μου που στους κήπους σου μεθούσα τις βραδιές τα χρυσαφένια πρωινά που μας ξυπνούσαν των ονείρων μας οι μουσικές. Νιώθω πως πια δεν ξέρω τίποτα για σένα ίσως και να μην ήξερα ποτέ μπορεί να ήμουνα τα πάντα ή ελάχιστα για σένα δε θέλω να ξέρω, μην μου το πεις ποτέ. Νιώθω πως πια δεν ξέρω τίποτα, τίποτα για σένα ίσως και να μην ήξερα ποτέ μπορεί να ήμουνα τα πάντα ή ελάχιστα για σένα δε θέλω να ξέρω, μην μου το πεις ποτέ. Έτσι όπως το άρωμα σου με κυκλώνει θέλω πάλι πίσω εκείνες τις στιγμές που το άγγιγμα σου μοναχά υπήρχε και γεμάτες χρώματα οι δικές μας διαδρομές. Άραγε αυτή η σιωπή τι να σημαίνει έχω τόσα να σου πω, μα δε μιλώ και το αδιόρατο αυτό χαμόγελο σου μου λέει να μείνω ή να φύγω. Τους πικρούς βοριάδες πάνω στο βουνό και τα κυπαρίσσια δε θα ξαναδώ τώρα θα σε αφήσω και θα πάω μακριά τώρα θα ανοίξω τα φτερά. Τα μεγάλα βράδια το μικρό γιαλό πίσω θα το αφήσω δε θα ξαναρθώ για μεγάλους δρόμους για βαθιά νερά τώρα ανοίγω τα φτερά. Πίστεψαν οι νύχτες, πίστεψα κι εγώ όμως η αγάπη δεν κρατά καιρό τώρα πια θα φύγω μίλια μακριά τώρα θα ανοίξω τα φτερά. Τώρα που είδα τα όνειρά σου σου αξίζουν όλα όσα θέλεις. Μα εγώ έχω μάθει να ξεφεύγω από της αγάπης την θηλιά. Μου έδωσες λίγο τα φτερά σου και στο χρωστάω αυτό, το ξέρεις. Είχα ξεχάσει πώς να φεύγω πώς να έρχομαι από μακριά. Πάντα φοβόμουνα να ζήσω. Μα δε φοβόμουν τη ζωή. Όλα τα λάθη μας τα βλέπει. Στο τέλος κάνει αυτό που πρέπει. Εδώ που είμαι δε με φτάνεις ούτε με μάτια ούτε με χέρια. Ούτε την σκέψη σου αν μου στείλεις δε θα μπορέσει να με βρει. Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις. Έχω χαθεί στα καλοκαίρια. Κι από τη Δύση αν ανατείλεις. Δεν έρχομαι ξανά εκεί. Πάντα φοβόμουνα να ζήσω. Μα δε φοβόμουν τη ζωή. Όλα τα λάθη μας τα βλέπει. Στο τέλος κάνει αυτό που πρέπει. Τώρα που πας στη ξενιτειά πουλί θα γίνω του νοτιά γρήγορα να σε ανταμώσω. Για να σου φέρω τον σταυρό που μου παράγγειλες να βρω δαχτυλίδι να σου δώσω. Ήσουν κυπαρίσσι στην αυλή μου αγαπημένο ποιος θα μου χαρίσει το φιλί που περιμένω. Στο όμορφο ακρογιάλι καρτερώ να μου έρθεις πάλι σαν μικρό χαρούμενο πουλί. Χρυσή μου αγάπη έχε γεια να είναι μαζί σου η Παναγιά κι όταν έρθει το περιστέρι. Θα χω κρεμάσει φυλαχτό στο παραθύρι το ανοιχτό την καρδιά μου σαν αστέρι. Ήσουν κυπαρίσσι στην αυλή μου αγαπημένο ποιος θα μου χαρίσει το φιλί που περιμένω. Στο όμορφο ακρογιάλι καρτερώ να μου ρθεις πάλι σαν μικρό χαρούμενο πουλί. Ένα παιδί καθότανε στο πάρκο και λιαζότανε, στο πάρκο και λιαζότανε κι όλο συλλογιζότανε. Πέρασε μια δεσποινίδα, στάθηκε του μίλησε και κουβέντα στη κουβέντα έσκυψε το φίλησε. Κι το παιδί ζαλίστηκε στα λόγια της βαφτίστηκε, στα λόγια της βαφτίστηκε κι αγάπη της ορκίστηκε. Την άλλη μέρα το παιδί πήγε στο πάρκο να την δει, πήγε στο πάρκο να την δει όμορφα λόγια να της πει. Το αγεράκι μέσα στα δένδρα σιγανομουρμούριζε και πιο κει μια παραμάνα το μωρό νανούριζε. Η δεσποινίδα χάθηκε και το παιδί πικράθηκε, η δεσποινίδα χάθηκε και το παιδί πικράθηκε. Η βροχή ζεστή. Φέρνει το ληστή. Πιο κοντά να μου πίνει το αίμα. Ο Ιούλιος. Ήταν Δούρειος. Ένα δέμα γεμάτο ψέμα. Εκατό φιλιά. Δε σε φέρνουν πια. Έχει αλλάξει το τοπίο. Και τα σύννεφα. Έτσι στα κρυφά. Το βουλιάξανε πάλι το πλοίο. Κι όλα γύρω μου. Των ονείρων μου. Και της φαντασίας μου είναι δώρα. Τραγουδάω μεν. Όμως στο ρεφρέν. Η ζεστή βροχή θα γίνει μπόρα. Εκατό φιλιά. Δε σε φέρνουν πια. Έχει αλλάξει το τοπίο. Και τα σύννεφα. Έτσι στα κρυφά. Το βουλιάξανε πάλι το πλοίο. Όπου σταθώ κι όπου βρεθώ βλέπω μονάχα Υμηττό. Όποιο διακόπτη κι αν πατώ ανάβει φως στον Υμηττό. Όποιο παράθυρο κι αν δω μέσα του βλέπω Υμηττό. Σε όποιο πηγάδι σκοτεινό σε καταπράσινο βυθό. Όπου κι αν σκύψω και κοιτώ. Όποιο χρυσάφι κι αν πετώ κορώνα γράμματα Υμηττό. Όπου σταθώ κι όπου βρεθώ ακούω μονάχα Υμηττό κι όποιον στο δρόμο συναντώ, καλώς τον, λέει τον Υμηττό. Ποιος είναι ο δρόμος μες στο σκοτάδι, πού είναι ο δρόμος μες στο σκοτάδι; Υπάρχουν δρόμοι στο σκοτάδι μη με ακούς, μονάχα κοίτα. Υπάρχουν δρόμοι μες στο σκοτάδι. Μη με ακούς, μη με ακούς. Μη με ακούς, μονάχα κοίτα. Όταν παιδίον διηρχόμην εκεί πλησίον, επί οναρίου οχούμενος, δια να υπάγω να απολαύσω τας αγροτικάς μας πανηγύρεις, των ημερών του Πάσχα, του Αγίου Γεωργίου και της Πρωτομαγιάς, ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί. Οι κλώνές της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα άγριας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου. Από τα φύλλα της εστάλαζε κι έρρεεν ολόγυρά της μάννα ζωής, δρόσος γλυκασμού, μέλι το εκ πέτρας. Έθαλπον οι ζωηφόροι οποί της έρωτα θείας ακμής, κι έπνεεν η θεσπεσία φυλλάς της ίμερον τρυφής ακηράτου. Και η κορυφή της βαθύκομος ηγείρετο ως στέμμα παρθενικόν, διάδημα θείον. Ησθανόμην άφατον συγκίνησιν να θεωρώ το μεγαλοπρεπές εκείνο δένδρον. Εφάνταζεν εις το όμμα, έμελπεν εις το ούς, εψιθύριζεν εις την ψυχήν φθόγγους αρρήτου γοητείας. Οι κλώνες, οι ράμνοι, το φύλλωμά της, εις του ανέμου την σείσιν, εφαίνοντο ως να ψάλλωσι μέλος ψαλμικόν, το ως εμεγαλύνθη. Με έθελγε, με εκήλει, με εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από του υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω. Να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα δια πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω. Να προσπαθήσω να αναρριχηθώ εις το πελώριον στέλεχος, το αδρόν και αμαυρόν, να αναβώ εις το σταύρωμα των κλάδων της, να ανέλθω εις τους κλώνας, να υψωθώ εις τους ακρέμονας. Και αν δεν με εδέχετο, και αν με απέβαλλεν από το σώμα της, και με έρριπτε κάτω, ας έπιπτον να κυλισθώ εις την χλόην της, να στεγασθώ υπό την σκιάν της, υπό τα αετώματα των κλώνων της, τα όμοια με στέμματα Δαυίδ θεολήπτου. Επόθουν, αλλά η συνοδία των οικείων μου, μεθώ ών ετέλουν τας εκδρομάς εκείνας ανά τα όρη, δε θα ήθελε να μοι το επιτρέψει. Και μίαν χρονιάν, ήτο κατά τας εορτάς του σωτηρίου έτους 1866, καθώς είχομεν διέλθει πλησίον του δένδρου, εφθάσαμεν εις το Μέγα Μανδρί. Ήτο δε το Μέγα Μανδρί μικρός συνοικισμός, θερινόν σκήνωμα των βοσκών του τόπου. Εκατοίκουν εκεί επτά ή οκτώ οικογένειαι αγροτών. Δύο εκ των οικογενειών τούτων συνεδέοντο προς τους γονείς μου δια δεσμών βαπτίσματος, κολληγοσύνης, κτλ. Και όλοι ήσαν φίλοι και συμπατριώται μας. Στην έκθεση των λουλουδιών, τα αρχαία ανθεστήρια ποια λέξη είπες κι έλυσες του κόσμου τα μυστήρια και του κυπαρισσιού η καρδιά στου έρωτα τους χτύπους κι ο Τρύφωνας των αμπελιών ευχολογάει στους κήπους. Πίσω από μάσκες έβλεπες ποιος να κρυφτεί από σένα μια μεθυσμένη αποκριά από το δικό σου βλέμμα τα χιόνια εκείνη τη χρονιά τα δέντρα έξω στολίσαν μα εσύ μια λέξη φώναξες κι οι μυγδαλιές ανθίσαν. Τον μήνα της συγχώρεσης στο τέλος του χειμώνα τα δυο σου μάτια σαν πυρσούς θα τα θυμάμαι αιώνια μες στην γιορτή των χωρισμών με γέλιο πικραμένο ο παιδικός μου έρωτας σαν μέλι ναρκωμένο Να που ξανά στην πόλη ερημώνει. Μια καληνύχτα τρέχει στα στενά. Τη μοναξιά ελευθερώνει. Φεγγάρια μη μου φτιάχνεις με χαρτόνι γιατί η καρδιά τα ρίχνει στη φωτιά κι ύστερα σου τραγουδά. Τι ζητάς να ήξερα από μένα. Κι αν μου γελάς, μοιάζει το χαμόγελο σαν ψέμα. Δε με αγαπάς. Ένα παιδί τα χέρια του σηκώνει για να μαζέψει τα άστρα που μετρά. Ο ουρανός δε χαμηλώνει. Να που ξανά στον κόσμο ξημερώνει μα το σκοτάδι μέσα μου γυρνά όταν το φως τυραννά. Όταν σε κοιτώ στα μάτια ένα αγκάθι με αγκυλώνει της σιωπής τα μονοπάτια περπατώ μέσα στη σκόνη. Φέγγει αλλιώτικα η ζωή στο φως αγάπη σαν κοιτάει κι όποιος τη βρήκε ίσως είναι τυχερός στα χέρια αν την κρατάει. Σκέψη σαν βαρύς χειμώνας μου παγώνει κάθε βήμα η στιγμή του είναι αιώνας κι η αγκάλη του το κρίμα. Φέγγει αλλιώτικα η ζωή στο φως αγάπη σαν κοιτάει κι όποιος τη βρήκε ίσως είναι τυχερός στα χέρια αν την κρατάει Μέρα νύχτα μέσα στις μπύρες ξενυχτάμε με τις χήρες, αχ ώπλες, αχ ώπα, αχ φέρτε μπύρες στους μερακλήδες, φέρτε μπύρες, να πιουν οι χήρες. Για να σπάσουμε νταλκαδάκι, θα τραγουδήσει το Ροζάκι, αχ ώπα, αχ άκου, αχ φέρτε μπύρες στους μερακλήδες, φέρτε μπύρες, να πιουν οι χήρες. Όλα εδώ, βρε παιδιά, αχ, θα μας μείνουνε στον ψεύτικο ντουνιά αχ βαράτε βρε βιολιά, αχ ώπλες, αχ άιντε, αχ κι όσα θέλετε λεφτά. Για να σπάσουμε νταλκαδάκι, θα μας παίξει το ουτάκι, αχ άιντε, αχ ώπλες, αχ φέρτε μπύρες στους μερακλήδες, φέρτε μπύρες, να πιουν οι χήρες. Με φύλα κίτρινα συχνά με ντύνεις και με χαμόγελα πικρά χωρίς παρέα κι αγκαλιά με αφήνεις στη βαρυχειμωνιά. Με μια ομπρέλα περπατώ στους δρόμους να μη με βρέχουν οι καημοί κι είναι βαρύ παλτό ριχτό στους ώμους οι αναστεναγμοί. Φεύγεις και φεύγω κι όσο σε αποφεύγω τόσο κινδυνεύω να με κυνηγάς. Φεύγεις και φεύγω μόνη μου χορεύω του θεούς μαγεύω κι εσύ με προσπερνάς. Στα πρωτοβρόχια λιώνουν οι αυταπάτες κι οι στάλες σβήνουν τη φωτιά κι έτσι ό άνεμος σκορπά τις στάχτες μακριά στο πουθενά. Φεύγεις και φεύγω κι όσο σε αποφεύγω τόσο κινδυνεύω να με κυνηγάς. Φεύγεις και φεύγω μόνη μου χορεύω του θεούς μαγεύω κι εσύ με προσπερνάς. Φεύγεις πάλι, το έχω συνηθίσει. Δεν θα σβήσει μέσα μου η φωτιά. Θα ξυπνήσω μόνη θα βγω λίγο έξω και τον άδειο κόσμο ώσπου να έρθεις θα αντέξω. Πριν λυγίσω, θα γυρίσεις πίσω. Θα γυρίσεις πίσω. Φεύγεις πάλι, πριν το καταλάβω πριν προλάβω όλα να στα πω. Και μετράω τα χρόνια με σένα να λείπεις. Στο ραδιόφωνο μου τραγούδια της λύπης. Θα το κλείσω σαν γυρίσεις πίσω. Αν γυρίσεις πίσω. Φεύγεις πάλι, πώς να σε κρατήσω; Θα σε αφήσω να ξαναχαθείς. Από την πρώτη μέρα σε περιμένω. Ήξερα πως θα είναι, θα φεύγεις, θα μένω. Την αγάπη έτσι θα την ζήσω. Θα είμαι εδώ και θα γυρίζεις πίσω. Θα γυρίζεις πίσω. Φεύγεις πάλι, πριν το καταλάβω πριν προλάβω όλα να στα πω. Και μετράω τα χρόνια με σένα να λείπεις. Στο ραδιόφωνο μου τραγούδια της λύπης. Θα το κλείσω σαν γυρίσεις πίσω. Αν γυρίσεις πίσω. Φεύγουν καράβια στο γιαλό κι εγώ τους γνέφω στο καλό κι εγώ τους γνέφω στο καλό, παράπονό μου. Χάνομαι τώρα τις νυχτιές μέσα στου κόσμου τις φωτιές μέσα στου κόσμου τις φωτιές με το όνειρό μου. Φεύγουν καράβια στο γιαλό και με τα κύματα μιλώ και με τα κύματα μιλώ και το όνειρό μου. Τώρα μια πέτρινη σιωπή είναι η δικιά μου προκοπή είναι η δικιά μου προκοπή, παράπονό μου. Να ήσουνα, θάλασσα κι εσύ και η ζωή μικρό νησί και η ζωή μικρό νησί να έρθω να αράξω. Να είχα καρδιά μα και πυγμή όλα στη γη σε μια στιγμή όλα στη γη σε μια στιγμή για να τα αλλάξω. Έχω μια γριά μηχανή που μονάχη. Ξεκινά και με πάει. Μέσα από ένα δρόμο στενό. Που σαν φίδι γλιστρά και στριφογυρνάει. Σε μια διασταύρωση σκοτεινή. Μια μαύρη γάτα μάς κοιτάζει. Χτυπάει ο αέρας με ορμή. Στη στροφή έξω μάς τινάζει. Κάποιος το όνομα μου εκεί. Ακούω να φωνάζει. Έπειτα μακριά σιωπή. Ποιος ρωτάς είναι εκεί. Μια ηχώ σου απαντάει. Κάποια μέρα εδώ θα χαθώ. Σε ένα δρόμο στενό. Που σαν φίδι γλιστράει. Μακριά του κόσμου η βουή. Μέσα στα αυτιά μου σβήνει. Ώσπου το απέραντο κενό. Και τους δυο μας καταπίνει. Στο παγωμένο του κορμί. Το φίδι μάς τυλίγει. Ένα φιλί που γεύτηκα στου σκοταδιού τη φύρα μπορεί να το ονειρεύτηκα, μπορεί και να το πήρα. Για μέρες το είχα πάνω μου στα χείλη τυλιγμένο, της μέθης ήταν πρόσφορο και βάσανο κρυμμένο. Της ζάλης τα φτηνά φιλιά στην άκρη θα τα αφήσω κι ένα φιλί αμέθυστο θα έρθω να σου ζητήσω. Η άνοιξη θα έρθει μια νύχτα ξαφνικά θα κλέψει μυστικά θα φέρει ζάλη φωτιές θα βάλει και στης καρδιάς σου τα διόδια θα γίνουν πάλι επεισόδια κι αγάπης φονικά μια νύχτα ξαφνικά. Φιλιά και δακρυγόνα στο τέλος του χειμώνα τα μάτια σου θα καίνε από χαρά θα κλαίνε. Η άνοιξη θα έρθει κρυφά από τον ουρανό αόρατα πανό θα γράφουν έλα και χαμογέλα. Φωτιές θα βάλει στα λουλούδια ωραία λόγια στα τραγούδια και δε θα αντισταθείς στους δρόμους θα βρεθείς. Φιλιά και δακρυγόνα στο τέλος του χειμώνα τα μάτια σου θα καίνε από χαρά θα κλαίνε. Φιλότιμο δεν έχεις πια και πονηρά σαν τη σουπιά, αντάλλαγμα μου, τα νερά εγέμισες μελάνι κι εμένα με εγκατέλειψες και πας σε άλλο λιμάνι. Οπου κι αν πας κι όπου βρεθείς, χωρίς εμένα θα χαθείς, χωρίς εμένα θα χαθείς. Τώρα με άλλονε γλεντάς, στα κέντρα μέσα ξενυχτάς και δε σου καίγεται καρφί, αν ζω η αν πεθαίνω, αμα τα άσχημα μαντάτα σου για σένα τα μαθαίνω. Οπου κι αν πας κι όπου βρεθείς, χωρίς εμένα θα χαθείς, χωρίς εμένα θα χαθείς. Μέσα στην καρδιά σου καρδιά έκρυβες τόση απονιά, μου έφερε καταστροφή και συμφορά μεγάλη, ο δρόμος που εδιάλεξες να δω που θα σε βγάλει. Οπου κι αν πας κι όπου βρεθείς, χωρίς εμένα θα χαθείς, χωρίς εμένα θα χαθείς. Σβήνω τα χνάρια μου δε θα με βρειτε ότι κι αν είπα θα το πάρω και θα φύγω ότι κι αν έκανα δεν εξηγείται κι από την αλήθεια μου την νύχτα ξετυλίγω. Σβήνω τα φώτα μου να δω πως άρχισα τα ποιο καλά παιδιά πιστεύουν παραμύθια γυρνάω στα πρώτα μου σε κείνα που άφησα βλέπω ένα όνειρο που κόβει σαν αλήθεια. Φρόνιμα κούκλα μου λέω στην ψυχή μου όλα θα γίνουν όπως τα έχουμε σχεδιάσει στο φως θα γίνεσαι ξανά δική μου και στο σκοτάδι θα σε χάνω μες τα δάση. Τους φόβους ξέμαθα σε κύκλους κλείνομαι δεμένο πάνω μου το ψέμα της ζωής μου στα φώτα έμαθα σκιά να γίνομαι ξένο καράβι μιας θάλασσας δικής μου. Όμως το ψέμα μου τα βράδια λύνεται παίρνει ζωή από τη ζωή γίνεται αλήθεια τι κι αν το αίμα μου κρασί δε γίνεται σκοτώνουν τα όνειρα όταν γίνονται συνήθεια. Φρόνιμα κούκλα μου λέω στη ψυχή μου όλα θα γίνουν όπως τα έχουμε σχεδιάσει στο φως θα γίνεσαι ξανά δική μου και στο σκοτάδι θα σε χάνω μέσα τα δάση. Με ψήσανε και με έχουνε τρελάνει τα μάτια σου που δεν τα είδα σε καμιά, τα μάτια σου που δεν τα είδα σε καμιά. Τραλαλά, τραλαλά, φταίει εκείνο το πλατάνι, τραλαλά, τραλαλά, φταίει και η καλαμιά. Επούλησα το μεγάλο μου μποστάνι, μου το έφαγε μια ματιά σου, μόνο μια, μου το έφαγε μια ματιά σου, μόνο μια. Τραλαλά, τραλαλά, φταίει εκείνο το πλατάνι, τραλαλά, τραλαλά, φταίει και η καλαμιά. Με στεναχώρησες και παιχνίδι με έχεις κάνει, μπερδεύτηκα σε μια αγάπη όλο ψευτιά, μπερδεύτηκα σε μια αγάπη όλο ψευτιά. Τραλαλά, τραλαλά, φταίει εκείνο το πλατάνι, τραλαλά, τραλαλά, φταίει και η καλαμιά. Φτάνει, στον ύπνο μου φτάνει να σε ακούω να γελάς. Φτάνει, την πόρτα μου φτάνει σαν βροχή να χτυπάς δυνατά. Τι θα βρεις, τι θα βρεις, η αγάπη δεν ζει πια εδώ. Τι θα βρεις, την καρδιά μου όπως πριν σου ανοίξω και μετά θα χαθείς μέσα στον γκρίζο σου ουρανό, στο μεγάλο σου μυστικό κι εγώ ξανά θα μείνω πίσω. Φτάνει, τον δρόμο φτάνει σαν σκια να περνάς. Φτάνει, το ξέρω δεν έχεις τώρα πια να με πας πουθενά. Κι αν αλήθεια μου πεις πώς μπορώ να πιστέψω εγώ και να πεις στην καρδιά μου ξανά να σου ανοίξω. Κι ας χαθείς, ας χαθείς μέσα στον γκρίζο σου ουρανό, στο μεγάλο σου μυστικό, εγώ δε θα κοιτάξω πίσω. Φτάνει, ότι χάθηκε φτάνει, τις νύχτες πια δεν ξυπνώ. Φτάνει, γλυκό ξημερώνει το επόμενο πρωινό. Το πλοίο φεύγει και κουβεντιάζω με κάποιον ναύτη στην κουπαστή μου λέει με πόνο για μια γυναίκα που όρκο του κανε πως θα έμενε πιστή. Και συλλογιέμαι με την σειρά μου μήπως του φύγει ένα πρωί φτερό στον άνεμο είναι η γυναίκα φτερό στον άνεμο μες τη ζωή. Του είχε τάξει χρυσά παλάτια όταν το έπνιγε στα χάδια στα φιλιά μα η γυναίκα ίδια είναι ίδια πάντα από τα χρόνια τα παλιά. Και συλλογιέμαι με την σειρά μου μήπως του φύγει ένα πρωί φτερό στον άνεμο είναι η γυναίκα φτερό στον άνεμο μες τη ζωή Βρε εγώ είμαι η μόρτισσα η Κική που ήμουν δυο μήνες φυλακή, γιατί είναι τα γούστα μου τρελά και δε φοβούμαι τον μπελά. Ξέρω και ρίχνω πιστολιές σε όποιον μου κάνει μπαμπεσιές. Δε θέλω πλούτη και καλά, μου αρέσει η φτώχεια κι η εργατιά. Κι αν παντρευτώ με τον καιρό, άντρα εργάτη θε να βρω. Φτώχεια μαζί με την τιμή θέλω να ζήσω μια στιγμή. Γεια σου Ρίτα, να ζήσει η φτώχεια! Βρε, εγώ είμαι η μόρτισσα η Κική που ήμουν δυο μήνες φυλακή, γιατί είναι τα γούστα μου τρελά και δε φοβούμαι το μπελά. Ξέρω και ρίχνω πιστολιές σε όποιον μου κάνει μπαμπεσιές. Τα πλούτη τα περιφρονώ, στη φτώχεια πιο καλά περνώ. Μέσα στην τίμια εργατιά βρίσκεις τα πιο καλά παιδιά. Φτώχεια μαζί με την τιμή θέλω να ζήσω μια στιγμή. Εγέρασα, εγέρασα μανούλα μου πρωτύτερα από σένα, από σένα. Δε με γερά, γεράσαν γέρατα δε με γεράσαν ξένα, τα ξένα. Με γέρασεν η φυλακή, της Πύλου τα μπουντρούμια. Χρόνια και χρο, και χρόνια καταγής στον τοίχο ακουμπισμένος, αχ μάνα. Έλιωσε το, αχ το κορμάκι μου και το δεξί μου χέρι, το χέρι. Περικαλώ την Παναγιά το χέρι μου να γιάνει. Κέντησα φως τη Αττική να φύγουν οι Χειμώνες, όπως κεντάνε οι ναυτικοί στα μπράτσα τις γοργόνες, και με άφησες στη θάλασσα και τη ζωή μου χάλασα, να πλένω τις εικόνες. Φως, η αγάπη σου, φως, φως καυτό το δάκρυ σου, και ψάχνω μια στεριά για να χορτάσω, τον έρωτα μαζί σου να γιορτάσω, φως, η αγάπη σου. Κέντησα φως τη Αττική κι έδωσα τη σκυτάλη, στην πληγωμένη μου ζωή να δω που θα με βγάλει, και έκαψα τη σελίδα σου και την τρελή πυξίδα σου, στου κόσμου το ακρογιάλι. Φως, η αγάπη σου, φως, φως καυτό το δάκρυ σου, και ψάχνω μια στεριά για να χορτάσω, τον έρωτα μαζί σου να γιορτάσω, φως, η αγάπη σου, φως, η αγάπη σου. Φως, ελπίδα, ουρανός εμένα ο κόσμος μου είναι αυτός κι όποιος γουστάρει την πόρτα μου να ανοίξει και να μπει. Φως, ελπίδα, ουρανός εμένα ο τρόπος μου είναι αυτός κι όποιος φρενάρει ποτέ μη σώσει και να έρθει. Τέρμα τα αδιέξοδα εγώ βάζω τα έξοδα. Φως, ελπίδα, ουρανός εμένα ο στόχος μου είναι αυτός κι όποιος τολμάει την τρέλλα του να πάρει και να έρθει. Φως, ελπίδα, ουρανός εμένα ο δρόμος μου είναι αυτός κι όποιος γερνάει τα νιάτα μας να πάρει για να δει. Η ανάσα σου άγριος τυφώνας κι αυτό σου το βλέμμα αιώνας στο χωλ η κουρτίνα ανεμίζει το σφραγισμένο παράθυρο τρίζει. Στοιχειώνεις τη νύχτα μου απόψε στην κιθάρα μου δίνεις ρυθμό. Και τραγουδάς για όλα αυτά που βάλαν στη λίμνη φωτιά. Και κολυμπάς εκεί μετα βουτάω να σε πιάσω και παίρνει η ζωή μου φωτιά. Στο ράδιο ακούω τη φωνή σου και πιάνω κουβέντα μαζί σου. Για όσα κανένας δεν ξέρει μα κράταμε απλώνω το χέρι. Στοιχειώνεις τη νύχτα μου απόψε στην κιθάρα μου δίνεις ρυθμό. Και τραγουδάς για όλα αυτά που βάλαν στη λίμνη φωτιά. Και κολυμπάς εκεί μετα βουτάω να σε πιάσω και παίρνει η ζωή μου φωτιά. Με χάδια τρομαγμένα, με διψασμένα χάδια του νου μου τα σκοτάδια απόψε ντύνομαι. Λευκό πανί υψώνω και πάω όπου με πάει αυτό που με σκορπάει, σου παραδίνομαι. Φωτιά μου εσύ κι αέρας στο σύνορο τούτης της μέρας. Τη φλόγα σου δώσε μου και γίνε μου φως μου χρυσόμαλλο δέρας. Φωτιά μου εσύ κι αέρας στο σύνορο τούτης της μέρας. Το γέλιο σου δώσε μου και γίνε του κόσμου το πέρας. Μονάχη μες τους ξένους και μες τους φίλους μόνη να ήξερα τι σε σώνει στον πόνο στη χαρά. Γυαλί που δεν ραγίζει θα έβρισκα να σου τάξω. Πες μου πως να πετάξω με δανεικά φτερά. Φωτιά μου εσύ κι αέρας στο σύνορο τούτης της μέρας. Τη φλόγα σου δώσε μου και γίνε μου φως μου χρυσόμαλλο δέρας. Φωτιά μου εσύ κι αέρας στο σύνορο τούτης της μέρας. Το γέλιο σου δώσε μου και γίνε του κόσμου το πέρας. Της φυλακής μου πόρτα εσύ και αντικλείδι κι εγώ μικρό στολίδι στον άσπρο σου λαιμό. Θα πω ένα τραγούδι σήκω να το χορέψεις. Τα μάτια να μου κλέψεις για πάντα πριν χαθώ. Μια φωτοβολίδα μες στη νύχτα σκάει κι η καρδιά μου σπάει μες στο φως σε είδα. Γίναν τα κομμάτια μια καινούργια γη μες στην αλλαγή βλέπω με άλλα μάτια. Γίναν τα κομμάτια μια καινούργια γη μες την αλλαγή βλέπω με άλλα μάτια. Όλα είναι ίδια αν δε τσ αγαπάς όλα μένουν ίδια άμα δε τα πας. Κι όλα αυτά που είναι γίνονται ξανά μέσα από τη δικιά σου τη ματιά μέσα από τη δικιά σου τη ματιά. Μια φωτογραφία κομματάκια δυο έχω να σε δω χρόνια αστεία αστεία. Πιάνω την κολλάω σε ξανακοιτώ πιο όμορφη θαρρώ δείχνεις μου όσο πάω. Όλα είναι ίδια αν δε τα αγαπάς όλα μένουν ίδια άμα δε τα πας. Κι όλα αυτά που είναι γίνονται ξανά μέσα από τη δικιά σου τη ματιά μέσα από τη δικιά σου τη ματιά. Στην καρδιά σου καίει μια μικρή φωτιά κι από τη ματιά ένα φως που ρέει. Σαν φωτοβολίδα μες στη νύχτα σκάει κι ας ξαναγυρνάει πίσω η σελίδα. Σαν φωτοβολίδα μες στη νύχτα σκάει κι ας ξαναγυρνάει πίσω η σελίδα. Όλα είναι ίδια αν δε τα αγαπάς όλα μένουν ίδια άμα δε τα πας. Κι όλα αυτά που είναι γίνονται ξανά μέσα από τη δικιά σου τη ματιά μέσα από τη δικιά σου τη ματιά. Μεθυσμένος και απόψε γυρνώ σε μια πόλη που με έχει ξεγράψει. Τα κορίτσια της νύχτας ρωτώ μήπως σε είδαν στης μέρας τη χάση. Όμως τσάμπα σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ έφυγες μακριά και έμεινες αλήτισσα όμως τσάμπα σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ έφυγες μακριά και χάθηκες αλήτισσα. Μεθυσμένη και απόψε γυρνάς στα μπαράκια και με έχεις ξεχάσει βλέπεις δίπλα σου κάποιον γελάς και από τη σκέψη σου με έχεις ξεγράψει. Κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ χάθηκες ξανά και έμεινες αλήτισσα κι όμως πάλι σε ζητώ σε μια πόλη γύφτισσα εσύ έφυγες μακριά και χάθηκες αλήτισσα Δε σου στέλνω πια δε θα μου απαντήσεις δεν κοιτάζω πια για δικές σου κλήσεις. Άλλος ουρανός σε κατασκοπεύει κι άγνωστος καπνός τη ζωή σου κλέβει. Όλοι είναι χαμένοι στην αγάπη όλοι ζουν για εκείνο που δε θα έρθει. Πέφτει μια βροχή άλλαξε η ώρα δε σου στέλνω πια τι να στείλω τώρα. Είχες κάτι που έμοιαζε δικό μου τώρα λείπει πια κι από τον εαυτό μου. Όλοι είναι χαμένοι στην αγάπη όλοι ζουν για εκείνο που δε θα έρθει. Μες στον χορό της φωτιάς. Μέσα στις φλόγες της μαύρης ματιάς. Μέσα δεν ξέρω πού ζω. Μες στης αλήθειας σου το μυστικό. Χάνομαι, τις νύχτες χάνομαι μέσα σου πιάνομαι σε παρακολουθώ. Χάνομαι, τις νύχτες χάνομαι φεύγω δεν πιάνομαι κι ακόμα είμαι εδώ. Χάνομαι. Μέσα στης δύσης το φως. Μέσα στο χρώμα που δίνει ο καπνός. Μέσα στο λάθος που ζω. Μές στου ονείρου σου το μυστικό. Κάθομαι πλάι στον ποταμό και τα νερά κοιτάζω που όλο κατηφορίζουνε να βρούνε άλλες όχθες και νιώθω να βουλιάζουνε στα λασπερά οι μπότες. Σκουπίδια και ξερόχορτα τραβάνε με το ρέμα και άλλες όχθες θα περνούν πριν να πέσει το δείλι μα εγώ κολλάω στις καλαμιές και χάνω το ταξίδι. Χαράματα στο Χάραμα η νύχτα αργοκυλάει και του Τσιτσάνη η ψυχή κάπου εδώ γυρνάει. Γεια σου Τσιτσάνη αθάνατε θα ζεις μες στην καρδιά μας κι εσύ ρουφιάνε θάνατε φύγε από κοντά μας. Χαράματα στο Χάραμα κάποια σκιά χορεύει έξι μπουζούκια στην σειρά κι ο Τσίλας αγναντεύει Μόλις σταμάτησε στη ράμπα η γιορτή και οι μάγιστροι σού βγάζουν το καπέλο φτάνει μια λέξη τη φοβέρα σου να πει κι εγώ μαζί σου δύω κι ανατέλλω. Δώσε μου τα χέρια σου, ακριβή δρολάπι από τον Αϊ Φραγκίσκο χάνομαι κάθε που σε βρίσκω μες στη θεσσαλική βροχή. Φτιάχνουν τη μάσκα σου οι δραπέτες με πηλό να βρει τροφή του Χάρλεμ το καμίνι στον κόσμο που ανασαίνεις τον αληθινό στήσαν χορό οι μαζορέτες κι οι αθερίνοι. Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας. Του Χατζιδάκι βάσανα θα πω στο αρχοντικό σας. Με του Μαγιού τις ευωδιές, του φθινοπώρου τα άνθη. Γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στην Ξάνθη. Η μάνα του πολίτισσα, ο κύρης του από την Κρήτη. Τον καζαμία διάβαζε και τον ονειροκρίτη. Από μικρός τα γράμματα του φέρναν αηδία. Τη μουσική αγάπησε, μα όχι τα ωδεία. Κι αντί να φύγει σε άλλη γη να πάει σε άλλα κράτη. Την Αττική προτίμησε και το όμορφο Παγκράτι. Κι αντί σαν όλα τα παιδιά να βγει κι αυτός στο πάρκο. Τους οικοδόμους άκουγε που τραγουδούσαν Μάρκο. Καλήν εσπέραν άρχοντες κι ακούστε παρακάτω. Πως άλλοι βγαίνουν στον αφρό κι άλλοι κολλάν στον πάτο. Με τα χειρόγραφα σωρό, τις μελωδίες μάτσο. Βρήκε έναν τύπο βλοσυρό που τον ελέγαν Γκάτσο. Καθήσαν κάτω και μαζί πολλά τραγούδια γράψαν. Που τα πουλιά σωπάσανε και τα αηδόνια πάψαν. Μη έρθεις ακόμη χειμωνιά, κάμε λιγάκι κράτει γιατί έχω μεσοπέλαγα τη σκέψη μου πεμπάτη. Έφυγες μα η σκέψη μου τα βράδια σε αγκαλιάζει σαν ήλιος που βασίλεψε κι όμως ακόμη λιάζει Είχες ελπίδες κιόνειρα, ψυχή που καρτερούσε. Ηδονικά ποθούσε, κρυμμένα μυστικά. Κλείσε τα μάτια κιάγγιξε, ότι έβλεπες ως τώρα. Νιώσε τα χίλια δώρα, σε δυο χειλιών φιλιά. Ήσουν νερό στην χούφτα μου, σε έπινα και διψούσα και στην πηγή γλιστρούσα, να πιω νερό ξανά. Άνοιξέ τα μάτια σου και δές, τις ομορφιές του κόσμου. Όλες δικές σου φως μου, κράτα με πιο σφιχτά. Χάδι μου σε λιανό κορμί, που χρόνια σε ποθούσα, αγάπη σου ζητούσα, φίλα με ώς το πρωί. Από της καρδιάς μου το βυθό. Στο νου μου ήρθε πάλι. Κάποια χαμένη αγάπη μου. Ίσως η πιο μεγάλη. Χνότο με χνότο γέρναμε. Στο ίδιο προσκεφάλι. Ως τη βαθιά αυγή. Χνότο με χνότο έφυγε. Με άλλην κάποιο βράδυ. Και με άφησε πληγή. Η θύμησή σου σπαραγμός. Όσο ο καιρός περνάει. Για τη χαμένη αγάπη μου. Πάντα η καρδιά πονάει. Όταν όλα τριγύρω ξεθωριάζουν και είναι θαμπά παίρνω πέντε κουβάδες ως επάνω γεμάτους μπογιά. Βάζω δίσκο να παίζει, μουσική να ακουστεί δυνατά και βουτάω τα χέρια να γεμίσουν μπογιά. Χορεύω, χορεύω σα σβούρα τριγυρνάω, χορεύω. Χορεύω, χορεύω, τα χρώματα πετάω παντού. Σταματάω, κοιτάζω, μήπως είναι ακόμη θαμπά μα κι αν είναι δε σκάω και χορεύω ξανά. Χορεύω, χορεύω σα σβούρα τριγυρνάω, χορεύω. Χορεύω, χορεύω, τα χρώματα πετάω παντού. Χρόνια περιφρονημένα χρόνια ζήσαμε την καταφρόνια το άδικο και την σφαγή. Πάρε ότι αγαπάμε σε άλλους τόπους για να πάμε πρόσφυγες σε αυτή την γη. Όπως τα σύννεφα που φέρνει ο Βαρδάρης κι ύστερα πιάνει δυνατή βροχή αυτός ο έρωτας ο αναστενάρης μου κομματιάζει την ψυχή. Ούτε μιαν άνοιξη δεν είχε η ζωή μας τα χελιδόνια φύγανε για μας κι έχουν φωλιάσει τώρα στη σκεπή μας τα νυχτοπούλια κι ο βοριάς. Αμάν. Χρόνια πολλά σου εύχομαι στη σημερνή, στη σημερνή γιορτή σου, στη σημερνή, στη σημερνή γιορτή σου. Να σε χαρεί, αχ να σε χαρεί η μανούλα σου κι όλοι οι συ, κι όλοι οι συγγενείς σου. Χρόνια μες στην Τρούμπα μαγκίτης κι αλανιάρης, ρώτησε να μάθεις κι ύστερα να με πάρεις. Ρώτησε να μάθεις κι ύστερα να με πάρεις, χρόνια στον Περαία μαγκίτης και αλανιάρης. Είμαι παιδάκι έξυπνο, παίζω και μπουζουκάκι, όλος ο κόσμος με αγαπει γιατί είμαι Συριανάκι. Στην πιάτσα που μεγάλωσα όλοι με έχουν θαυμάξει, γιατί είμαι μάγκας έξυπνος και σε όλα μου εντάξει. Οι μάγκες με προσέχουνε κι όλοι με λογαριάζουν, όταν με βλέπουν κι έρχομαι μαζί μου νταλκαδιάζουν. Πάντα γλιτώνω από τις κακές μου σκέψεις από τις φωνές και τις μεγάλες φασαρίες μου. Χρόνια φορτώνω. Σαν μετανάστης έφτιαξα πατρίδα μέσα από τις θεωρίες μου αλλού τα μάτια κι αλλού τα χέρια μου. Εδώ δεν πιάνουν τα γέλια μου. Με πόζες και σπαστά ελληνικά γράφουν ιστορία οι πεθαμένοι. Με ασθενοφόρα και με περιπολικά ξυπνάνε από το όνειρό τους οι ευτυχισμένοι. Κανείς, κανείς δεν παίρνει την ευθύνη κανείς, κανείς μια φωτιά δε δίνει. Φωνάζει η πόλη, πεσμένο κάστρο που έφυγαν οι φίλοι κι αφήσαν τις σημαίες τους. Με θέλουν όλοι. Παίρνουν τηλέφωνα να μπω στις διαλυμένες τις παρέες τους. Όπως τα βρήκαν έτσι του τα αφήσανε, βουνά ανεβήκαν, κυλήσανε. Καθένας μας έχει στους ώμους του. Την κούραση δώδεκα ωρών από πέτρα. Την δίψα δώδεκα ωρών από ήλιο. Τον πόνο τόσων χρόνων. Την απόφαση μιας ολόκληρης ζωής. Είναι σκληρός ο αγώνας μητέρα. Μα είναι πολλά τα αδέρφια μας. Είναι πολλά τα παιδιά σου μητέρα. Μη πικραίνεσαι. Με τις μεγάλες πέτρες στον ώμο μητέρα. Ανηφορίζοντας τον θάνατο. Μεγάλες πολιτείες θα χτίσουμε μητέρα. Μην πικραίνεσαι. Ύστερα η μεγάλη πέτρα στον ώμο. Μεγάλος ανήφορος. Μεγάλη απόφαση στην καρδιά. Μεγάλες μέρες μας περιμένουν μητέρα. Μάνα. Όλα τα φέρνει ο καιρός κι όλες οι όχθες σμίγουν κι ακούω φωνές μικρών πουλιών που με καλωσορίζουν. Πάντα ήσουνα κοντά μου πιστή μου, ακριβή μα μου φάνηκε ο δρόμος πέλαγα μακρύ. Βλέπω ξανά χρυσές ελιές στην πέτρα περιστέρι και στης αυλής σου τη ροδιά άνθη σαν φλόγες τρέμουν. Τρέμουν και τα δυο σου χείλη σαν με χαιρετάν κι η καρδιά μου διψασμένη που σε λαχταρά. Όλα τα φέρνει ο καιρός κι όλες οι όχθες σμίγουν κι ακούω φωνές μικρών πουλιών που με καλωσορίζουν. Πάντα ήσουνα κοντά μου, πιστή μου, ακριβή μα μου φάνηκε ο δρόμος πέλαγο μακρύ. Στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε τα χέρια θα περάσουμε στους ώμους παλιά τραγούδια για να θυμηθούμε ονόματα και βλέμματα και δρόμους. Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια που θυμάσαι και θυμάμαι τίποτα δε χάθηκε ακόμα όσο ζούμε και πονάμε χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια μόνο τρόπο να κοιτάνε. Κι αν άλλάξαν οι φίλοι μας λιγάκι αλλάξαμε κι εμείς με τη σειρά μας χαθήκαμε μια νύχτα στο Παγκράτι αλλά βλεπόμαστε στα όνειρά μας. Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια που θυμάσαι και θυμάμαι τίποτα δε χάθηκε ακόμα όσο ζούμε και πονάμε χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια μόνο τρόπο να κοιτάνε. Του κόσμου, του απόκοσμου της γέννας και του πόνου ατέλειωτο του χρόνου ημερολόγιο. Φεγγάρι, ασπίδα, τόξο μου ουράνιο και δόρυ της γης οι δορυφόροι χρωματολόγιο. Θα έρθεις μια νύχτα βροχερή κάποιο Σαββάτο βράδυ και θα φανείς σαν αστραπή που σκίζει το σκοτάδι. Θα είναι η φωνή σου δροσερή τα μάτια σου θα λάμπουν στα αυτιά μου σαν καμπάνες μακρινές τα λόγια σου θα φτάνουν. Σε ένα δωμάτιο γυμνό θα δώσουμε τα χέρια και εκατομμύρια φωνές θα γίνουνε τα αστέρια. Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκα κι έκατσα να σου γράψω. Και μολυβιά δεν τράβηξα δίχως να αναστενάξω Χτυπάει τηλέφωνο δεν είναι για μένα ούτε κι ετούτη τη φορά κάθομαι κάτω να συνεφέρω την ταραγμένη μου καρδιά. Χτύπησε η πόρτα λέω αποκλείεται έχει δικό της κλειδί κι όμως πετάγομαι, τρέχω να ανοίξω με μια λαχτάρα σαν μικρό παιδί. Να ήξερες πόσο τρέμουνε τα έρμα γόνατά μου κάθε που ακούω κουδούνισμα μαχαίρι στην καρδιά μου. Να είσαι στο άνοιγμα τι πράγματα είναι τούτα; Πού ήσουν; Πες μου κάτι κι εσύ. Δε βγάζεις λέξη φταίω άραγε για κάτι και δεν το πήρα είδηση; Μαλλιά άνω κάτω τα μάτια σου στο πάτωμα το βλέμμα σαν θολό νερό θες ένα τσάι; Τι θες να σου φτιάξω; Έξω αστράφτει, θα βρέξει θαρρώ. Εγώ θα πέσω να κοιμηθώ θα βρέξει όπου να είναι βάλε και πιες, έχει ότι θες ότι νομίζεις κάνε. Έμαθα να σε αγαπώ χωρίς να σε έχω έμαθα τον εαυτό μου να προσέχω έμαθα ταξίδια μόνη μου να κάνω έμαθα να σε σκέφτομαι χωρίς να πρέπει να πεθάνω. Δεν είσαι εδώ για να σε δω να σε αγκαλιάσω και να μου πεις φοβάμαι μη σε χάσω δεν είσαι εδώ το όνειρο να ξανά ζήσω και να φοβάμαι μη χαθείς όταν ξυπνήσω. Έμαθα τώρα να ζω χωρίς εσένα έμαθα πως να αγαπώ λίγο κι εμένα έμαθα παρέα με άλλους πια να κάνω έμαθα πως να σκέφτομαι για εμένα κάτι παραπάνω. Δεν είσαι εδώ για να σε δω να σε αγκαλιάσω και να μου πεις φοβάμαι μη σε χάσω δεν είσαι εδώ το όνειρο να ξανά ζήσω και να φοβάμαι μη χαθείς όταν ξυπνήσω. Καθότανε σε κείνο το τραπέζι. Ερχότανε στις δώδεκα παρά κι έβλεπα μες στα μάτια του να παίζει σα σύννεφο η πιο πικρή χαρά. Μου στελνε κάθε νύχτα ένα λουλούδι και μου γραφε μια λέξη, ευχαριστώ. Κι ύστερα από το τρίτο μου τραγούδι έφευγε με χαμόγελο σβηστό. Καθότανε σε κείνο το τραπέζι δεν ζήτησε ποτέ του να με δει. Και μια βραδιά που νόμισα πως παίζει μου πέταξε στην πίστα ένα κλειδί. Το μάζεψα κι ανοίγω την καρδιά μου κι ανοίγοντας, Θεέ μου, τι να δω. Τα μάτια του βουλιάζαν στα δικά μου και του έλεγα, για σένα τραγουδώ. Καθότανε σε κείνο το τραπέζι. Αφήστε με να τον αναπολώ. Να πίνει και στα μάτια του να παίζει το άστρο με τον πράσινο γιαλό. Αφήστε να του λέω σε αγαπάω. Κι ας μη συναντηθήκαμε ποτές. Να πίνω τον καημό και να μεθάω και να του λέω, εσύ για όλα φταις. Δεν έμαθα ποιο είναι το όνομά του. Ποτέ του δε μου είπε σε αγαπώ. Μου άφησε φωτιά στο πέρασμά του. Και ζω από τότε πια χωρίς σκοπό. Λόγια που μου είπες μην τα ξαναλές όλα τα θυμάμαι έσπασαν οι λύπες κι έγιναν πολλές ξέχνα τες και πάμε χωριστά. Δε θα σε έχω φίλο θα έχουμε χαθεί με άλλους θα μιλάμε πράσινο σαν μήλο το αύριο θα έρθει τρέξε να το φάμε χωριστά. Εγώ κι εσύ και σφαίρες και βελόνες και κλαδιά περνά περνά η αγάπη μας, τη βρίσκουν στην καρδιά. Εσύ κι εγώ και βέλη και σπαθιά για σκοτωμό περνά περνά η αγάπη μας, της κόβουν το λαιμό. Θα περάσει ένας μήνας θα περάσει κι ένας χρόνος ίδιο κλάμα, ίδιος πόνος χωριστά. Θα περάσει ένας αέρας και θα σκίσει το μετάξι που θα το έχουμε κοιτάξει χωριστά. Θα περάσει μια ιδέα ένας φόβος κι ένα χάδι θα μας βάλουν στο σημάδι χωριστά. Θα περάσει κι ένα χέρι και τα μάτια θα μας κλείσει και θα τα έχουμε όλα ζήσει χωριστά. Μπίλυ. Μπίλυ. Μπίλυ. Μπίλυ! Άγουρο μικρό σταφύλι! Ψάχνω ανάμεσα στα δέντρα! Στις ταβέρνες και στα κέντρα! Κάτω από τους ιβύσκους! Στα κοτσάνια και στους μίσχους! Πάνω κάτω από τα πλατάνια! Στους σταθμούς και στα λιμάνια! Ψάχνω ανάμεσα στις φτέρες! Στα λουτρά και στις μπανιέρες! Είναι μικρούλης και είναι φίλος. Δεν είναι γάτα, δεν είναι σκύλος. Και πέφτει η νύχτα και είναι μόνος. Λες να τον πιάσει κανένας πόνος; Μπίλυ! Μπίλυ. Μπίλυ. Μπίλυ. Μπίλυ! Άγουρο μικρό σταφύλι! Και άμα πέσει πάνω του καμιά ψητή μπριζόλα; Και αν εκεί που περπατά τον λιώσει καμιά σόλα; Αν όλο το ζουμάκι του μια μέλισσα ρουφήξει; Άμα του δώσουν τίποτα να φάει κι έχει λήξει; Είναι μικρούλης κι είναι ένας φίλος. Ας ήταν γάτα, ας ήταν σκύλος. Θα είναι μονάχος μες στο σκοτάδι με νυχτερίδες όλο το βράδυ! Μπίλυ! Μπίλυ. Μπίλυ. Μπίλυ. Μπίλυ! Άγουρο μικρό σταφύλι! Ήτανε νύχτα κι ήτανε πρωί, ήταν η αγάπη σου πικρό φαρμάκι, θα είναι τραγούδι, θα είναι προσευχή, θα είναι η αλήθεια μου στην αυταπάτη. Ψάχνω, το τραγούδι ψάχνω, να βρω κι εγώ παρηγοριά. Είναι ελπίδα κι είναι φυλακή, η ανάμνηση σου είναι αυτός ο πόνος, δεν έχει λόγια ούτε μουσική, είναι τραγούδι που το ξέρει ο μόνος. Ψάχνω, το τραγούδι ψάχνω, να βρω κι εγώ παρηγοριά. Δεν έχω εγώ ψευδώνυμο το καλλιτεχνικό μου, μόνο όνομα, πατρώνυμο και το επίθετό μου. Έχω ένα κόκκινο στυλό για την υπογραφή μου, οι όρκοι, τα μισόλογα, σβήσαν από τη ζωή μου. Το θρόνο μου τον γκρέμισα, κατρακυλάει το στέμμα, έριξα φώτα στις σκιές, δεν αγαπάω το ψέμα. Δεν είμαι εγώ θολά νερά, θολά και μολυσμένα, κι αν αγαπάς αληθινά, αγάπα με κι εμένα. Δεν έχω εγώ ψευδώνυμο και μάσκα δε φοράω, πότε τρυπώνομαι στη γη, πότε αετός πετάω. Ο κλόουν είμαι στη σκηνή, από το πρώτο φως μου, γελάω, σβήνω τη φωτιά, την πυρκαγιά του κόσμου. Δεν είμαι έλος κόκκινο, σκουπίδια μες στο ρέμα, έριξα φώτα στις σκιές, δεν αγαπάω το ψέμα. Δεν είμαι εγώ θολά νερά, θολά και μολυσμένα, κι αν αγαπάς αληθινά, αγάπα με κι εμένα. Βλέπω τα σημάδια του ουρανού, είμαι εγώ εδώ κι εσύ παντού, μέσα στο δωμάτιο φωτιές, καίγονται αργά οι ενοχές. Ψυχή και σώμα, ψυχή και σώμα, κοντά μου μείνε μια νύχτα ακόμα. Κόκκινο σεντόνι το φιλί, είναι που σε θέλω πιο πολύ, έρωτα μη φεύγεις μακριά, κάνε μου τη χάρη μια φορά. Ψυχή και σώμα, ψυχή και σώμα, κοντά μου μείνε μια νύχτα ακόμα. Σε βρήκα έξω από την Ιεριχώ να κλαις στων σαλπισμάτων το σκοπό φωτόνια στην παλάμη να κρατάς πέντε δηνάρια το ένα να πουλάς. Και οι τυφλοί τα οράματα πώς κοίταζαν κατάματα παραμυθάκι μου ακριβό, να ήξερες πόσο. Σε αγαπώ. Και καθώς δεν επέφτανε τα τείχη να φύγουμε είπες κι όπου μας βγάλει η τύχη και πάει στη νύχτα ακέφαλη η πορεία μας φέγγει μια ετερόφωτη λυχνία. Τώρα ανακάλυψες μεμιάς σαράντα αιώνες μοναξιάς παραμυθάκι μου ακριβό, βαλκανικά σε χαιρετώ. Ωραίος πού είσαι αυγερινέ, με αγγέλους κατεβαίνεις, χτυπάς τις πόρτες την αυγή κι όλους τους πόνους παίρνεις. Βρίσκεις πονεμένα σπίτια, βρίσκεις άδειες αγκαλιές και τραγούδια που κρυφτήκαν σαν πουλιά μες στις καρδιές. Ωραίος που είσαι αυγερινέ, πρόσωπο σαν το κρίνο, παίρνεις το κλάμα από τα παιδιά κι από τα πουλιά τον θρήνο. Βρίσκεις πονεμένους δρόμους και καρδιές χωρίς χαρά, έναν ήλιο ξεχασμένο πάνω από τα βαθειά νερά. Ζω και υπάρχω. Τα δευτερόλεπτα μετρώ. Τι τέλος θα έχω. Αν μείνω μόνη μου εδώ. Ώρες ατέλειωτες χωρίζουν δυο ζωές. Πάνε τα όνειρα χαμένα ώρες ατέλειωτες δε βρίσκουν αφορμές. Να γίνουμε ένα εγώ με σένα. Ζω και σωπαίνω. Μόνη μου νιώθω δυο φορές. Τι περιμένω. Είναι σκληρό και να το λες.